Θεματα

Από την τεχνητή νοημοσύνη στην ελευθερία του Τύπου: όσα ξεχωρίσαμε από το 20ό Διεθνές Φεστιβάλ Δημοσιογραφίας στην Περούτζια

Στο Διεθνές Φεστιβάλ Δημοσιογραφίας 2026 στην Περούτζια συνυπήρχαν και φέτος ανησυχία και αισιοδοξία, με ένα βασικό ερώτημα να επανέρχεται διαρκώς μέσα στην εβδομάδα: πώς μπορεί η δημοσιογραφία να παραμείνει ουσιαστική, ανεξάρτητη και ανθρώπινη σε μια εποχή ραγδαίων εξελίξων;

Κάλυψη: Παύλος Μεθόδιος,΄Ελλη Κωστίκα, Λάμπρος Συναρίδης, Ελένη Κασίμου
Επιμέλεια & Επιπλέον συνεισφορά: Κατερίνα Βουτσινά, Κέλλυ Κική

Mετάφραση: Ανατολή Σταυρουλοπούλου
Κεντρική φωτογραφία: Κατερίνα Βουτσινά

Το συνέδριο είχε πολλούς θεματικούς άξονες. Η συντακτική μας ομάδα παρακολούθησε το συνέδριο δια ζώσης, αλλά και διαδικτυακά. Ακολουθεί μια επιλογή από τα σημαντικότερα σημεία: στιγμές που κρατήσαμε στις σημειώσεις και στους σελιδοδείκτες μας, για να επιστρέψουμε σε αυτές στο πλαίσιο της διαρκούς επαγγελματικής μας εξέλιξης και αναστοχασμού.

Αίθουσες σύνταξης και τεχνητή νοημοσύνη: ενίσχυση αποδοτικότητας και δημοσιογραφικοί κίνδυνοι

Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων ημερών του φεστιβάλ στην Περούτζια, πολλά πάνελ επικεντρώθηκαν στην τεχνητή νοημοσύνη: στους τρόπους με τους οποίους μπορεί να αξιοποιηθεί από δημοσιογράφους, στις εταιρείες που τη διαχειρίζονται, στο μέλλον της, αλλά και στο κατά πόσο τα ειδησεογραφικά μέσα θα πρέπει να της αναθέσουν συντακτικά καθήκοντα.

Έλεγχος των εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης: Το πάνελ με τίτλο «How to edit a liquid: a survival guide for the AI age» («Πώς να “επιμεληθείς” κάτι «ρευστό»: ένας οδηγός επιβίωσης στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης»), το οποίο συντόνισε ο Όλε Ζάχριζον (Olle Zachrison), επικεφαλής της ομάδας τεχνητής νοημοσύνης ειδήσεων του BBC News, εξέτασε το ζήτημα του ελέγχου ενός «ρευστού» στοιχείου όπως η τεχνητή νοημοσύνη, καθώς και τις εφαρμογές της σε ιστοσελίδες, προσφέροντας στο κοινό έναν διαφορετικό, διαδραστικό τρόπο πρόσβασης στο δημοσιογραφικό περιεχόμενο. Παράλληλα, συζητήθηκαν και οι δυσκολίες στον έλεγχο της ποιότητας του υλικού που παράγουν αυτά τα εργαλεία.

«Δεν μπορείς να είσαι “control freak” όταν διαχειρίζεσαι αυτά τα εργαλεία», είπε η αρχισυντάκτρια της Helsingin Sanomat, Έργια Ιλαγιάρβι (Erja Ylajarvi), απαντώντας σε ερώτηση για το πώς πρέπει να προσεγγίσουν οι αίθουσες σύνταξης αυτές τις νέες εφαρμογές, δεδομένου ότι οι συντάκτες μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι ακόμη και με ποινικές ευθύνες σε περίπτωση λάθους. «Εδώ δεν θα λέγαμε ότι είναι σαν να οδηγείς αυτοκίνητο, αλλά σαν να καβαλάς έναν ελέφαντα», σχολίασε από την πλευρά του ο Μουκούλ Ντεβιτσάντ (Mukul Devichand), επικεφαλής των πρωτοβουλιών τεχνητής νοημοσύνης στους New York Times.

Την ίδια στιγμή, πάντως, τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης χρησιμοποιούνται ήδη από τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς για να ενισχύσουν την αποδοτικότητα της δουλειάς των δημοσιογράφων. Στη Helsingin Sanomat, για παράδειγμα, η αίθουσα σύνταξης χρησιμοποιεί ένα εργαλείο που «σαρώνει» το διαδίκτυο για δελτία Τύπου και ειδοποιεί τους συντάκτες για πιθανές ειδήσεις σε μια κλίμακα από το 1 έως το 5. Ωστόσο, όπως σημείωσε η Ιλαγιάρβι, ένα τέτοιο εργαλείο μπορεί να δημιουργήσει και προβλήματα.

Εδώ δεν θα λέγαμε ότι είναι σαν να οδηγείς αυτοκίνητο, αλλά σαν να καβαλάς έναν ελέφαντα.

Μουκούλ Ντεβιτσάντ, επικεφαλής των πρωτοβουλιών τεχνητής νοημοσύνης στους New York Times, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι ειδησεογραφικές αίθουσες θα πρέπει να προσεγγίζουν αυτές τις νέες εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Κάλυψη της τεχνητής νοημοσύνης: Η τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι ποτέ τόσο καλή όσο την παρουσιάζουν και οι δημοσιογράφοι έχουν την ευθύνη να ελέγχουν προσεκτικά όσα ισχυρίζονται οι τεχνολογικές εταιρείες, τόνισε η Αμπέμπα Μπιράνε (Abeba Birhane), γνωστική επιστήμονας που διεξάγει έρευνα γύρω από τη λογοδοσία στην τεχνητή νοημοσύνη στο Trinity College Dublin, σε πάνελ με τίτλο «Beyond the hype: covering AI across beats» («Πέρα από το “hype”: η κάλυψη της τεχνητής νοημοσύνης σε όλα τα δημοσιογραφικά πεδία»), το οποίο ασχολήθηκε με την κάλυψη της τεχνητής νοημοσύνης. Η ίδια πρόσθεσε ότι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια περίοδο, όπου οι τεχνολογικοί κολοσσοί προσπαθούν να διαμορφώσουν το δικό τους αφήγημα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Οι ομιλητές κάλεσαν επίσης τους δημοσιογράφους που ασχολούνται με έρευνες γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη να μην αποθαρρύνονται από την τεχνική της πολυπλοκότητα. Η Γκαράνς Μπερκ (Garance Burke) ερευνήτρια δημοσιογράφος με έμφαση στην διεθνή δημοσιογραφία στο Associated Press, σημείωσε ότι πρέπει να ξεπεραστεί η αντίληψη ότι, για να καλύψει κανείς την τεχνητή νοημοσύνη, χρειάζεται πτυχίο πληροφορικής.

Στο πάνελ «Uncovering Big Tech’s Sphere of Influence» («Αποκαλύπτοντας την επιρροή των Big Tech»), ερευνητές δημοσιογράφοι εξέτασαν τον τρόπο με τον οποίο οι τεχνολογικές εταιρείες διαμορφώνουν τη νομοθεσία, τον δημόσιο διάλογο και τη ροή της πληροφορίας. «Ξέρουμε ότι αυτές οι εταιρείες επηρεάζουν σχεδόν όλα όσα βλέπουμε και κάνουμε», είπε η Κάρολ Κάντβαλαδρ (Carole Cadwalladr), συνιδρύτρια του The Nerve και συντονίστρια της συζήτησης, προσθέτοντας ότι μεγάλο μέρος αυτής της ισχύος λειτουργεί με τρόπους που συχνά παραμένουν αθέατοι στο κοινό. Ο Μπραμ Βράνκεν (Bram Vranken), ερευνητής και ακτιβιστής στο Corporate Europe Observatory, αναφέρθηκε στην έλλειψη διαφάνειας γύρω από τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των data centers. Όπως είπε, τα στοιχεία για τις εκπομπές είναι περιορισμένα, εν μέρει επειδή μια τροπολογία που συντάχθηκε με τη συμμετοχή της Digital Europe ενσωματώθηκε στη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Δεν υπάρχει μεγάλο think tank στις Βρυξέλλες που να μην χρηματοδοτείται από τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες και συχνά από περισσότερες από μία […] Δεν δίνουν αυτά τα χρήματα στα think tank από φιλανθρωπία. Τα δίνουν γιατί θέλουν να διαμορφώσουν το αφήγημα που επικρατεί», πρόσθεσε, τονίζονται τη σημασία της διεξαγωγής περισσότερων δημοσιογραφικών ερευνών σε αυτόν τον τομέα.

*Περαιτέρω αναλύσεις για την έρευνα γύρω από το Big Tech πραγματοποιήθηκαν στη συνεδρία «How to investigate Big Tech and overcome platform capture» («Ερευνώντας τη Big Tech και ξεπερνώντας την εξάρτηση από τις πλατφόρμες»), μέσα από μια σειρά ουσιαστικών και ειλικρινών τοποθετήσεων για το πώς οι δημοσιογράφοι μπορούν να καλύψουν πιο αποτελεσματικά και με μεγαλύτερη αμεσότητα τον χώρο της τεχνολογίας. Η παράλληλη αυτή εκδήλωση έφερε κοντά δημοσιογράφους από όλο τον κόσμο, οι οποίοι αντάλλαξαν εμπειρίες και ιδέες.

Δεν υπάρχει μεγάλο think tank στις Βρυξέλλες που να μην χρηματοδοτείται από τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες […] Δεν δίνουν αυτά τα χρήματα στα think tank από φιλανθρωπία. Τα δίνουν γιατί θέλουν να διαμορφώσουν το αφήγημα που επικρατεί.

Μπραμ Βράνκεν, ερευνητής και ακτιβιστής στο Corporate Europe Observatory.

Το μέλλον της δημοσιογραφίας και της τεχνητής νοημοσύνης: Στο πάνελ με τίτλο «What future for journalism in the era of AI?» («Ποιο είναι το μέλλον της δημοσιογραφίας στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης;»), ο Ντέιβιντ Κάσγουελ (David Caswell), ιδρυτής της StoryFlow Ltd., υποστήριξε ότι οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί δεν έχουν ακόμη αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης. Όπως είπε, πολλά μέσα χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για να ενισχύσουν «την αποδοτικότητα στα πλαίσια των παγιωμένων αντιλήψεων που έχουν για τη δημοσιογραφία», μια προσέγγιση που παρομοίασε με την προσπάθεια να γίνει πιο αποτελεσματική η διαχείριση των αλόγων ως απάντηση στην εμφάνιση του αυτοκινήτου. Τέτοιου είδους προσπάθειες, πρόσθεσε, θα αποδειχθούν μακροπρόθεσμα ξεπερασμένες, καθώς η εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης οδηγεί προς «ένα εντελώς νέο, εντελώς διαφορετικό οικοσύστημα πληροφορίας, όπου οι ροές της κοινωνικής πληροφορίας θα λειτουργούν με τελείως διαφορετικούς τρόπους». Για να αντιμετωπίσουν αυτή την αλλαγή, συμβούλεψε τους δημοσιογράφους να «διευρύνουν τις φιλοδοξίες τους “επί χίλια” ως προς το τι μπορούν να κάνουν με αυτά τα εργαλεία για να υπηρετήσουν την κοινωνία».

Κάλυψη ζητημάτων φύλου: νέες μορφές κακοποίησης και παλιά ηθικά ερωτήματα

Η έμφυλη βία που υποστηρίζεται από την τεχνητή νοημοσύνη, σε συνδυασμό με τον απόηχο των αποκαλύψεων των αρχείων Έπστιν, βρέθηκαν στο επίκεντρο των συζητήσεων γύρω από τα ζητήματα φύλου. Η Τζούλι Ποσετί (Julie Posetti) επισήμανε ένα ενδεικτικό στοιχείο που δείχνει την έκταση του προβλήματος: το 75% των γυναικών δημοσιογράφων έχει δεχτεί διαδικτυακή βία, ενώ σχεδόν το ένα τέταρτο αυτών των περιστατικών «έχει παραχθεί ή ενισχυθεί από εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης», σύμφωνα με το Tipping Point Project, μια έρευνα του UN Women. Η ίδια συντόνισε ένα πάνελ που επικεντρώθηκε στη βία κατά των γυναικών στον δημόσιο χώρο με τη συνδρομή της τεχνητής νοημοσύνης. Στην ίδια συζήτηση, η Μαρία Ρέσα (Maria Ressa), διευθύνουσα σύμβουλος του Rappler και βραβευμένη με Νόμπελ Ειρήνης, περιέγραψε προσωπικές εμπειρίες διαδικτυακής παρενόχλησης, αναφέροντας ότι το 2016 δεχόταν έως και 90 μηνύματα μίσους την ώρα. Πιο πρόσφατα, όπως είπε, κυκλοφόρησαν deepfakes της ίδιας που συμβούλευαν διαβητικούς να πετάξουν την ινσουλίνη τους.

Όταν καλύπτουμε επιζώντες, πρέπει να θυμόμαστε ότι στον πυρήνα αυτού του ζητήματος βρίσκεται η συναίνεση

Λουσία Όσμπορν-Κρόουλι, βραβευμένη δημοσιογράφος ερευνήτρια και συγγραφέας.

Στο πάνελ «The Epstein Files: Where Did the Media Get It Wrong?» («Οι φάκελοι Έπστιν: τι πήγε στραβά στην κάλυψη από τα μέσα;»), η δημοσιογράφος Λουσία Όσμπορν-Κρόουλι (Lucia Osborne-Crowley) κάλεσε τους δημοσιογράφους να τοποθετούν τη συναίνεση των θυμάτων στον πυρήνα της δουλειάς τους. «Όταν καλύπτουμε επιζώντες, πρέπει να θυμόμαστε ότι στον πυρήνα αυτού του ζητήματος βρίσκεται η συναίνεση», είπε. Παραβιάζοντας τα όρια που θέτουν οι επιζώντες, πρόσθεσε, κινδυνεύεις να τους τραυματίσεις εκ νέου.

Η ανάγκη του ανήκειν και νέες μορφές χρηματοδότησης

Το «κύμα» των δημιουργών: Η αυθεντικότητα και η δυνατότητα του κοινού να ταυτιστεί μαζί σου, όπως τόνισαν οι ομιλητές, αποτελούν βασικά στοιχεία για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης. Στο πάνελ «How Are Publishers Responding to the ‘Creator Wave’?» («Η απάντηση των εκδοτών στο “κύμα των δημιουργών”») που συντόνισε ο Νικ Νιούμαν (Nic Newman), οι συμμετέχοντες εξέτασαν τον τρόπο με τον οποίο τόσο παραδοσιακά μέσα, όπως το CNN, όσο και πιο «social media–driven» συντακτικές ομάδες προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες προσδοκίες του κοινού, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι αντιλαμβάνονται αυτή την αλλαγή.

Ο Νιούμαν παρουσίασε στοιχεία από τη νεότερη έρευνα του Reuters Institute, σύμφωνα με τα οποία το 76% των στελεχών των μέσων ενημέρωσης θεωρεί ότι η απάντηση στο «κύμα των δημιουργών» είναι να αρχίσουν οι δημοσιογράφοι εντός των συντακτικών ομάδων να λειτουργούν περισσότερο σαν δημιουργοί περιεχομένου. Παράλληλα, το 50% θεωρεί ότι οι συνεργασίες με εξωτερικούς δημιουργούς μπορεί να ενισχύσει την εμβέλεια των μέσων.

«Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σου δίνουν τη δυνατότητα να χτίσεις μια σχέση με όσους παρακολουθούν το περιεχόμενό σου και να πας λίγο παραπέρα από το κλασικό τηλεοπτικό τρίλεπτο ρεπορτάζ» είπε ο Μπιτζάν Χοσεϊνί (Bijan Hosseini), ανώτερος παραγωγός στο τμήμα International Productions του CNN. Όπως σημείωσε, το CNN έχει δημιουργήσει και στούντιο δημιουργών στη Ντόχα, το οποίο στοχεύει στην προσέλκυση νεότερου κοινού και έχει υιοθετήσει μια πιο ανοιχτή διαδικασία παραγωγής, με πολλές κάμερες, ώστε να υπάρχει διαφάνεια ως προς τον τρόπο που παράγεται η είδηση. Στο πάνελ συμμετείχε και η Λίσεμπεθ Νιζέτ (Liesbeth Nizet), η οποία παρουσίασε το Spilnews, μια πλατφόρμα σχεδιασμένη με γνώμονα την έλλειψη επαρκούς ενημέρωσης των νέων (φαινόμενο γνωστό ως «ένδεια πληροφόρησης»). Όπως είπε, το κοινό συμμετέχει ενεργά μέσω WhatsApp και Snapchat, όπου οι χρήστες μπορούν να στέλνουν απευθείας μηνύματα στους δημιουργούς, ενώ πρόσθεσε ότι η προσέγγιση αυτή έχει ήδη φέρει αποτελέσματα.

Εναλλακτική χρηματοδότηση: Στο συνέδριο ειδησεογραφικοί οργανισμοί παρουσίασαν καμπάνιες που στοχεύουν στην ενεργή εμπλοκή του κοινού για την αύξηση της συνδρομητικής τους βάσης. Στο πάνελ «Campaign-led approach to reader revenue growth» («Καμπάνιες για την ενίσχυση των εσόδων από το κοινό»), που συντόνισε ο Ζαχάρ Προτσιούκ (Zakhar Protsiuk), οι ομιλητές συζήτησαν διάφορες στρατηγικές που εφαρμόζονται τόσο από παλαιότερα μέσα, όπως ο Guardian, που πρωτοεκδόθηκε το 1821, όσο και από νεότερα, όπως το Uusi Juttu, που ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 2025.

Ο Τομάς Μπέλα σημείωσε ότι τα μέσα πρέπει να περάσουν από το «αγοράζω περιεχόμενο» στο «αγοράζω την ιδέα, τον σκοπό». Το φινλανδικό Uusi Juttu, παρουσίασε μια πιο άμεση μορφή σχέσης με το κοινό, αποκαλώντας τους συνδρομητές του όχι αναγνώστες αλλά «μέλη».

Η Λιζ Γουίν (Liz Wynn) ανέφερε ότι ο Guardian αξιοποιεί την αίσθηση χρέους που αισθάνονται οι αναγνώστες απέναντι στη στήριξη της δημοσιογραφίας του μέσου. Για το σλοβακικό μέσο Denník N, το οποίο έχει θέσει ως στόχο να αντλεί το 70% των εσόδων του από συνδρομές, η προσέγγιση είναι διαφορετική. Ο Τομάς Μπέλα (Tomáš Bella) σημείωσε ότι οι συντακτικές και οι εμπορικές ομάδες συνεργάζονται στενά, υποστηρίζοντας πως τα μέσα πρέπει να περάσουν από το «αγοράζω περιεχόμενο» στο «αγοράζω την ιδέα, τον σκοπό». Ως παράδειγμα, ανέφερε μια καμπάνια που συνέδεε τη συμμετοχή στις ευρωεκλογές, σε μια χώρα με υψηλά ποσοστά αποχής, με μια προσφορά για μειωμένη συνδρομή. Το νεότερο μέσο του πάνελ, το φινλανδικό Uusi Juttu, παρουσίασε μια πιο άμεση μορφή σχέσης με το κοινό, αποκαλώντας τους συνδρομητές του όχι αναγνώστες αλλά «μέλη». «Σε ό,τι έχει να κάνει με την ανάπτυξη ή το μάρκετινγκ συμπεριλαμβάνουμε πάντα τα μέλη μας», είπε ο Άντι Πίκαρεν (Antti Pikkanen).

Μια χρήσιμη μελέτη περίπτωσης: Καθώς οι παραδοσιακές πηγές χρηματοδότησης των μέσων ενημέρωσης υποχωρούν, με τις περικοπές στη USAID (Οργανισμός των ΗΠΑ για τη Διεθνή Ανάπτυξη) να συγκαταλέγονται στις πιο πρόσφατες πιέσεις, οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί στρέφονται όλο και περισσότερο σε εναλλακτικά μοντέλα. Το Correctiv.Europe εφαρμόζει ένα μοντέλο με επίκεντρο την κοινότητα, με περίπου 65% έως 70% του προϋπολογισμού του να προέρχεται από μικρές, ατομικές δωρεές. Στη συνεδρία «Where did the money go? A conversation about the funding crisis and rebuilding journalism» («Πού πήγαν τα χρήματα; Μια συζήτηση για την κρίση χρηματοδότησης και την ανασυγκρότηση της δημοσιογραφίας»), η Τζοάνα Κράβτσικ (Joanna Krawczyk) σημείωσε ότι η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην ενεργή συμμετοχή του κοινού — από τη συλλογική παραγωγή ρεπορτάζ μέχρι την εμπλοκή μετά τη δημοσίευση, μέσω εκδηλώσεων ζωντανής δημοσιογραφίας. «Είναι ένας πλήρης κύκλος ενεργής συμμετοχής των πολιτών», είπε.  Το πιο πρόσφατο πείραμα του οργανισμού είναι ένα κοινοτικό καφέ στην πόλη Γκελζενκίρχεν της Γερμανίας, που λειτουργεί τόσο ως σημείο συνάντησης για την τοπική δημοσιογραφία όσο και ως μια μικρή πηγή εσόδων μέσω της πώλησης καφέ.

Χαμηλού κόστους εργαλεία που μεταμορφώνουν την ερευνητική δημοσιογραφία

Στη συνεδρία «The Best free or low-cost digital investigative/OSINT tools to use right now» («Τα καλύτερα δωρεάν/χαμηλού κόστους ψηφιακά ερευνητικά/OSINT εργαλεία για χρήση αυτή τη στιγμή»), ο Κρεγκ Σίλβερμαν (Craig Silverman) παρουσίασε μια σειρά εργαλείων που μπορούν να βοηθήσουν τους δημοσιογράφους στη διεξαγωγή ψηφιακών ερευνών με χρήση ανοιχτού κώδικα πληροφοριών (OSINT).

Ακολουθεί μια επιλογή από τα εργαλεία που παρουσιάστηκαν:

  • Wayback Machine extension και ubikron.com: εργαλεία για την αρχειοθέτηση ιστοσελίδων
  • Bookmarklets: χρησιμοποιούνται για ανάλυση λογαριασμών στα social media· εξάγουν δεδομένα από τον πηγαίο κώδικα μιας σελίδας, όπως ημερομηνία δημιουργίας και αναγνωριστικό λογαριασμού
  • Dork Assistant: βοηθά στη δημιουργία σύνθετων ερωτημάτων αναζήτησης στο Google για ερευνητικές χρήσεις
  • Yutori και Sample Scout: εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης που σαρώνουν το διαδίκτυο και εντοπίζουν σχετικό περιεχόμενο βάσει ερωτημάτων του χρήστη
  • Image Whisperer: αναλύει εικόνες για να εκτιμήσει αν έχουν δημιουργηθεί από τεχνητή νοημοσύνη και παρέχει οδηγίες επαλήθευσης
  • NexLev και TubeLab: επεκτάσεις browser που χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό ενδείξεων εμπορικής αξιοποίησης στο YouTube
  • Silent Push: εντοπίζει συνδέσεις μεταξύ ιστοσελίδων, αναλύοντας περιεχόμενο, κώδικα, scripts και διευθύνσεις IP, ώστε να αναγνωρίσει κοινή ιδιοκτησία ή συντονισμένη δραστηριότητα
  • BrandSearch: εργαλείο για την έρευνα καταστημάτων Shopify
  • OSINT Navigator: εργαλείο που εντοπίζει και συνδέει επιπλέον πηγές OSINT
  • WhatsMyNameApp: αναζητά ένα username σε πολλαπλές πλατφόρμες

Η παρουσίαση του Κρεγκ Σίλβερμαν είναι διαθέσιμη εδώ: https://tinyurl.com/ijftools

Εργαλεία προσωπικής ασφάλειας: Η συνεδρία «Surving the story: hands-on infosec for journalists under threat» («Επιβίωση μέσα από την είδηση: πρακτική ασφάλεια πληροφοριών για δημοσιογράφους που απειλούνται») επικεντρώθηκε στην ασφάλεια δεδομένων και στην προστασία των συσκευών από απειλές, όπως η κρατική παρακολούθηση και το οργανωμένο έγκλημα. Οι ομιλητές πρότειναν εναλλακτικά λειτουργικά συστήματα για κινητά, όπως το GrapheneOS, το οποίο μπορεί να προσφέρει ισχυρότερη αντίσταση σε εγκληματολογικά εργαλεία που χρησιμοποιούν οι αρχές, όπως το Cellebrite. Επίσης, ανέδειξαν τη χρήση απομονωμένων, προσωρινών υπολογιστικών περιβαλλόντων, όπως το TAILS project, το οποίο λειτουργεί με χρήση USB και δεν αφήνει ίχνη στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή, βοηθώντας τους χρήστες να προστατεύουν καλύτερα ευαίσθητα δεδομένα.

Synth ID και Backstory: Η συνεδρία «Introduction to Synth ID and Backstory» («Εισαγωγή στο Synth ID και το Backstory») έδειξε στο κοινό ότι το περιεχόμενο που δημιουργείται με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης της Google φέρει ενσωματωμένα ψηφιακά υδατογραφήματα, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για επαλήθευση. Το SynthID detector της Google εντοπίζει αυτά τα ίχνη αναγνωρίζοντας επισημασμένες περιοχές σε εικόνες, καρέ βίντεο ή ηχητικά φάσματα, προκειμένου να διαπιστώσει αν το περιεχόμενο έχει παραχθεί με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης. Στη συνεδρία παρουσιάστηκε επίσης το Backstory, ένα πειραματικό εργαλείο που αναλύει τόσο το περιεχόμενο όσο και το πλαίσιο μιας εικόνας που έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο, εντοπίζει πού έχει εμφανιστεί και επιτρέπει στους χρήστες να κάνουν συμπληρωματικές ερωτήσεις μετά την αρχική του ανάλυση.

Παγκόσμιες κρίσεις και ελευθερία του Τύπου

Διεξαγωγή ρεπορτάζ με προσωπικό κόστος: «Πολλά θέματα απουσιάζουν από την επικαιρότητα, όχι επειδή δεν είναι σημαντικά, αλλά επειδή το κόστος της κάλυψής τους είναι πολύ υψηλό», σημείωσε ο Μουσταφά Νασρ (Mustafa Nasr). Ο δημοσιογράφος από την Υεμένη και πρόεδρος του Studies and Economic Media Center μίλησε, μαζί με άλλους συναδέλφους, για τις εμπειρίες δημοσιογράφων που καλύπτουν εμπόλεμες ζώνες, στο πάνελ «Bearing witness in conflict zones (Gaza, Yemen, Sudan)» [«Αυτόπτης μάρτυρας σε εμπόλεμες ζώνες (Γάζα, Υεμένη, Σουδάν)»]. Αυτό το κόστος, όπως ανέφεραν οι δημοσιογράφοι, είναι ακόμα πιο υψηλό στην περίπτωση της Γάζας. Ο Ουαέλ Αλ-Νταχντούχ (Wael Al-Dahdouh), επικεφαλής του γραφείου του Al Jazeera στη Γάζα, ανέφερε: «Έχουμε πάνω από 262 συναδέλφους δημοσιογράφους που σκοτώθηκαν στη Γάζα και δεν έχει ανοίξει ούτε μία έρευνα από την ισραηλινή κυβέρνηση». Το προσωπικό κόστος για τον ίδιο υπήρξε τεράστιο. Έχοντας χάσει ολόκληρη την οικογένειά του στον πόλεμο, θυμάται τη στιγμή που βρήκε τη νεκρή σύζυγό του: «Όταν τη βρήκα, ήταν κομματιασμένη. Δεν μπορούσα καν να κοιτάξω το πρόσωπό της, δεν υπήρχε πια πρόσωπο. Μας στέρησαν όχι μόνο τη δυνατότητα να παραμείνουμε ζωντανοί σε αυτόν τον πλανήτη, αλλά και την τελευταία στιγμή του αποχαιρετισμού». Στο Σουδάν «σχεδόν όλες οι φωνές λείπουν», είπε η Ραγκντάν Ορσούντ (Raghdan Orsud), συνιδρύτρια του BeamReports, σημειώνοντας ότι τα μέσα χρησιμοποιούνται ως εργαλείο πολέμου τόσο από τοπικές πλευρές όσο και από εξωτερικούς παράγοντες, δημιουργώντας ένα «τεράστιο κενό» λογοδοσίας και επαληθευμένης δημοσιογραφίας. «Το Σουδάν δεν είναι μια ξεχασμένη ιστορία για εμάς», είπε, καλώντας τους δημοσιογράφους να σκέφτονται διασυνοριακά: «Η δημοσιογραφία από τη φύση της είναι διασυνοριακή […] Να είστε διασυνοριακοί». Στην Υεμένη, ο Μουσταφά Νασρ ανέφερε ότι από το 2015 έχουν καταγραφεί περισσότερες από 2.600 παραβιάσεις κατά δημοσιογράφων, μεταξύ των οποίων δολοφονίες, συλλήψεις και αναγκαστική εξορία, με 71 δημοσιογράφους να έχουν σκοτωθεί και πάνω από το 30% των εργαζομένων στον Τύπο να έχουν εκτοπιστεί.

Έχουμε πάνω από 262 συναδέλφους δημοσιογράφους που σκοτώθηκαν στη Γάζα και δεν έχει ανοίξει ούτε μία έρευνα από την ισραηλινή κυβέρνηση.

Ουαέλ Αλ-Νταχντούχ, επικεφαλής του γραφείου του Al Jazeera στη Γάζα.

Παράκαμψη λογοκρισίας: Πώς κάνουν ρεπορτάζ οι εξόριστοι δημοσιογράφοι από το Ιράν, τη Ρωσία και την Κίνα, εν μέσω στενής παρακολούθησης και λογοκρισίας; Στο πάνελ «Authoritarian convergence: how Russia, Iran and China reshape information ecosystems» («Αυταρχική σύγκλιση: πώς η Ρωσία, το Ιράν και η Κίνα αναδιαμορφώνουν τα οικοσυστήματα πληροφόρησης»), το οποίο συντόνισε ο Φίλιπ Νουμπέλ (Filip Noubel), δημοσιογράφοι περιέγραψαν έναν συνδυασμό τεχνικών λύσεων και στρατηγικών που βασίζονται στην εμπιστοσύνη των πηγών. Αναφερόμενη στο Tehran Bureau, η συνδιευθύντρια Μαρκέτα Χουλπατσόβα (Marketa Hulpachova) είπε ότι οι δημοσιογράφοι διατήρησαν περιορισμένη πρόσβαση κατά τη διάρκεια των διακοπών του ίντερνετ στο Ιράν, μέσω περίπου 60.000 δορυφορικών routers Starlink που λειτουργούσαν εντός της χώρας. Για την κάλυψη της Ρωσίας, η αρχισυντάκτρια του Important Stories, Αλέσια Μαρκόβσκαγια (Alesya Marokhovskaya), είπε ότι το μέσο χρησιμοποιεί ρωσικές SIM κάρτες για να διασφαλίζει την εμπιστοσύνη των πηγών, καθώς και κρυπτογραφημένα κανάλια επικοινωνίας για πληροφοριοδότες. Για την προσέγγιση του κοινού εντός της Κίνας, η ιδρύτρια του Dasheng Media, Βίβιαν Γου (Vivian Wu), σημείωσε ότι το περιεχόμενο διατίθεται μέσω VPN και μερικές φορές επαναδημοσιεύεται σε παραλλαγμένες μορφές, όπως βίντεο που έχουν καταγραφεί από την οθόνη, τα οποία ανεβαίνουν σε λογοκριμένες πλατφόρμες.

Αντιμετωπίζοντας τη ρωσική προπαγάνδα: Στη συνεδρία «Reporting on Russia’s authoritarian narratives» («Κάλυψη των αυταρχικών αφηγημάτων της Ρωσίας»), η συζήτηση επικεντρώθηκε στη διάδοση ρωσικής παραπληροφόρησης γύρω από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ο Πίτερ Πομεράντσεφ (Peter Pomerantsev) σημείωσε ότι η Ρωσία διαμόρφωνε και κανονικοποιούσε ψεύτικα αφηγήματα πολύ πριν από την εισβολή. Οι δημοσιογράφοι Γιαροσλάβ Τροφίμοφ (Yaroslav Trofimov), Όλγα Ρουντένκο (Olga Rudenko) και Ολεξίι Σορόκιν (Oleksiy Sorokin) συζήτησαν τη δυσκολία των ρεπόρτερ να διατηρήσουν την αντικειμενικότητά τους σε ένα περιβάλλον όπου η παραπληροφόρηση χρησιμοποιείται ως όπλο. Ο Τροφίμοφ είπε ότι η ρωσική προπαγάνδα έχει υπάρξει ιδιαίτερα αποτελεσματική στο να «οικειοποιείται» την έννοια της ειρήνης, επαναπλαισιώνοντας τη γλώσσα, ενώ την ίδια στιγμή ο πόλεμος συνεχίζεται ως πράξη επιθετικότητας κατά της Ουκρανίας.

Φωτογραφία: Ελένη Κασίμου/iMEdD

Από το ρεπορτάζ στο role-playing: η δημοσιογραφία πειραματίζεται με παιχνίδια και διαδραστικότητα

Από συζητήσεις για τη μετατροπή της έρευνας σε διαδραστική αφήγηση με στοιχεία παιχνιδιού μέχρι τη δημιουργία ενός ευρύτερου μοντέλου «εργαστηρίων καινοτομίας» για τα μέσα, το Φεστιβάλ ανέδειξε το αυξανόμενο ενδιαφέρον για νέες αφηγηματικές μορφές.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη μετατροπή της ερευνητικής δημοσιογραφίας σε βιντεοπαιχνίδι. Πρωτοβουλίες όπως αυτές των Floodlight Gaming και Center for Collaborative Investigative Journalism φέρνουν κοντά ερευνητές δημοσιογράφους, designers και developers, μετατρέποντας δημοσιευμένες έρευνες σε βιωματικές εμπειρίες. Στον πυρήνα αυτής της προσέγγισης βρίσκεται η ιδέα ενός περιβάλλοντος όπου ο χρήστης δεν είναι παθητικός δέκτης, αλλά συμμετέχει ενεργά, αντιδρά και παίρνει αποφάσεις. Όπως επισημάνθηκε στη διάρκεια ενός πάνελ, παρά το αυξημένο ρίσκο σε επίπεδο χρηματοδότησης, το γεγονός ότι πάνω από τους μισούς ανθρώπους παγκοσμίως παίζουν κάποιο είδος παιχνιδιού καθιστά το πεδίο αυτό ένα ισχυρό εργαλείο για την ανάδειξη ερευνών δημοσίου ενδιαφέροντος.

Παράλληλα, η DW Akademie παρουσίασε δύο έργα που στοχεύουν στην ενίσχυση της δημιουργικότητας και της κριτικής σκέψης: το “MethodKit for Podcasts”, ένα εργαλείο βασισμένο σε κάρτες, διαθέσιμο σε περισσότερες από 45 γλώσσες, και το “Unlock the Truth”, μια εμπειρία τύπου escape room για εφήβους, που αναπτύχθηκε με τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα της Ουκρανίας και εξετάζει την παραπληροφόρηση μέσα από διαδραστικούς γρίφους και λήψη αποφάσεων.

Logo of the Creative Commons Non Commercial International License of Use