Θεματα

Γιατί κάποιοι πόλεμοι δεν γίνονται πρωτοσέλιδο

Όσο η προσοχή των μέσων ενημέρωσης επικεντρώνεται στο Ιράν και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, δημοσιογράφοι από την Ουγκάντα, την Μπουρκίνα Φάσο και την Αιθιοπία αναρωτιούνται γιατί τόσες πολλές άλλες συγκρούσεις παραμένουν στην αφάνεια.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά από το Reuters Institute στις 02/04/2026. Mεταφράστηκε στα ελληνικά και αναδημοσιεύεται από το iMEdD με την άδειά του. Οποιαδήποτε άδεια αναδημοσίευσης υπόκειται στον αρχικό εκδότη. Διαβάστε το πρωτογενές άρθρο εδώ.

Μετάφραση: Εβίτα Λύκου
Κεντρική εικόνα: Σουδανοί πολίτες, διαφεύγοντας από τον καταυλισμό εσωτερικά εκτοπισμένων Ζαμζάμ, καθ’ οδόν προς τους καταυλισμούς της Ταουίλα, όσο συνεχίζεται η σύγκρουση μεταξύ του στρατού του Σουδάν και των Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης, στο Βόρειο Νταρφούρ του Σουδάν, 14 Απριλίου 2025. EPA / MARWAN MOHAMED

Σύμφωνα με τη δεξαμενή σκέψης Ινστιτούτο Οικονομικών και Ειρήνης (Institute for Economics & Peace, IPE), το 2025 υπήρχαν 59 ενεργές διακρατικές συγκρούσεις σε όλο τον κόσμο, ο υψηλότερος αριθμός από τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, εκτός από τα γεγονότα στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή, λίγα είναι αυτά που θα απασχολήσουν τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.

Ήθελα να διερευνήσω τους λόγους για τους οποίους συνεχίζει να συμβαίνει αυτό. Έτσι, πήρα συνεντεύξεις από τρεις δημοσιογράφους από την Μπουρκίνα Φάσο, την Ουγκάντα και την Αιθιοπία, οι οποίοι έχουν καλύψει κάποιες από αυτές τις συγκρούσεις στο παρελθόν. Περιέγραψαν την απογοήτευσή τους για την έλλειψη κάλυψης θεμάτων που έχουν βαθύτατο ανθρωπιστικό αντίκτυπο και τρόπους ενίσχυσης της προβολής τους τα επόμενα χρόνια.

«Όταν ξεκίνησα την καριέρα μου [πριν από περίπου 30 χρόνια], ο αρχισυντάκτης μου στην Ottawa Citizen μου είπε ότι το θέμα μου ήταν πολύ εγχώριο. Είπε ότι οι περισσότεροι αναγνώστες τους ήταν λευκοί και δεν ενδιαφέρονταν για την Αιθιοπία», λέει ο Σάμιουελ Γκέτατσεου (Samuel Getachew). Ήταν η δεκαετία του 1990 και δούλευε ως ανεξάρτητος δημοσιογράφος για την εφημερίδα ενώ φοιτούσε στο λύκειο. Πιστεύει ότι τέτοιες συμπεριφορές «δεν έχουν καμία σχέση με τον ρατσισμό» και ότι οι οικονομικές πιέσεις που ασκούνται στα εν λόγω εμπορικά ειδησεογραφικά πρακτορεία έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο ποια θέματα μπορούν να καλυφθούν και ποια όχι. «Η θέση μου δεν είναι να διατυπώσω κανενός είδους ισχυρισμό», είπε, «αλλά να κατανοήσω πραγματικά την άλλη πλευρά· και εγώ την κατανοώ».

Ωστόσο, ο Γκέτατσεου παραμένει απογοητευμένος από τη σχετική έλλειψη εξωτερικού ενδιαφέροντος για μια χώρα η οποία έχει υποστεί πολλές τραγωδίες, συμπεριλαμβανομένων πολλών μεγάλων πολέμων και λιμών στο πρόσφατο παρελθόν. Έφυγε από τον Καναδά, για να πάει στην Αιθιοπία, με σκοπό να αφηγηθεί καλύτερα τις ιστορίες της γενέτειρας του. Λέει ότι κατανοεί το είδος της κόπωσης από τις ειδήσεις που αποθαρρύνει την κάλυψη των θεμάτων της χώρας του. «[Δεν] ενδιαφέρονται πλέον επειδή δεν υπάρχει ελπίδα», λέει, καθώς ετοιμάζεται να επισκεφθεί την περιοχή Τιγκράι της Αιθιοπίας, όπου η εύθραυστη ειρήνη αρχίζει να καταρρέει.

Τι καλύπτεται και τι όχι

Ο Γκέτατσεου και οι άλλοι δημοσιογράφοι που έδωσαν συνέντευξη για το παρόν άρθρο έχουν κάνει ρεπορτάζ από την Αφρική για μεγάλους διεθνείς και δυτικούς ειδησεογραφικούς οργανισμούς, όπως το Associated Press, το BBC και το Al Jazeera. Αυτό ίσως έρχεται σε αντίθεση με την ιδέα ότι ορισμένες συγκρούσεις δεν καλύπτονται καθόλου από τους παγκόσμιους δημοσιογραφικούς οργανισμούς. Ωστόσο, κάποιες αναλύσεις δείχνουν ότι οι συγκρούσεις και οι κρίσεις στις φτωχότερες χώρες, και ιδίως στην Αφρική, τυγχάνουν μικρότερης προσοχής από άλλες.

Κάθε χρόνο, το Νορβηγικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες δημοσιεύει έναν κατάλογο με τις πιο παραμελημένες κρίσεις εκτοπισμού, πολλές από τις οποίες προκύπτουν από ένοπλες συγκρούσεις. Συνυπολογίζει το ύψος της χρηματοδότησης της ανθρωπιστικής βοήθειας και το μέγεθος της πολιτικής βούλησης που αφιερώνεται στην αντιμετώπισή τους. Εξετάζει επίσης την έκταση της προβολής από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αξιολογώντας την πιθανή απήχηση των άρθρων που δημοσιεύονται σε διάφορες παγκόσμιες γλώσσες, ενώ σταθμίζει την κάλυψη αυτή σε σχέση με τον ανθρώπινο φόρο αίματος σε κάθε χώρα. Σύμφωνα με την έκθεση, το 2024 και οι 10 κρίσεις έλαβαν «αμελητέα» κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης.

Ανάμεσα στις 10 πιο αγνοημένες κρίσεις που εντοπίζονται στην έκθεση, οι οκτώ βρίσκονται στην Αφρική, ενώ η Ονδούρα και το Ιράν συμπληρώνουν τον κατάλογο. Στην περίπτωση του Ιράν, αυτό που παραβλέπεται σε μεγάλο βαθμό είναι το δράμα των έξι εκατομμυρίων Αφγανών προσφύγων που ζουν στη χώρα και όχι οι ενεργές στρατιωτικές εμπλοκές ή οι κρίσεις ασφαλείας.

Στην κορυφή του καταλόγου βρίσκεται το Καμερούν, όπου η βία και οι συγκρούσεις, σε συνδυασμό με τις πλημμύρες και την ξηρασία, έχουν αφήσει πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους εκτοπισμένους στο εσωτερικό της χώρας και εκατομμύρια άλλους αντιμέτωπους με την πείνα. Η Αιθιοπία και η Μοζαμβίκη, οι οποίες έχουν επίσης υποφέρει από συγκρούσεις και κλιματικά πλήγματα, βρίσκονται στη δεύτερη και τρίτη θέση του καταλόγου.

Μελέτη του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου Δημοσιογραφίας διαπίστωσε ότι σε κορυφαία γερμανικά, ελβετικά και αυστριακά δημόσια ραδιοτηλεοπτικά δελτία αφιερώθηκε μόνο το 10% περίπου του τηλεοπτικού χρόνου στον Παγκόσμιο Νότο. Μια άλλη ανάλυση, αυτή τη φορά από το Vision of Humanity, εξέτασε συγκεκριμένα ποια είδη συγκρούσεων κάνουν πρωτοσέλιδα και διαπίστωσε ότι «η κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης συχνά αντανακλά μια στενή οπτική γωνία, που διαμορφώνεται περισσότερο από τη γεωπολιτική σημασία παρά από επέιγουσα ανθρωπιστική ανάγκη».

Η ομάδα συνέκρινε σύνολα δεδομένων της παγκόσμιας κάλυψης από τα μέσα ενημέρωσης με την κάλυψη των συγκρούσεων και της βίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Μέρος της έρευνας, που εκπονήθηκε από την Κλόε Γιαρνέλ (Chloe Yarnell), εξέτασε τον μέσο αριθμό ειδήσεων ανά θάνατο αμάχου που συνδέεται με συγκρούσεις σε διάφορες χώρες. Διαπιστώθηκε ότι για κάθε θάνατο αμάχου στις χώρες υψηλού εισοδήματος αντιστοιχούν περισσότερα από 1.600 άρθρα, έναντι 17 άρθρων στις χώρες χαμηλού εισοδήματος.

Αυτή η ιεραρχία της θυματοποίησης μπορεί να εμφανιστεί και στο πλαίσιο των συγκρούσεων. Αν και ο πόλεμος στη Γάζα έχει λάβει σημαντική κάλυψη, ορισμένα θύματα τυγχάνουν μεγαλύτερης προσοχής από τα μέσα ενημέρωσης σε σχέση με άλλα.

Μελέτη του Κέντρου Εποπτείας των Μέσων Ενημέρωσης (Centre for Media Monitoring – CfMM), ενός ανεξάρτητου μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, που παρακολουθεί την ειδησεογραφική κάλυψη του Ισλάμ και των μουσουλμάνων, εξέτασε περισσότερα από 35.000 θέματα ειδησεογραφικού περιεχομένου του BBC κατά τη χρονική περίοδο ενός έτους, αρχής γενομένης από τις 7 Οκτωβρίου 2023, και διαπίστωσε 33 φορές μεγαλύτερη κάλυψη ανά θάνατο Ισραηλινού από ό,τι ανά Παλαιστίνιου. Αυτό έρχεται να προστεθεί σε άλλα προβληματικά ζητήματα ως προς τον τόνο, τη γλώσσα και το ποιες φωνές προβάλλονται, τα οποία επίσης εντοπίστηκαν από το CfMM.

Ένας άλλος συσχετιζόμενος παράγοντας είναι η φύση των ίδιων των συγκρούσεων. Οι βίαιες διαμάχες μεταξύ δύο ή περισσότερων κυρίαρχων χωρών τυγχάνουν σημαντικά μεγαλύτερης κάλυψης από ό,τι οι συγκρούσεις που συμβαίνουν στο εσωτερικό μίας χώρας. Αυτό συχνά οφείλεται στο γεγονός ότι οι διακρατικές συγκρούσεις, όπως αυτές μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας ή Ιράν, και ΗΠΑ και Ισραήλ, θεωρούνται ότι έχουν μεγαλύτερες επιπτώσεις στην ευρύτερη παγκόσμια πολιτική και τη διεθνή οικονομική σταθερότητα και, ως εκ τούτου, είναι πιο σημαντικές για το δυτικό ειδησεογραφικό κοινό.

«Αντίθετα, οι συγκρούσεις σε περιοχές με μικρότερη οικονομική επιρροή είναι πιο πιθανό να αγνοηθούν, ανεξάρτητα από τη σοβαρότητά τους ή τις ανθρωπιστικές τους συνέπειες», γράφει η Γιαρνέλ στην ανάλυσή της στο Visions of Humanity.

Αντίθετα, οι συγκρούσεις σε περιοχές με μικρότερη οικονομική επιρροή είναι πιο πιθανό να αγνοηθούν, ανεξάρτητα από τη σοβαρότητά τους ή τις ανθρωπιστικές τους συνέπειες

Χλόη Γιαρνέλ, Visions of Humanity

Ως αρχισυντάκτρια του The Continent, ενός παναφρικανικού ειδησεογραφικού εντύπου που εδρεύει στη Νότια Αφρική, η δημοσιογράφος από την Ουγκάντα Λίντια Ναμουμπίρου ( Lydia Namubiru) λέει ότι κατανοεί σε κάποιο βαθμό τους συναδέλφους της στη Δύση που δίνουν προτεραιότητα σε αυτό που θεωρούν ως πρωταρχικό ενδιαφέρον του κοινού τους. Πιστεύει, ωστόσο, ότι οι υποθέσεις σχετικά με το ποιο είναι το βασικό κοινό ενός οργανισμού και ποια είναι τα βασικά του ενδιαφέροντα πρέπει να επικαιροποιηθούν.

«Ο πληθυσμός της Νέας Υόρκης δεν είναι το μόνο ακροατήριο των New York Times», μου είπε.

Ο Φρανκ (όχι το πραγματικό του όνομα) είναι δημοσιογράφος με έδρα το Μπόμπο-Ντιουλάσο, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Μπουρκίνα Φάσο. Επέλεξε να παραμείνει ανώνυμος για τη συνέντευξη αυτή λόγω πιθανών αντιποίνων από την κυβέρνηση.

Η έκθεση του NRC κατατάσσει τη Μπουρκίνα Φάσο ως τη χώρα με την τέταρτη πιο αγνοημένη κρίση εκτοπισμού στον κόσμο, με περίπου δύο εκατομμύρια κατοίκους της να έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της, δηλαδή περίπου το 10% του συνολικού πληθυσμού. Σύμφωνα με τη Διεθνή Επιτροπή Διάσωσης (IRC), μια φιλανθρωπική οργάνωση ανθρωπιστικής βοήθειας, μη κρατικές ένοπλες ομάδες ελέγχουν τη μισή χώρα και οι πολίτες δεν έχουν πρόσβαση σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.

Ο Φρανκ καταλογίζει την έλλειψη προσοχής από τα μέσα ενημέρωσης στη χώρα του στην υποβάθμιση της ελευθερίας του Τύπου στη χώρα. Η Μπουρκίνα Φάσο κυβερνάται από τις στρατιωτικές αρχές, με επικεφαλής τον λοχαγό Ιμπραΐμ Τραορέ (Ibrahim Traore), οι οποίες ανήλθαν στην εξουσία τον Σεπτέμβριο του 2022. Αυτό συνέβη μετά από προηγούμενο πραξικόπημα το ίδιο έτος, το οποίο ανέτρεψε τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Στις αρχές του 2026, η κυβέρνηση διέλυσε επίσημα όλα τα πολιτικά κόμματα.

«Μετά το πραξικόπημα, όλα έγιναν περίπλοκα και είναι πραγματικά, πραγματικά, πραγματικά επικίνδυνο [να ασκεί κανείς τη δημοσιογραφία]», μου είπε ο Φρανκ. Οι δημοσιογράφοι έχουν ακόμα περιθώριο να καλύψουν τις πιο καθημερινές ειδήσεις. «Αλλά αν πρόκειται για κάτι που σχετίζεται με την ασφάλεια ή την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, αν δεν επαινέσεις την κυβέρνηση, είναι καλύτερα να το βουλώσεις, έτσι;» Λέει ότι η κυβέρνηση «θέλει να έχει υπό τον έλεγχο της τα πάντα, και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να πάρει τον έλεγχο της αφήγησης». Η επιθυμία των αρχών να διαχειριστούν τη δημόσια εικόνα τις οδήγησε σε σκληρή καταστολή της δυνατότητας των ανεξάρτητων δημοσιογράφων να λειτουργούν ελεύθερα στη χώρα

Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF) κατέταξαν την Μπουρκίνα Φάσο στην 105η θέση στον Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου του 2025, 19 θέσεις χαμηλότερα από το προηγούμενο έτος. Οι RSF λένε ότι η πολιτική κατάσταση και η κατάσταση ασφαλείας «έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των πιέσεων και των καταχρήσεων κατά των δημοσιογράφων, ενισχύοντας την αυτολογοκρισία εντός του επαγγέλματος». Ο Φρανκ εξηγεί ότι η κυβέρνηση έχει περιορίσει τη δυνατότητα των δημοσιογράφων να μετακινούνται ελεύθερα για να καλύπτουν ειδήσεις σε όλη τη χώρα.

[Η κατάσταση στην Μπουρκίνα Φάσο] έχει οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των πιέσεων και των καταχρήσεων κατά των δημοσιογράφων, ενισχύοντας την αυτολογοκρισία εντός του επαγγέλματος.

Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα

Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης έχουν επίσης αισθανθεί αυτήν την καταστολή. Ήδη από το 2023, δύο Γάλλοι δημοσιογράφοι των εφημερίδων Le Monde και Libération, οι οποίοι εργάζονταν νόμιμα στη χώρα, απελάθηκαν. Αυτό συνέβη μετά το ρεπορτάζ τους σχετικά με ένα βίντεο που φέρεται να έδειχνε τα πτώματα εκτελεσμένων παιδιών σε μια στρατιωτική βάση. Δέκα δημοσιογραφικά μέσα έχουν αποβληθεί από τη χώρα, συμπεριλαμβανομένου του γερμανικού δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα Deutsche Welle (DW) και της εφημερίδας The Guardian.

Οι δημοσιογράφοι της Deutsche Welle στην Αιθιοπία τέθηκαν επίσης σε προσωρινή διαθεσιμότητα και τον Φεβρουάριο ανακλήθηκαν τα διαπιστευτήρια τριών δημοσιογράφων του Reuters, αφού ισχυρίστηκαν ότι η κυβέρνηση διευκόλυνε την εκπαίδευση των παραστρατιωτικών Δυνάμεων Ταχείας Υποστήριξης (RSF) στο Σουδάν.

Οι περιορισμοί στην ελευθερία του Τύπου επιβαρύνουν σημαντικά τους δημοσιογράφους στην Αιθιοπία, δήλωσε ο Γκέτατσεου. Ο ίδιος έχει γίνει στόχος δυσφήμισης, κακόβουλης διαρροής προσωπικών δεδομένων (doxxing) και απειλών από όλες τις πλευρές και όπως μου είπε: «Πολλοί άνθρωποι μού λένε ότι οι μέρες μου είναι μετρημένες»

.Η Αιθιοπία είναι η δεύτερη χώρα στην υποσαχάρια Αφρική με τις περισσότερες φυλακίσεις δημοσιογράφων, σύμφωνα με την Επιτροπή Προστασίας των Δημοσιογράφων (CPJ), και δημοσιογράφοι συχνά κρατούνται με κατηγορίες για δυσφήμιση ή τρομοκρατία.

Ο Γκέτατσεου λέει ότι επισκέπτεται τακτικά τους συναδέλφους του στη φυλακή, προσθέτοντας ότι πολλοί άλλοι έχουν εγκαταλείψει τη δημοσιογραφία και έχουν φύγει από τη χώρα, «πιθανότατα οδηγούν ταξί στο Λονδίνο, στο Τορόντο ή στην Ουάσινγκτον». Παρομοίως, και ο Φρανκ πιστεύει ότι «η δημοσιογραφία έχει πεθάνει στη Μπουρκίνα Φάσο» και σκέφτεται να στραφεί σε μια λιγότερο επικίνδυνη καριέρα.

Η οικονομική πίεση στα ειδησεογραφικά μέσα έχει επίσης το τίμημά της. Η κρίση χρηματοδότησης της διεθνούς δημοσιογραφίας επιδεινώθηκε πέρυσι από τις περικοπές του Λευκού Οίκου στην USAID. Ο ετήσιος προϋπολογισμός του οργανισμού για τα μέσα ενημέρωσης ύψους 268 εκατομμυρίων δολαρίων, ο οποίος υποστήριζε πάνω από 700 ειδησεογραφικούς οργανισμούς παγκοσμίως, αντιστοιχούσε στο ήμισυ των κυβερνητικών δαπανών για τη δημοσιογραφία δημοσίου συμφέροντος παγκοσμίως.

Το ζήτημα της συνάφειας

Στις αρχές του 2022, καθώς οι ρωσικές δυνάμεις εισέβαλαν στην Ουκρανία, ο ανταποκριτής του CBS, Τσάρλι Ντ’ Αγκάτα (Charlie D’Agata), επικρίθηκε επειδή αποκάλεσε το Κίεβο «μια σχετικά πολιτισμένη, σχετικά ευρωπαϊκή –πρέπει να επιλέξω προσεκτικά τις λέξεις μου– πόλη, μια πόλη όπου δεν θα περίμενε κανείς κάτι τέτοιο, ούτε θα ευχόταν να συμβεί».

Αργότερα ζήτησε συγγνώμη, λέγοντας ότι εννοούσε πως η Ουκρανία «δεν είχε πραγματικά δει τέτοιου μεγέθους πόλεμο τα τελευταία χρόνια» σε αντίθεση με άλλες χώρες που κάλυπτε. Ο ισχυρισμός του Ντ’ Αγκάτα ήταν αναληθής: 14.000 άνθρωποι είχαν σκοτωθεί και εκατομμύρια είχαν εκτοπιστεί στην περιοχή Ντονμπάς της Ουκρανίας μεταξύ 2014 και 2022.

Ωστόσο, είναι σαφές ότι ένα υποτιθέμενο επίπεδο συγγένειας και πολιτισμικής εγγύτητας, είτε ισχύει είτε όχι, έχει σημασία για την ειδησεογραφική κάλυψη, εφόσον θεωρείται ότι τα θύματα ορισμένων πολέμων έχουν περισσότερα κοινά με το δυτικό ειδησεογραφικό κοινό. Ακόμα και όταν τα πρακτορεία ειδήσεων καλύπτουν ορισμένες από αυτές τις συγκρούσεις επιτόπου, η κάλυψή τους σπάνια προβάλλεται από τους περισσότερους ειδησεογραφικούς οργανισμούς ή δεν προβάλλεται τόσο έντονα όσο οι ειδήσεις για την Ουκρανία ή τη Μέση Ανατολή.

Ο Φρανκ λέει ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να προσπαθήσουν περισσότερο, για να εξηγήσουν τη σχέση μεταξύ των γεγονότων που συμβαίνουν σε μια χώρα και του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσαν να επηρεάσουν εκείνους που αισθάνονται ότι βρίσκονται μακριά από τις συνέπειες. Ως παράδειγμα, αναφέρει τους πρόσφυγες που καταφεύγουν στην Ευρώπη. Το κοινό βλέπει ότι «αυτό που συμβαίνει στο Κίεβο είναι πιο κοντά από αυτό που συμβαίνει στην Ουαγκαντουγκού. Εξαρτάται από εμάς τους δημοσιογράφους να εξηγήσουμε τη σχέση μεταξύ της Μπουρκίνα Φάσο και του βρετανικού [και δυτικού] κοινού».

Ο αντίκτυπος της ανεπαρκούς κάλυψης ορισμένων συγκρούσεων από τους διεθνείς ειδησεογραφικούς οργανισμούς δεν γίνεται αισθητός μόνο στις χώρες όπου λαμβάνουν χώρα οι συγκρούσεις. Ακόμη και με τους δικούς τους όρους, τα «δυτικά συμφέροντα» δεν εξυπηρετούνται από την εσφαλμένη κατανόηση των γεγονότων σε μακρινές χώρες.

Η Ναμουμπίρου, αρχισυντάκτρια του The Continent, παραπέμπει σε μια διαμάχη με την εξορυκτική εταιρεία Barrick Gold, η οποία αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με την κυβέρνηση του Μάλι για 430 εκατομμύρια δολάρια. «Εν μέρει, δεν κατανόησαν το πολιτικό πλαίσιο στο οποίο εισέρχονταν». Λέει ότι οι διεθνείς επιχειρήσεις θα τα πήγαιναν καλύτερα αν «κατανοούσαν την Αφρική καλύτερα και όχι υπεραπλουστευμένα».

Μήπως, όμως, με το να εξηγούμε τη συνάφεια ενός θέματος με το δυτικό κοινό, κινδυνεύουμε να υπονοήσουμε ότι μια σύγκρουση έχει σημασία μόνο στο βαθμό που το επηρεάζει; Επιπλέον, γιατί θα πρέπει ο στόχος να είναι η κάλυψη από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης;

«Πρέπει να διατηρούμε στο μυαλό μας δύο αντικρουόμενες ιδέες», λέει η Ναμουμπίρου. «Ναι, δεν θα έπρεπε να έχει σημασία. Αλλά στην πραγματικότητα, έχει σημασία».

Καταρχάς, λέει, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, αυτοί οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί διαθέτουν πολύ περισσότερους πόρους και την ικανότητα να καλύπτουν τις συγκρούσεις που δεν έχουν καλυφθεί επαρκώς. Δεύτερον, οι παγκόσμιοι παράγοντες λήψης αποφάσεων καταναλώνουν αναπόφευκτα δυτικά μέσα ενημέρωσης. «Ο κόσμος είναι γεμάτος από παραπληροφορημένους, ελλιπώς πληροφορημένους ανθρώπους με καλές προθέσεις που επινοούν λύσεις οι οποίες ναυαγούν μόλις μπουν σε εφαρμογή και δημιουργούν καινούργια προβλήματα», αναφέρει η ίδια.

Η πεποίθηση της Ναμουμπίρου σχετικά με την ευθύνη των δυτικών μέσων ενημέρωσης να καλύπτουν με ακρίβεια και ευαισθησία τις συγκρούσεις στην Αφρική την οδήγησε να εκφράσει την απογοήτευσή της για ένα άρθρο της Ανν Άπλμπαουμ (Anne Applebaum) σχετικά με το Σουδάν, με φωτογραφίες της Λίνσεϊ Αντάριο (Lynsey Addario), το οποίο το The Atlantic τιτλοφόρησε «Ο Πόλεμος για το Τίποτα» στην έντυπη έκδοσή του.

Η Ναμουμπίρου απάντησε στο LinkedIn: «Μήπως είναι για τον χρυσό σε μια εποχή που οι τιμές καταρρίπτουν κάθε ρεκόρ; Μήπως είναι για τους εγγενείς κινδύνους που ενέχει η δημιουργία μιας πολιτοφυλακής για να κάνει τη βρόμικη δουλειά μιας δικτατορίας 40 χρόνων; Μήπως είναι για την αστάθεια που προέρχεται από ένα κράτος που βρίσκεται υπό δυτικές κυρώσεις για δεκαετίες;». Στην ανάρτησή της, συνέχισε να περιγράφει τις κινητήριες αιτίες του πολέμου, καταλήγοντας: «Αν μη τι άλλο, είναι ο πόλεμος για τα πάντα».

Η Ναμουμπίρου ανέπτυξε τις σκέψεις της σε μια συνέντευξη με το Columbia Journalism Review, στην οποία παραδέχεται ότι «κατά κάποιο τρόπο» το άρθρο ήταν καλύτερο από ό,τι υπονοούσε ο τίτλος, ωστόσο σημείωσε: «Συχνά, το πρόβλημα με τα δυτικά μέσα ενημέρωσης είναι ότι παρατηρούν από απόσταση. Και δεν παρατηρούν πραγματικά με γνωστική διάθεση. Είναι περισσότερο σαν να λένε: “ας δούμε τι γίνεται εκεί”».

Συχνά, το πρόβλημα με τα δυτικά μέσα ενημέρωσης είναι ότι παρατηρούν από απόσταση. Και δεν παρατηρούν πραγματικά με γνωστική διάθεση. Είναι περισσότερο σαν να λένε ‘aς δούμε τι γίνεται εκεί’.

Λίντια Ναμουμπίρου, αρχισυντάκτρια, The Continent

Σε δήλωσή του στο CJR, ο Τζέφρι Γκόλντμπεργκ (Jeffrey Goldberg), αρχισυντάκτης του The Atlantic, δήλωσε: «Ο ισχυρισμός ότι η δουλειά μας υποτιμά με κάποιο τρόπο αυτήν την ανθρωπιστική καταστροφή είναι εξωφρενικός. Ο τίτλος “Ο Πόλεμος για το Τίποτα” αναφέρεται στον μηδενισμό των αντιμαχόμενων ηγετών που προκαλούν χάος και θάνατο σε όλο το Σουδάν και όχι στον σουδανικό λαό που υποφέρει τόσο φρικτά».

Τι μπορεί να γίνει;

Με τους περιορισμούς στην είσοδο ξένων δημοσιογράφων σε ορισμένες χώρες ή την έλλειψη βούλησης για την αποστολή τους, οι συνεργασίες μεταξύ διεθνών ανταποκριτών, εγχώριων δημοσιογράφων και ειδησεογραφικών οργανισμών είναι ένας τρόπος για να ενισχυθεί και να βελτιωθεί η δημοσιογραφία.

Με αφορμή το άρθρο του The Atlantic για τον εμφύλιο πόλεμο στο Σουδάν, το The Continent δημοσίευσε άρθρα πολλών Σουδανών δημοσιογράφων που κοινοποιούν τις απόψεις τους και τα ρεπορτάζ τους για τη σύγκρουση. Αυτό το μοντέλο συνεργασίας (και αναγνώρισης) με τους τοπικούς δημοσιογράφους είναι ένα μοντέλο που η Ναμουμπίρου πιστεύει ότι προσφέρει ένα μοντέλο επιτυχίας για τα δυτικά μέσα ενημέρωσης.

Ωστόσο, υπάρχουν σημαντικά εμπόδια στην οικοδόμηση τέτοιων συμπράξεων. Ο Φρανκ λέει ότι οι δυτικοί δημοσιογράφοι είναι συχνά καχύποπτοι απέναντι στους ντόπιους δημοσιογράφους: «Θέλουν να έρθουν επιτόπου και να δουν με τα μάτια τους τι συμβαίνει, επειδή φοβούνται ότι οι πληροφορίες παραποιούνται». Πιστεύει ότι αυτές οι πεποιθήσεις είναι οκνηρά κλισέ και «πρέπει να καταπολεμηθούν».

Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι ντόπιοι δημοσιογράφοι φοβούνται ότι η συνεργασία με διεθνείς δημοσιογράφους και η αναγραφή του ονόματός τους σε ένα άρθρο για το οποίο δεν έχουν τον πλήρη έλεγχο μπορεί να τραβήξει την ανεπιθύμητη προσοχή των Aρχών.

Η Ναμουμπίρου δηλώνει ότι συχνά υπάρχει μια απόκλιση ανάμεσα στους διεθνείς δημοσιογράφους και τους ντόπιους δημοσιογράφους. «Συνήθως, αυτό που κάνουν οι μεγάλοι παγκόσμιοι ειδησεογραφικοί οργανισμοί είναι, ναι, να προσλαμβάνουν ντόπιους δημοσιογράφους, αλλά δεν τους αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη εκτίμηση», είπε, καθώς τους χρησιμοποιούν για πιο τυπικές εργασίες, όπως το να κλείνουν συνεντεύξεις, αντί να υπολογίζουν τις απόψεις τους για το εκάστοτε θέμα. «Η αρχή θα γίνει με το να αλλάξουμε άποψη για το ποιον θεωρούμε κανονικό δημοσιογράφο», μου είπε.

Οι διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οι συνεργαζόμενοι δημοσιογράφοι προσεγγίζουν τη δουλειά τους μπορεί να χρειαστεί να αντιμετωπιστούν, μεταξύ άλλων, μέσω της επιμόρφωσης.

«Συχνά αυτό σημαίνει πολύ περισσότερη δουλειά για τους συντάκτες, επειδή οι συμβάσεις και οι παραδόσεις της γραφής τους, o τρόπος με τον οποίο μιλούν για τα πράγματα, δεν προκύπτουν αυτόματα σε έναν ντόπιο δημοσιογράφο», δήλωσε η Ναμουμπίρου, αλλά είναι κάτι που αξίζει τον κόπο, προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο πλούσια, πιο διαφοροποιημένη κάλυψη. 

Η έκθεση του Νορβηγικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες συνιστά στους δημοσιογράφους «να κάνουν ρεπορτάζ με τρόπο που να δίνει έμφαση στις ανθρώπινες ιστορίες, στον ανθρωπιστικό αντίκτυπο των συγκρούσεων». Ωστόσο, αυτό σπάνια συμβαίνει για πολλές συγκρούσεις σε όλο τον κόσμο.

Στην Ουκρανία, λέει ο Γκέτατσεου, «γνωρίζουμε τους ανθρώπους που έχουν σκοτωθεί, τους ανθρώπους που έχουν κακοποιηθεί, είτε παίζουν πιάνο είτε είναι πρώτοι στο λύκειο», ενώ για τις συγκρούσεις στην Αφρική, τα θύματα συχνά περιορίζονται σε στατιστικά. Στα δημοσιεύματά του, λέει, προσπαθεί πάντα «να παρουσιάσει ένα όνομα και ένα πρόσωπο, και την ιστορία πίσω από τους αριθμούς».

[Στην Ουκρανία] γνωρίζουμε τους ανθρώπους που έχουν σκοτωθεί, τους ανθρώπους που έχουν κακοποιηθεί, ενώ για τις συγκρούσεις στην Αφρική, τα θύματα συχνά περιορίζονται σε στατιστικά.

Σάμιουελ Γκέτατσεου, ανεξάρτητος δημοσιογράφος

Ο δρ Μάρτιν Σκοτ (Martin Scott), καθηγητής Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και Παγκόσμιας Ανάπτυξης στο Πανεπιστήμιο της Ιστ Άνγκλια στο Ηνωμένο Βασίλειο, υποστηρίζει ότι η στροφή προς μια πιο «ανθρωπιστική δημοσιογραφία» συνεπάγεται ενεργές αποφάσεις για την επικέντρωση σε θέματα που δεν έχουν καλυφθεί επαρκώς και για την προβολή φωνών που σε μεγάλο βαθμό παραγκωνίζονται.

Χρειαζόμαστε ανθρωπιστές δημοσιογράφους παράλληλα με τους “mainstream” δημοσιογράφους, έτσι ώστε να έχουμε ένα πιο πλούσιο, ποικιλόμορφο σύνολο επαγγελματικών πρακτικών που καλύπτουν κρίσεις σε όλο τον κόσμο από διαφορετικές οπτικές γωνίες και με διαφορετικές ιδέες», δήλωσε ο Σκοτ σε ένα πρόσφατο podcast για το New Humanitarian.

Το δυτικό κοινό θα πρέπει επίσης να μάθει να μην περιμένει απλές λύσεις, λέει η Ναμουμπίρου. «Πρέπει να καλλιεργηθεί εκ νέου η ιδέα ότι “αυτό είναι πολύπλοκο, θα πρέπει να το διαβάσεις ξανά και ξανά, θα πρέπει να το παρακολουθήσεις”». Πρόκειται για μια μετάβαση από το άρθρο-ορόσημο, το πρωτοσέλιδο για το Σουδάν, σε μια πιο «δια βίου δέσμευση» για την πλήρη κατανόηση ενός θέματος, λέει η ίδια.

Πολλές από τις λύσεις για την καλύτερη κάλυψη των συγκρούσεων που δεν έχουν καλυφθεί επαρκώς εξακολουθούν να βασίζονται στην απόρριψη των «ιεραρχιών ορατότητας στα οικοσυστήματα των παγκόσμιων και περιφερειακών μέσων ενημέρωσης», όπως περιγράφει την κάλυψη του Σουδάν ο μελετητής Χουσεΐν Αλ Αχμάντ (Hussein AlAhmad), από το Αραβοαμερικανικό Πανεπιστήμιο στη Ραμάλα της Παλαιστίνης.

Η εκτενέστερη κάλυψη σε βάθος και η μεγαλύτερη επένδυση στην κατάρτιση και στην προστασία των ντόπιων δημοσιογράφων απαιτεί πόρους. Όμως, όπως λέει η Ναμουμπίρου, «κοστίζει πολλά χρήματα, αλλά το ίδιο κοστίζουν και τα λάθη».


Μάθιου Λικ (Matthew Leake)
Ο ρόλος του στο Ινστιτούτο Reuters περιλαμβάνει την προώθηση και υποστήριξη του περιεχομένου των διαφόρων προγραμμάτων μας, συμπεριλαμβανομένων των υποτροφιών μας, των εκπαιδευτικών μαθημάτων ηγεσίας, του δικτύου για το κλίμα και άλλων ευκαιριών μέσω του πλήρους φάσματος των καναλιών μας. Διαβάστε περισσότερα για τον Μάθιου Λικ.