Αναλυση

Ποιος έχει μείνει να καλύψει τον Λίβανο;

Μια χώρα που συνέβαλε καθοριστικά στον τρόπο που καλύπτονται σήμερα οι πόλεμοι αντιμετωπίζεται πλέον ως περιφερειακή υπόθεση. Στον απόηχο των δολοφονιών δημοσιογράφων, οι συνέπειες είναι πια εμφανείς, επηρεάζοντας όχι μόνο τους ανθρώπους των μέσων ενημέρωσης, αλλά και τον τρόπο που αφηγείται κανείς την ιστορία του Λιβάνου.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά από το Columbia Journalism Review στις 31/03/2026. Mεταφράστηκε στα ελληνικά και αναδημοσιεύεται από το iMEdD με την άδειά του. Οποιαδήποτε άδεια αναδημοσίευσης υπόκειται στον αρχικό εκδότη. Διαβάστε το πρωτογενές άρθρο εδώ.

Μετάφραση: Ανατολή Σταυρουλοπούλου
Κεντρική εικόνα: EPA/ATEF SAFADI

Το πρωί της 28ης Μαρτίου, η Φατίμα Φτουνί, δημοσιογράφος στον νότιο Λίβανο, βγήκε στον αέρα του Al Mayadeen, ενός τηλεοπτικού δικτύου με έδρα τη Βηρυτό, σε ζωντανή μετάδοση. Φορώντας κράνος και ένα γιλέκο με την ένδειξη «PRESS», περιέγραφε την παρουσία των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων (IDF) σε τμήματα της πόλης Ταϊμπέχ, καθώς και τα αντίποινα της Χεζμπολάχ, της σιιτικής πολιτικής οργάνωσης και ένοπλης ομάδας την οποία στηρίζει το Al Mayadeen. Λίγες ώρες αργότερα, η Φτουνί, ο αδελφός της Μοχάμαντ, που ήταν εικονολήπτης, και ο Άλι Σοέιμπ, ανταποκριτής του Al-Manar, μέσου που πρόσκειται στη Χεζμπολάχ, κινούνταν με αυτοκίνητο που έφερε την ένδειξη «PRESS» κοντά στην περιοχή Τζεζίν, όταν ισραηλινό drone εκτόξευσε εναντίον τους τέσσερις κατευθυνόμενους πυραύλους ακριβείας, σκοτώνοντας και τους τρεις.

Λίγο αργότερα, το Ισραήλ ανέλαβε την ευθύνη με ανακοίνωσή του, κατηγορώντας – χωρίς να παρουσιάσει στοιχεία– τον Σοέιμπ για συνεργασία με τη Χεζμπολάχ, ενώ δεν έκανε καμία αναφορά στα αδέλφια Φτουνί. «Οι δημοσιογράφοι δεν μπορούν να θεωρούνται νόμιμοι στόχοι, όποιο κι αν είναι το μέσο για το οποίο εργάζονται», δήλωσε η Σάρα Κουντά, Περιφερειακή Διευθύντρια της Επιτροπής για την Προστασία των Δημοσιογράφων (Committe to Protect Journalists, CPJ). (Την ίδια ημέρα το Ισραήλ σκότωσε εννέα διασώστες σε πέντε χωριά.) Παρότι ορισμένα δυτικά μέσα ενημέρωσης κάλυψαν τα γεγονότα τη στιγμή που αυτά εκτυλίσσονταν, η υπόθεση δεν προβλήθηκε όσο θα έπρεπε.

Οι δημοσιογράφοι δεν μπορούν να θεωρούνται νόμιμοι στόχοι, όποιο κι αν είναι το μέσο για το οποίο εργάζονται.

Σάρα Κουντά, Περιφερειακή Διευθύντρια CPJ

Ο Λίβανος και οι άμαχοί του απουσιάζουν από τη διεθνή κάλυψη και αυτό δεν είναι τυχαίο. Τα τελευταία χρόνια το δίκτυο των ανταποκριτών που καλύπτουν τη χώρα έχει συρρικνωθεί. Ειδησεογραφικοί οργανισμοί, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Washington Post, έχουν επιλέξει να κλείσουν τα γραφεία τους στο εξωτερικό, εγκαταλείποντας μια δημοσιογραφική παρουσία και τεχνογνωσία χρόνων που είχαν αναπτύξει εκεί. (Εκπρόσωπος της Post δήλωσε ότι οι απολύσεις εντάσσονταν στα πλαίσια αναδιάρθρωσης που «έχει σχεδιαστεί με στόχο να ενισχύσει τη σταθερότητά μας και να μας βοηθήσει να επικεντρωθούμε ακόμα περισσότερο στη δημοσιογραφία που κάνει την Post να ξεχωρίζει».) Μέσα όπως το Associated Press και οι New York Times, που εξακολουθούν να επενδύουν σε ανταποκριτές στο πεδίο, είναι πλέον λίγα. Για να καλύψουν το κενό σε περιόδους κρίσης, πολλά μέσα στρέφονται πλέον σε ελεύθερους συνεργάτες ή στέλνουν δημοσιογράφους που δεν γνωρίζουν καλά τη γλώσσα, ούτε έχουν σταθερή παρουσία στις τοπικές κοινωνίες. Οι Λιβανέζοι δημοσιογράφοι έχουν πλέον έναν πολύ πιο κρίσιμο ρόλο.

Μετά την επίθεση της Χεζμπολάχ στο Ισραήλ ως απάντηση στη δολοφονία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ανώτατου ηγέτη του Ιράν, οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) απάντησαν με εισβολή στον νότιο Λίβανο, μια εκστρατεία που, σύμφωνα με αναφορές, ήταν ήδη προσχεδιασμένη. Τους μήνες που προηγήθηκαν της κλιμάκωσης με το Ιράν, ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ κατέγραψαν περισσότερες από δέκα χιλιάδες παραβιάσεις της εκεχειρίας που είχε επιτευχθεί με τη διαμεσολάβηση ΗΠΑ και Γαλλίας στον Λίβανο από τις ισραηλινές δυνάμεις. Από την έναρξη του πολέμου στις 2 Μαρτίου οι IDF έχουν εκτοπίσει περισσότερους από ένα εκατομμύριο αμάχους. Σε ολόκληρη τη χώρα τα καταφύγια είναι ασφυκτικά γεμάτα. Περισσότεροι από 1.200 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων 124 παιδιά και 52 εργαζόμενοι στον τομέα της υγείας, έχουν σκοτωθεί από τις ισραηλινές δυνάμεις. Οι αεροπορικές επιδρομές έχουν καταστρέψει γεωργικές εκτάσεις και ελαιώνες που συνδέονται άμεσα με την οικονομία της περιοχής και την ταυτότητά της, ενώ, σύμφωνα με τη Human Rights Watch, το Ισραήλ έχει κάνει χρήση λευκού φωσφόρου στον νότιο Λίβανο, παραβιάζοντας το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Η πρόθεση είναι σαφής: ο Ισραέλ Κατς, υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, έχει δηλώσει ότι οι IDF εφαρμόζουν στον Λίβανο το «μοντέλο» της Γάζας.

Ωστόσο, μέχρι στιγμής, τα δυτικά ειδησεογραφικά μέσα παρουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό τον Λίβανο ως δευτερεύον μέτωπο του πολέμου στο Ιράν. Η κάλυψη των βομβαρδισμών και της επακόλουθης εισβολής έχει περιοριστεί σε live blogs και ενημερώσεις τελευταίας στιγμής· ελάχιστα είναι τα εκτενή ρεπορτάζ για την πολιτική και ανθρωπιστική κρίση στην περιοχή. Η Χεζμπολάχ συχνά παρουσιάζεται ως συνώνυμη με τον Λίβανο, ενώ η «σύγκρουση» συχνά περιγράφεται σαν κάτι που «εξαπλώνεται» πέραν του Ιράν. «Υπάρχει ο πειρασμός της ένταξης των τεκταινόμενων στον Λίβανο σε μια ήδη διαμορφωμένη αφήγηση», δήλωσε ο Μοχάμαντ Μπαζί, καθηγητής δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης και διευθυντής του Κέντρου Σπουδών Μέσης Ανατολής της σχολής. Ο Αφίφ Νεσούλι, Λιβανεζο-αμερικανός ανεξάρτητος δημοσιογράφος που καλύπτει τη Βηρυτό, ανέφερε: «Η απανθρώπιση των Αράβων είναι προφανής».

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στον Λίβανο που ξέσπασε το 1975, η Βηρυτός λειτούργησε ως βασικός κόμβος για την κάλυψη της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Οι ανταποκριτές κινούνταν με σχετική ελευθερία στο ανοιχτό τότε μιντιακό περιβάλλον της πόλης.

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στον Λίβανο, που ξέσπασε το 1975 με φόντο την κλιμάκωση των θρησκευτικών εντάσεων, η Βηρυτός λειτούργησε ως βασικός κόμβος για την κάλυψη της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Οι ανταποκριτές κινούνταν με σχετική ελευθερία στο ανοιχτό τότε μιντιακό περιβάλλον της πόλης και μυήθηκαν στο επάγγελμά τους μέσα στις γειτονιές που έλεγχαν οι ένοπλες πολιτοφυλακές, αποκτώντας εμπειρία στη διέλευση από σημεία ελέγχου και τη συνεργασία με μεταφραστές και τοπικούς συνεργάτες. Το Commodore, ένα πολυτελές ξενοδοχείο στη συνοικία Χάμρα της Βηρυτού το οποίο άνοιξε τη δεκαετία του 1940, λειτουργούσε ως άτυπο αρχηγείο του σώματος των ξένων ανταποκριτών. Στα lounge του ξενοδοχείου σύχναζαν ηγέτες πολιτοφυλακών, διπλωμάτες, πολιτικοί και κατάσκοποι. Η είσοδος φυλάσσονταν από ένοπλους φρουρούς, ενώ οι ανταποκριτές έστελναν τα ρεπορτάζ τους από το λόμπι. Ακόμα και όταν κατέρρευσαν οι επικοινωνίες στην πόλη εν μέσω πολέμου, οι σταθερές γραμμές και οι συσκευές Telex του ξενοδοχείου εξακολουθούσαν να λειτουργούν. Δημοσιογράφοι που περνούσαν από το Commodore έβλεπαν την Coco, έναν παπαγάλο στο μπαρ του ξενοδοχείου που μιμούνταν τον ήχο από τις οβίδες που έπεφταν. Ο Τέρι Άντερσον, επικεφαλής του γραφείου του Associated Press στη Βηρυτό, κάλυπτε τα γεγονότα από το ξενοδοχείο μέχρι και την απαγωγή του από πολιτοφυλακή το 1985, στα χέρια της οποίας παρέμεινε για επτά σχεδόν χρόνια.

Η Βηρυτός παρέμεινε κομβική για την κάλυψη της ευρύτερης περιοχής και κατά τον πόλεμο στο Ιράκ. Ο Άντονι Σαντίντ, εκλιπών ανταποκριτής των New York Times με έδρα τη Βηρυτό, κάλυπτε τα γεγονότα, αξιοποιώντας τις βαθιές γνώσεις που είχε πάνω στην τοπική ιστορία, την πολιτική και την κουλτούρα, καθώς και την άριστη γνώση της αραβικής γλώσσας. Πλάι στον Σαντίντ εργάζονταν ανταποκριτές των οποίων το έργο στηριζόταν στην αφανή εργασία —και συχνά στα ψυχικά τραύματα— τοπικών δημοσιογράφων, βοηθών και μεταφραστών. «Ο Άντονι είχε σπάνιο ταλέντο ως συγγραφέας και δημοσιογράφος, αλλά αυτό που τον ξεχώριζε ήταν η αφοσίωσή του στα θέματα που κάλυπτε. Είχε μεγάλη αξιοπιστία όταν έγραφε για τον Λίβανο, την Αίγυπτο ή το Ιράκ, καθώς είχε μελετήσει χρόνια ολόκληρα – ακόμα και δεκαετίες – αυτές τις χώρες, είχε ζήσει σε αυτές, είχε ακούσει τις φωνές των ανθρώπων τους και τις είχε μοιραστεί με τον κόσμο», δήλωσε ο Καρίμ Φαχίμ, βετεράνος δημοσιογράφος στη Μέση Ανατολή που είχε συνεργαστεί με τον Σαντίντ στους Times. «Πολλά μέσα ενημέρωσης δείχνουν όλο και λιγότερο ενδιαφέρον για αυτού του είδους την αφοσίωση στο ρεπορτάζ».

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, δίκτυα με έδρα τον Κόλπο, άρχισαν να επεκτείνονται. Παρ’ όλα αυτά, η Βηρυτός παρέμεινε κομβική για τη δημοσιογραφική κάλυψη της Μέσης Ανατολής. Το 2015, περισσότεροι από 30 μόνιμοι ξένοι ανταποκριτές είχαν τη βάση τους εκεί.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, δίκτυα με έδρα τον Κόλπο, όπως το Al Jazeera και το Al Arabiya, άρχισαν να επεκτείνονται, με την Ντόχα και το Ντουμπάι να εξελίσσονται σταδιακά σε μιντιακά κέντρα. Παρ’ όλα αυτά, η Βηρυτός παρέμεινε κομβική για τη δημοσιογραφική κάλυψη της Μέσης Ανατολής. Το 2015, στο αποκορύφωμα της εκστρατείας που εξαπέλυσαν οι ΗΠΑ κατά του Ισλαμικού Κράτους και του πολέμου στη Συρία, περισσότεροι από 30 μόνιμοι ξένοι ανταποκριτές είχαν τη βάση τους εκεί, όπως μου είπαν δημοσιογράφοι που έχουν εργαστεί στον Λίβανο.

Οι αλλεπάλληλες κρίσεις στον Λίβανο —η εξέγερση του 2019 κατά του πολιτικού κατεστημένου, η έκρηξη στο λιμάνι και η οικονομική κατάρρευση, αποτέλεσμα χρόνων διαφθοράς και κακοδιαχείρισης—ανάγκασαν πολλούς δημοσιογράφους να αποχωρήσουν. Η Daily Star, μια αγγλόφωνη εφημερίδα που για χρόνια λειτουργούσε ως γέφυρα ανάμεσα στον λιβανέζικο Τύπο και τα διεθνή μέσα, έκλεισε το 2021, θύμα της οικονομικής κατάρρευσης. Τον Ιανουάριο, το Commodore έκλεισε επίσης, καθώς ο τουριστικός και ξενοδοχειακός κλάδος του Λιβάνου δέχτηκε βαρύ πλήγμα λόγω της ύφεσης.

Με το κοινό πλέον να στρέφεται όλο και περισσότερο στο διαδίκτυο και τα διαφημιστικά έσοδα να συρρικνώνονται, το σύστημα που στήριζε την παρουσία ξένων ανταποκριτών σταδιακά κατέρρευσε. Μεταξύ 1998 και 2011 τουλάχιστον είκοσι αμερικανικές εφημερίδες και ειδησεογραφικοί οργανισμοί έκλεισαν τα γραφεία τους στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα να χαθούν εκατοντάδες θέσεις ανταποκριτών. Οι συνέπειες είναι πλέον εμφανείς και στον τρόπο της κάλυψης, ο οποίος, σε ακραίες περιπτώσεις, περιορίζεται σε απλή μεταφορά δηλώσεων, χωρίς έλεγχο ή ανάλυση. Κατά τη διάρκεια του πολέμου το 2024, δημοσιογράφοι από μέσα όπως το BBC και το Fox News κινήθηκαν στον νότιο Λίβανο μαζί με ισραηλινές δυνάμεις, παράγοντας —όπως ανέφερε λιβανέζικη νομική οργάνωση— «σχεδόν πανομοιότυπα αντίγραφα των βίντεο του ισραηλινού στρατού». (Το BBC δεν ανταποκρίθηκε σε αίτημα για σχολιασμό. Εκπρόσωπος του Fox News δήλωσε ότι οι δημοσιογράφοι του «επιδιώκουν να βρίσκονται στο πεδίο μαζί με όλες τις πλευρές —στρατιωτικές και πολιτικές— ώστε να προσφέρουν στο κοινό μια συνολική εικόνα της σύγκρουσης και να θέτουν ερωτήματα σε όσους ασκούν εξουσία, χωρίς εξαιρέσεις».)

Ελεύθεροι συνεργάτες με βάση τη Βηρυτό εξακολουθούν να καλύπτουν τη Συρία, την Παλαιστίνη και την ευρύτερη περιοχή, χωρίς όμως τη σταθερή αμοιβή, την ασφάλιση υγείας, την εκπαίδευση σε θέματα ασφάλειας ή τη στήριξη της συντακτικής ομάδας που έχουν οι μόνιμοι εργαζόμενοι. «Οι εφημερίδες και τα πρακτορεία καρπώνονται τα οφέλη από τη δουλειά τους, αλλά δεν είναι πρόθυμα να αναλάβουν τις υποχρεώσεις που έχουν απέναντί τους», δήλωσε ο Ίαν Γουίλιαμς, πρόεδρος της Ένωσης Ξένων Ανταποκριτών.

Την ίδια στιγμή, οι Λιβανέζοι δημοσιογράφοι συχνά λειτουργούν ως τοπικοί συνεργάτες για ξένα μέσα, παρότι πολλοί παράγουν και ουσιαστικό ρεπορτάζ με την υπογραφή τους, συχνά σε ιδιαίτερα επικίνδυνες συνθήκες. Σύμφωνα με τη CPJ, από τις 7 Οκτωβρίου 2023 το Ισραήλ έχει σκοτώσει τουλάχιστον 11 δημοσιογράφους στον Λίβανο και 210 στη Γάζα, καθιστώντας αυτήν την περίοδο τη φονικότερη που έχει καταγραφεί για εργαζόμενους στα μέσα ενημέρωσης.

Υπάρχει ο πειρασμός της ένταξης των τεκταινόμενων στον Λίβανο σε μια ήδη διαμορφωμένη αφήγηση.

Μοχάμαντ Μπαζί, καθηγητής δημοσιογραφίας, Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης

Παρά τις θυσίες τους, οι τοπικοί δημοσιογράφοι συχνά δέχονται πρόσθετες πιέσεις από τα ίδια τα μέσα που στηρίζονται σε αυτούς. Έρευνα του 2025 της Ένωσης Αράβων και Δημοσιογράφων Μέσης Ανατολής σε δημοσιογράφους αραβικής και αφρικανικής καταγωγής που εργάζονται για δυτικά μέσα έδειξε ότι το 85% θεωρεί ότι ζητείται από αυτούς «μεγαλύτερο επίπεδο ουδετερότητας», ενώ το 75% αναφέρει ότι «οι απαιτήσεις για αντικειμενικότητα δεν εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο για όλους, αλλά εξαρτώνται από την καταγωγή ή την ταυτότητα». Ο Νεσούλι μου είπε ότι οι Λιβανέζοι δημοσιογράφοι συχνά θεωρούνται δεδομένοι: «Όταν καταφθάνουν στελέχη μεγάλων μέσων για λίγες μέρες, τους μετατρέπουν σε φίξερ, τοπικούς συνεργάτες και βοηθούς παραγωγής», είπε. Συχνά, οι ξένοι ανταποκριτές τους ζητούν να κάνουν αδιάκριτες και άστοχες ερωτήσεις σε ανθρώπους που έχουν εκτοπιστεί από τον νότο, καταλήγοντας να τους συνδέουν με τη Χεζμπολάχ. Τα αμερικανικά μέσα δυσκολεύονται να αποδώσουν συνολικά την πολυπλοκότητα της κατάστασης και ο Λίβανος είναι μια μικρή χώρα που απαιτεί μεγάλη ακρίβεια και ευαισθησία» είπε ο Μπαζί.

Οι ξένοι ανταποκριτές, επίσης, «δεν σέβονται πραγματικά τα όρια που θέτουν οι φίξερ», είπε ο Νεσούλι. Για παράδειγμα, όταν ένας ανταποκριτής δεν καταφέρνει να εξασφαλίσει άδεια εισόδου στην Νταχιέ, μια πυκνοκατοικημένη συνοικία της Βηρυτού που έχει μπει στο στόχαστρο του Ισραήλ, μπορεί να πιέσει τον φίξερ να του βρει τρόπο πρόσβασης. Οι ανταποκριτές «κάνουν ό,τι μπορούν», σημείωσε, «αλλά έχουν μεγαλώσει με την αντίληψη ότι η Μέση Ανατολή και οι Άραβες είναι βίαιοι και απολίτιστοι».