Λίγους μήνες πριν από τη συμπλήρωση πέντε ετών από την ανακατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, το iMEdD μίλησε με τρεις γυναίκες που ίδρυσαν και διευθύνουν αφγανικές δημοσιογραφικές ομάδες. Οι αρχισυντάκτριες των Zan Times, Rukhshana Media και Nimrokh Media εξηγούν τις προκλήσεις του δημοσιογραφικού έργου υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν, της αρχισυνταξίας εξ αποστάσεως και του διαρκούς αγώνα για τη λειτουργία των μέσων τους.
Κεντρική εικόνα: Ευγένιος Καλοφωλιάς
Μετάφραση: Ανατολή Σταυρουλοπούλου
Τρεις Σύριοι Δημοσιογράφοι στην Εξορία

Μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024, οι δημοσιογράφοι βρήκαν την ευκαιρία να ξαναχτίσουν έναν ελεύθερο Τύπο, αλλά οι κίνδυνοι παραμένουν.
Μια γυναίκα στέκεται στην κορυφή ενός βουνού σε μια επαρχία του κεντρικού Αφγανιστάν. Το όνομα της περιοχής δεν θα μπορούσε να δημοσιευθεί για λόγους ασφάλειας. Για να ανέβει στην κορυφή χρειάζεται να περπατήσει για περισσότερο από μία ώρα, αλλά είναι αναγκασμένη να το κάνει – συχνά με το μωρό της στην αγκαλιά – καθώς είναι το μόνο σημείο που μπορεί να πιάσει σήμα. Βγάζει έξω το κινητό της και στέλνει ένα βίντεο στη Ζάχρα Τζόγια (Zahra Joya), αρχισυντάκτρια και ιδρύτρια του Rukhshana Media, ζητώντας της να το δημοσιεύσει. Στο βίντεο βρίσκεται μαζί με άλλες γυναίκες από το χωριό της μέσα σε ένα σπίτι όπου γράφουν συνθήματα κατά των Ταλιμπάν, μια μορφή «εσωτερικής» διαμαρτυρίας που οργανώνεται κάθε έναν ή δύο μήνες.
Σε μια χώρα όπου οι γυναίκες συχνά δεν επιτρέπεται καν να βγουν από το σπίτι χωρίς τη συνοδεία ενός «μάχραμ» (άνδρα-κηδεμόνα), οι διαμαρτυρίες σε εσωτερικούς χώρους είναι από τις ελάχιστες μορφές αντίστασης που τους απομένουν. Συχνά, ο μόνος τρόπος να μάθει ο κόσμος για τον αγώνα και την αντίσταση των Αφγανών γυναικών είναι από ανεξάρτητα αφγανικά μέσα ενημέρωσης που καλύπτουν ζητήματα γυναικών, όπως το Rukhshana Media με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, στα οποία φτάνουν πληροφορίες για αυτές τις κινητοποιήσεις. Πώς καταφέρνουν, όμως, αυτά τα μέσα να αφηγούνται τις ιστορίες των Αφγανών γυναικών υπό τέτοιους περιορισμούς;
Η επόμενη γενιά θα μας κρίνει
Μετά την ανακατάληψη της Καμπούλ από τους Ταλιμπάν στις 15 Αυγούστου 2021, η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Αφγανιστάν επιδεινώθηκε ραγδαία, με τον Ύπατο Αρμοστή του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Φόλκερ Τουρκ (Volker Türk) να χαρακτηρίζει τη χώρα ως «νεκροταφείο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Οι γυναίκες και τα κορίτσια στο Αφγανιστάν στερούνται την πρόσβαση στη δευτεροβάθμια και την ανώτατη εκπαίδευση, ενώ τους έχει απαγορευτεί και η εργασία σε μια σειρά από τομείς, από τη δημόσια διοίκηση και τις ΜΚΟ, μέχρι τα ινστιτούτα ομορφιάς. Σύμφωνα με τον νέο ποινικό κώδικα των Ταλιμπάν που τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο 2026, ένας άνδρας που κακοποιεί τη σύζυγό του με χρήση «υπερβολικής βίας» —που ορίζεται ότι μπορεί να περιλαμβάνει κατάγματα, τραύματα ή εμφανείς μώλωπες— μπορεί να τιμωρηθεί με φυλάκιση 15 ημερών. Την ίδια στιγμή, η κακοποίηση ζώων, μέσω, για παράδειγμα, της διοργάνωσης αγώνων μεταξύ ζώων, τιμωρείται με ποινή πέντε μηνών φυλάκισης.
Η πτώση της Καμπούλ βρήκε τη Ζάχρα Νάντερ (Zahra Nader), ιδρύτρια και αρχισυντάκτρια του Zan Times, στον Καναδά. Η Νάντερ , η οποία ξεκίνησε τη δημοσιογραφική της καριέρα στο Αφγανιστάν το 2011 και εντάχθηκε στο γραφείο των New York Times στην Καμπούλ το 2016, μετακόμισε στον Καναδά το 2017 λόγω της αυξημένης επικινδυνότητας στην πόλη εκείνη την περίοδο, όπως λέει στο iMEdD. Τον Αύγουστο του 2021, και ενώ βρισκόταν στο δεύτερο έτος του διδακτορικού της, με αντικείμενο την πολιτική ιστορία των γυναικών στο Αφγανιστάν, είχε αρχίσει να αναρωτιέται αν οι προηγούμενες γενιές Αφγανών γυναικών είχαν κάνει αρκετά την περίοδο της προηγούμενης διακυβέρνησης των Ταλιμπάν, μεταξύ 1996 και 2001.

«Και ξαφνικά βρέθηκα στην ίδια θέση με αυτές τις γυναίκες. Συνειδητοποίησα ότι η επόμενη γενιά θα με κρίνει όπως εγώ έκρινα την προηγούμενη και άρχισα να αναρωτιέμαι πώς μπορώ να διασφαλίσω ότι θα με κρίνει δίκαια», θυμάται η Νάντερ. Έτσι, όταν τον Μάιο του 2022 οι Ταλιμπάν εξέδωσαν διάταγμα που υποχρέωνε τις γυναίκες να καλύπτονται από την κορυφή ως τα νύχια, η Νάντερ πήρε την απόφαση να δημιουργήσει το Zan Times, «για να μεταφέρουμε στον κόσμο όσα συμβαίνουν και να δώσουμε ευκαιρίες σε Αφγανές δημοσιογράφους». Στα φαρσί, «zan» σημαίνει «γυναίκες».
Ρεπορτάζ υπό τους Ταλιμπάν: ψευδώνυμα, προσχήματα για τις μετακινήσεις και επαφές έκτακτης ανάγκης
Μέσα σε τρεις μήνες από την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, το 43% των αφγανικών μέσων ενημέρωσης έκλεισε. Σήμερα, όσα μέσα έχουν απομείνει λειτουργούν υπό καθεστώς αυστηρής λογοκρισίας, καθώς η μετάδοση πολιτικών και οικονομικών εκπομπών έχει απαγορευτεί, ενώ οι δημοσιογράφοι έρχονται συχνά αντιμέτωποι με αυθαίρετες συλλήψεις και βασανιστήρια. Αν και τυπικά ο νόμος στο Αφγανιστάν δεν απαγορεύει στις γυναίκες να εργάζονται ως δημοσιογράφοι, σχεδόν το 80% των Αφγανών γυναικών δημοσιογράφων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη δημοσιογραφία μετά την ανακατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν. Οι γυναικείες φωνές δεν επιτρέπεται να ακούγονται δημοσίως, ενώ η τηλεοπτική μετάδοση «έμβιων όντων» απαγορεύεται, μέτρο που στην πράξη οδηγεί στην απαγόρευση των τηλεοπτικών σταθμών. Η εφαρμογή των νόμων αυτών, ωστόσο, δεν είναι καθολική – σε ορισμένες επαρχίες οι γυναίκες εξακολουθούν να εργάζονται σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, ενώ σε περιοχές όπως η Καμπούλ λειτουργούν ακόμα τηλεοπτικοί σταθμοί, λέει η Νάντερ.
Αν και τυπικά ο νόμος στο Αφγανιστάν δεν απαγορεύει στις γυναίκες να εργάζονται ως δημοσιογράφοι, σχεδόν το 80% των Αφγανών γυναικών δημοσιογράφων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη δημοσιογραφία μετά την ανακατάληψη της εξουσίας από τους Ταλιμπάν.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η ασφάλεια των γυναικών δημοσιογράφων έχει αναδειχθεί σε βασική προτεραιότητα για όλα τα μέσα ενημέρωσης με τα οποία μίλησε το iMEdD. Σύμφωνα με τις οδηγίες ασφάλειας του Rukhshana Media, όλοι οι δημοσιογράφοι του μέσου εντός Αφγανιστάν χρησιμοποιούν ψευδώνυμα και δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, ούτως ώστε, «σε περίπτωση που συλληφθεί κάποιo μέλος της ομάδας, τα υπόλοιπα να παραμείνουν ασφαλή», εξηγεί η Τζόγια. Αν και οι περισσότερες δημοσιογράφοι του Rukhshana είναι γυναίκες, σε ορισμένα μέρη της χώρας όπου οι περιορισμοί για τις γυναίκες είναι υπερβολικά αυστηροί, προσλαμβάνονται και άνδρες δημοσιογράφοι. Η Κανταχάρ, η πόλη όπου έχει τη βάση του ο ανώτατος ηγέτης των Ταλιμπάν, Χιμπατουλάχ Αχουντζάντα (Hibatullah Akhundzada), αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Όλη η δημοσιογραφική ομάδα εντός Αφγανιστάν χρησιμοποιεί ψευδώνυμα και [τα μέλη της] δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, ούτως ώστε, σε περίπτωση που κάποιο μέλος συλληφθεί, τα υπόλοιπα να παραμείνουν ασφαλή.
Ζάχρα Τζόγια, ιδρύτρια και αρχισυντάκτρια του Rukhshana Media

Ψευδώνυμα χρησιμοποιεί και το Zan Times, του οποίου οι δημοσιογράφοι εντός της χώρας έχουν δύο «επαφές έκτακτης ανάγκης» –δύο ανθρώπους από το στενό τους περιβάλλον που γνωρίζουν τη δουλειά τους. «Εάν τους συμβεί κάτι, θέλουμε αυτοί οι άνθρωποι να μπορούν να μας καλέσουν και να μας ενημερώσουν για το τι έχει γίνει», εξηγεί η Νάντερ.
Αν και σε μέρη όπως η Καμπούλ και η Χεράτ οι γυναίκες δημοσιογράφοι μπορούν ακόμη να κινούνται μόνες τους εντός της πόλης, σε άλλες επαρχίες, τις οποίες η Νάντερ δεν μπορεί να κατονομάσει για λόγους ασφάλειας, οι δημοσιογράφοι χρειάζονται τη συνοδεία «μάχραμ», δηλαδή ενός άνδρα-κηδεμόνα. Καθώς συχνά περνούν από σημεία ελέγχου των Ταλιμπάν, πρέπει πάντα να έχουν ετοιμάσει μια «ιστορία-πρόσχημα» – μια δικαιολογία που να εξηγεί γιατί μετακινούνται εκτός σπιτιού.
Καθώς συχνά περνούν από σημεία ελέγχου των Ταλιμπάν, οι γυναίκες δημοσιογράφοι πρέπει πάντα να έχουν ετοιμάσει μια «ιστορία-πρόσχημα» που να εξηγεί γιατί μετακινούνται εκτός σπιτιού.
Για την προστασία των επικοινωνιών τους, η Νάντερ αναφέρει πως η ίδια και οι συνεργάτες της χρησιμοποιούν κρυπτογραφημένες εφαρμογές όπως το Signal και το WhatsApp, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις δημιουργούν νέες διευθύνσεις email με ψευδώνυμα. Ακόμη και η πληρωμή των συνεργατών της εντός του Αφγανιστάν μέσω επίσημων μεθόδων, όπως οι τράπεζες, είναι επικίνδυνη, σημειώνει η Νάντερ, καθώς θα μπορούσε να επιτρέψει στους Ταλιμπάν να τους εντοπίσουν. Για τον λόγο αυτό, το Zan Times χρησιμοποιεί, κάποιες φορές, το σύστημα «hawala», έναν άτυπο τρόπο μεταφοράς χρημάτων που, αν και πιο ασφαλής, συχνά θεωρείται ύποπτος από τους δωρητές, καθώς συνδέεται συχνά με το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, μας εξηγεί η Νάντερ.
Το βάρος της αρχισυνταξίας: Ανάμεσα σε συλλήψεις και παρενοχλήσεις
Η πίεση αυτή έχει επηρεάσει την ψυχική υγεία της Νάντερ, η οποία αρχικά υπέφερε από κρίσεις πανικού και αϋπνία. Όπως λέει, αυτό που τη βοηθά είναι να συζητά ανοιχτά με τους συνεργάτες της στο πεδίο για τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν και για τα όρια της προστασίας που μπορεί να τους παρέχει το Zan Times.
Παρά τις προσπάθειές της, ωστόσο, κάποια πράγματα δεν είναι στο χέρι της. Στις 21 Απριλίου, τρεις εβδομάδες αφότου μιλήσαμε για πρώτη φορά μαζί της, η Νάντερ ξύπνησε στις τέσσερις τα ξημερώματα και βρήκε το τηλέφωνό της γεμάτο μηνύματα από την επικεφαλής της συντακτικής ομάδας του Zan Times, Χαντίτζα Χάινταρι (Khadija Haidary), η οποία τότε ακόμη ζούσε στο Πακιστάν, ως εξόριστη δημοσιογράφος. Η Χάινταρι είχε συλληφθεί με τον σύζυγο και τον γιο της μετά από έφοδο της αστυνομίας στον χώρο όπου διέμεναν και, όπως λέει η Νάντερ στο iMEdD, μεταφέρθηκαν σε κέντρο κράτησης ατόμων προς απέλαση.
Η σύλληψή της εντάσσεται σε μια ευρύτερη επιχείρηση καταστολής Αφγανών προσφύγων από τις πακιστανικές Aρχές, η οποία έχει κλιμακωθεί μετά τις πρόσφατες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες, εξηγεί η Νάντερ. Οι Αφγανοί δημοσιογράφοι έχουν βρεθεί εν μέσω «διασταυρούμενων πυρών», με τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα (Reporters Without Borders, RSF) να αναφέρουν ότι εννέα δημοσιογράφοι έχουν ήδη υποχρεωθεί να επιστρέψουν στη χώρα από τις αρχές του έτους. Ο μεγαλύτερος φόβος της Νάντερ ήταν ότι οι πακιστανικές Aρχές θα εξανάγκαζαν και τη συνεργάτιδά της να επιστρέψει στο Αφγανιστάν, τη χώρα από την οποία είχε διαφύγει το 2024 για να γλιτώσει από τους κινδύνους που αντιμετώπιζε ως γυναίκα, μαχητική δημοσιογράφος υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν. Σημειωτέον ότι η Χάινταρι συνελήφθη μία ημέρα μετά την τρίτη προσπάθειά της για φέτος να φύγει από το Πακιστάν, έχοντας γίνει δεκτή από τρίτη χώρα που χορηγεί βίζες σε Αφγανούς.
Η Νάντερ, η οποία βρισκόταν για πρώτη φορά αντιμέτωπη με μια τέτοια κατάσταση, κινητοποιήθηκε άμεσα και αξιοποίησε κάθε διαθέσιμη επαφή, από διεθνείς οργανώσεις υποστήριξης δημοσιογράφων, όπως η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ), οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα και η Free Press Unlimited, μέχρι τον Ειδικό Εισηγητή του ΟΗΕ για το Αφγανιστάν, Ρίτσαρντ Μπένετ (Richard Bennett), προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφαλής απελευθέρωση της Χάινταρι. Οι προσπάθειές τους τελικά απέδωσαν και στις 24 Απριλίου η Χάινταρι κατάφερε να επιβιβαστεί με την οικογένειά της σε πτήση με προορισμό την Τανζανία.
Ταυτόχρονα, οι παρενοχλήσεις αποτελούν επίσης μια διαρκή πρόκληση. Η αρχισυντάκτρια του Rukhshana Media, Τζόγια, η οποία εγκατέλειψε το Αφγανιστάν στα τέλη Αυγούστου του 2021 και πλέον ζει στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχει επανειλημμένα δεχθεί απειλές λόγω της δουλειάς της. Το 2024 δέχτηκε σεξουαλικές απειλές στο διαδίκτυο, ενώ πρόσφατες επιθέσεις που έγιναν εναντίον της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον Μάρτιο του 2026 σχετίζονταν με την καταγωγή της από την εθνοτική ομάδα των Χαζάρα, λέει στο iMEdD.
Γυναίκες στην ερευνητική δημοσιογραφία: αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις

Τρεις καταξιωμένες ερευνήτριες δημοσιογράφοι μιλούν για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σε ανδροκρατούμενους χώρους εργασίας και προσφέρουν πολύτιμες συμβουλές σε επίδοξες νέες δημοσιογράφους.
Ο διαρκής αγώνας για χρηματοδότηση
Η λειτουργία ενός εξόριστου ανεξάρτητου μέσου ενημέρωσης περιλαμβάνει ακόμη μια πρόκληση, όπως γρήγορα συνειδητοποίησε η Νάντερ: Στην αρχή, «πίστευα αφελώς ότι, αν φτιάξεις ένα δημοσιογραφικό μέσο και κάνεις καλή δημοσιογραφία, θα βρεις και τα χρήματα», λέει. Κάτι τέτοιο δεν ήταν εύκολο. Το Zan Times κατάφερε, πάντως, να εξασφαλίσει χρηματοδότηση μέσω οργανισμών όπως η Internews, αλλά αυτό ήταν πολύ πιο εύκολο πριν από τις περικοπές στην USAID το 2025, σημειώνει η Νάντερ. Στις 27 Ιανουαρίου 2025, όπως μας περιγράφει, «χάσαμε τον μισό ετήσιο προϋπολογισμό μας εν μία νυκτί».
Στις 27 Ιανουαρίου 2025 χάσαμε τον μισό ετήσιο προϋπολογισμό μας εν μία νυκτί.
Ζάχρα Νάντερ, αρχισυντάκτρια του Zan Times, σχολιάζοντας τις περικοπές στη USAID
Σε μια προσπάθεια να στηριχθεί μετά τις περικοπές, το Zan Times αποφάσισε να απευθυνθεί στο κοινό για βοήθεια. Μέσω μιας επιτυχημένης καμπάνιας στο GoFundMe συγκέντρωσαν πάνω από 116.000 καναδικά δολάρια. Μετά από 3,5 χρόνια λειτουργίας, «επιβιώσαμε και πλέον τα πηγαίνουμε πολύ καλά», τονίζει η Νάντερ. Το Zan Times έχει, μάλιστα εγκαινιάσει, ένα πρόγραμμα έμμισθων υποτροφιών (fellowship), διάρκειας 10 μηνών, που θα προσφέρει εκπαίδευση και καθοδήγηση σε δώδεκα γυναίκες δημοσιογράφους μέσα στο Αφγανιστάν.
Τις ανησυχίες της Νάντερ για τη χρηματοδότηση συμμερίζεται και η Ζάχρα Τζόγια, αρχισυντάκτρια του Rukhshana Media, η οποία βρέθηκε επίσης αντιμέτωπη με περικοπές φέτος. Για το Rukhshana, το οποίο βασίζεται στη στήριξη από οργανισμούς και δωρεές του κοινού, η εξασφάλιση πόρων είναι πολύ δύσκολη. Η έλλειψη στήριξης από τη διεθνή κοινότητα επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση: «Δεν ενδιαφέρονται πια για τις γυναίκες του Αφγανιστάν», λέει η Τζόγια στο iMEdD. «Οι γυναίκες του Αφγανιστάν παλεύουν για τα δικαιώματά τους, για τις αξίες τους· είναι ένας εξαιρετικά άνισος πόλεμος που έχουν εξαπολύσει οι Ταλιμπάν εναντίον των γυναικών και, δυστυχώς, είμαστε μόνες μας», συνεχίζει.
Για το Nimrokh Media, το οποίο έχει την έδρα του στον Καναδά, η χρηματοδότηση αποτελεί έναν διαρκή αγώνα, λέει η Φάτιμα Ροσανιάν, ιδρύτρια και αρχισυντάκτρια του μέσου. Η Ροσανιάν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Αφγανιστάν μετά την πτώση της Καμπούλ, καταφεύγοντας αρχικά στην Αλβανία, τον Οκτώβριο του 2021, πριν να μετεγκατασταθεί, τελικά, στον Καναδά τον Απρίλιο του 2022. Το Nimrokh, το οποίο ξεκίνησε το 2017 ως έντυπη εβδομαδιαία εφημερίδα, μετατράπηκε σε ψηφιακό μέσο μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία. Έκτοτε, οι οικονομικές δυσκολίες έχουν αναγκάσει το μέσο να διακόψει τη λειτουργία του τέσσερις φορές, με πιο πρόσφατη τον Νοέμβριο του 2025, λέει η Ροσανιάν στο iMEdD.
Παρά την αναστολή της λειτουργίας του Nimrokh, οι Αφγανές γυναίκες δεν έπαψαν να το θεωρούν ένα αξιόπιστο μέσο. Λίγο πριν από την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας στις 8 Μαρτίου 2026, το Nimrokh έλαβε επτά άρθρα από γυναίκες μέσα στο Αφγανιστάν που ήθελαν να μοιραστούν τις ιστορίες τους. Αυτό ήταν που έκανε τη Ροσανιάν να επανεκκινήσει τη λειτουργία του λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 28 Μαρτίου. Παράλληλα, ξεκίνησε πρόσφατα και μια καμπάνια συγκέντρωσης χρημάτων, σε μια προσπάθεια κάλυψης των εξόδων του μέσου και σήμερα το Nimrokh συνεργάζεται με δύο δημοσιογράφους, προσθέτει η Ροσανιάν.

Τα διαχρονικά μοτίβα των διακρίσεων
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι Αφγανές γυναίκες, δημοσιογράφοι και μη, δεν ξεκίνησαν με την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία. Αν και η πρόσβαση των γυναικών στην εκπαίδευση και την εργασία βελτιώθηκε μετά την πτώση των Ταλιμπάν το 2001, η κατάσταση κάθε άλλο παρά ιδανική ήταν. Η Ροσανιάν, η οποία ταξίδεψε σε περισσότερες από 20 επαρχίες του Αφγανιστάν μεταξύ 2010 και 2015, για να ερευνήσει τις συνθήκες ζωής των Αφγανών γυναικών, είδε από κοντά πόσο περιορισμένη ήταν η πρόσβασή τους σε βασική υγειονομική περίθαλψη και εκπαίδευση, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές της χώρας. Περιγράφοντας ένα από τα ταξίδια της, θυμάται πως ο επικεφαλής ενός χωριού είχε αρνηθεί να της μιλήσει λόγω του φύλου της. Χρειάστηκε να μιλήσει ο άνδρας οδηγός της μαζί του, προκειμένου να επιτραπεί στη Ροσανιάν και την ομάδα της να δουλέψει στο χωριό.
Αυτές οι εμπειρίες ήταν που την οδήγησαν να ιδρύσει το Nimrokh Media, πίσω τον Αύγουστο του 2017, οραματιζόμενη έναν χώρο όπου οι γυναίκες θα μπορούν να μοιράζονται τις δικές τους ιστορίες, από την έμμηνο ρύση έως την εγκυμοσύνη, θέματα που για χρόνια θεωρούνταν ταμπού στην αφγανική κοινωνία, όπως εξηγεί. Το «Nimrokh», που σημαίνει «μισό πρόσωπο» στα περσικά, επιλέχθηκε για να αποτυπώσει αυτές τις κρυφές πτυχές της ζωής των Αφγανών γυναικών.
Η δουλειά της, ωστόσο, είχε και ένα τίμημα. Η Ροσανιάν περιγράφει τις αντιδράσεις που ξέσπασαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετά τη δημοσίευση ενός άρθρου που υποστήριζε το δικαίωμα των γυναικών να αποφασίζουν εάν θα αποκτήσουν παιδιά μέσα στον γάμο. Το 2018, μάλιστα, αναγκάστηκε να μεταφέρει τα γραφεία του Nimrokh, αφού δέχθηκε απειλές κατά της ζωής της από έναν άνδρα, ο οποίος θεωρούσε ότι το μέσο στρεφόταν κατά του Ισλάμ, όπως λέει στο iMEdD.
Σύμφωνα με τη Νάντερ, η οποία εργάστηκε ως δημοσιογράφος στο Αφγανιστάν μεταξύ 2011 και 2017, παρότι πολλές γυναίκες απασχολούνταν στα αφγανικά μέσα ενημέρωσης, στην πράξη αυτό συχνά γινόταν για τα προσχήματα, καθώς η προβολή της ισότητας των φύλων βοηθούσε τα μέσα να εξασφαλίζουν χρηματοδότηση, με τη διεθνή βοήθεια να αποτελεί βασική πηγή εσόδων μετά το 2001.
Οι γυναίκες δεν είχαν τη δυνατότητα να καταλάβουν ανώτερες θέσεις στην ιεραρχία των μέσων ενημέρωσης, ενώ τα ταξίδια στο εξωτερικό για συνέδρια ήταν σπάνια, λέει η Τζόγια, προσθέτοντας ότι ο μισθός της ήταν χαμηλότερος από εκείνον των ανδρών συναδέλφων της.
Αντιμέτωπη με αυτές τις διακρίσεις, άλλωστε, ήταν που και η Τζόγια αποφάσισε να ιδρύσει το Rukhshana Media τον Νοέμβριο του 2020, ώστε οι Αφγανές δημοσιογράφοι να μπορούν να αναδείξουν τις δυνατότητές τους και να αφηγηθούν τις ιστορίες των απλών Αφγανών γυναικών, ιστορίες που σε μεγάλο βαθμό αγνοούνταν τόσο από τα τοπικά όσο και από τα διεθνή μέσα. Επέλεξε την ονομασία «Rukhshana» στη μνήμη μίας εξ αυτών των γυναικών: της 19χρονης Ρουχσάνα, η οποία λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου στην επαρχία Γκορ του Αφγανιστάν το 2015, όταν επιχείρησε να το σκάσει με τον σύντροφό της, έχοντας προηγουμένως εξαναγκαστεί να παντρευτεί κάποιον άλλον.
Φωνές που δεν σιωπούν
Ακόμη και μέσα σε ένα τόσο ασφυκτικό περιβάλλον, τα δημοσιογραφικά αυτά μέσα, υπό την ηγεσία γυναικών, συνεχίζουν να φέρνουν στο φως ιστορίες των Αφγανών γυναικών που διαφορετικά θα έμεναν στο σκοτάδι. Από την αύξηση των αυτοκτονιών γυναικών μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, μέχρι τους αναγκαστικούς γάμους και τις φετινές διαδηλώσεις στο Αφγανιστάν την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας, το Zan Times, το Nimrokh και το Rukhshana Media παίζουν καθοριστικό ρόλο στην καταγραφή του αγώνα και της ελπίδας των γυναικών της χώρας. Όπως τονίζει η Ροσανιάν: «Θέλουμε να πούμε ότι είμαστε ζωντανές, είμαστε άνθρωποι, έχουμε όνειρα και αξίζουμε να είμαστε ελεύθερες».
Στην προσπάθειά του να μεταφέρει αυτές τις ιστορίες, το Zan Times έχει συνεργαστεί με διεθνή μέσα, όπως ο Guardian και το Lighthouse Reports. Το Rukhshana Media, που επίσης συνεργάζεται με τον Guardian, ήταν το πρώτο αφγανικό μέσο με επικεφαλής γυναίκα που συνεργάστηκε με διεθνή μέσα. Όπως λέει η Τζόγια στο iMEdD, το Rukhshana βλέπει θετικά τέτοιες συνεργασίες και είναι πρόθυμο να στηρίξει οργανισμούς που θέλουν να καλύψουν το Αφγανιστάν. Η Ροσανιάν τονίζει ότι, για τη διεξαγωγή ρεπορτάζ για το Αφγανιστάν, είναι απαραίτητη η πρόσβαση σε πόρους και δημοσιογράφους εντός της χώρας, καθώς και η βαθιά κατανόηση της αφγανικής κοινωνίας, στοιχεία τα οποία το Nimrokh Media είναι σε θέση να προσφέρει.
Αυτό που συμβαίνει με τις γυναίκες του Αφγανιστάν επηρεάζει τα δικαιώματα των γυναικών παντού στον κόσμο, γιατί θέτει χαμηλά τον πήχη [και δείχνει] τι μπορεί να τους στερηθεί, χωρίς να υπάρξει καμία συνέπεια.
Ζάχρα Νάντερ, αρχισυντάκτρια του Zan Times
Η κάλυψη των θεμάτων που αφορούν τις γυναίκες στο Αφγανιστάν δεν είναι, και δεν θα έπρεπε να είναι, ένα αποκλειστικά αφγανικό ζήτημα. Εντάσσεται σε έναν ευρύτερο, παγκόσμιο αγώνα για τα δικαιώματα των γυναικών. Όπως το θέτει η Νάντερ: «Αυτό που συμβαίνει με τις γυναίκες του Αφγανιστάν επηρεάζει τα δικαιώματα των γυναικών παντού στον κόσμο, γιατί θέτει χαμηλά τον πήχη [και δείχνει] τι μπορεί να τους στερηθεί, χωρίς να υπάρξει καμία συνέπεια».
