Θεματα

Καθώς η Σερβία οδεύει προς τις εκλογές, τα ανεξάρτητα MME αντιμετωπίζουν τις πιο έντονες πιέσεις των τελευταίων δεκαετιών

Δημοσιογράφοι και εκπρόσωποι των μέσων ενημέρωσης περιγράφουν στο Reuters Institute πώς οι αβάσιμες αγωγές, οι διαδικτυακές απειλές και οι σωματικές επιθέσεις έχουν ενταθεί τα τελευταία χρόνια.

Αυτό το θέμα δημοσιεύθηκε αρχικά από το Reuters Institute στις 6/10/2026. Μεταφράστηκε στα ελληνικά από το iMEdD και αναδημοσιεύεται εδώ, κατόπιν άδειας. Οποιαδήποτε άδεια αναδημοσίευσης υπόκειται στην έγκριση του αρχικού εκδότη. Διαβάστε το αρχικό άρθρο εδώ.

Μετάφραση: Εβίτα Λύκου
Κεντρική εικόνα: Φοιτητές μεταφέρουν κουτιά με υπογραφές υπέρ του εκλογικού συνδυασμού «Student List – Students Win» («Φοιτητική Λίστα – Οι Φοιτητές Νικούν»), οι οποίες θα κατατεθούν στην Κρατική Εκλογική Επιτροπή (RIK), στο Βελιγράδι της Σερβίας, 14 Σεπτεμβρίου 2026. Φωτογραφία: EPA/ANDREJ CUKIC.

Την 1η Νοεμβρίου του 2024 κατέρρευσε το στέγαστρο πάνω από την είσοδο του κεντρικού σιδηροδρομικού σταθμού της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της Σερβίας. Δεκαέξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, καθώς τους συνέθλιψε το βάρος της τσιμεντένιας οροφής που έπεσε πάνω τους. Διαμαρτυρίες ξέσπασαν, αρχικά στην πληγείσα πόλη Νόβι Σαντ, στη συνέχεια στο Βελιγράδι, την πρωτεύουσα, και σε ολόκληρη τη χώρα.

Οι διαδηλωτές κατηγορούσαν την κυβέρνηση για αμέλεια, διαφθορά και έλλειψη διαφάνειας. Υπουργοί παραιτήθηκαν. Αφού υποστηρικτές της κυβέρνησης επιτέθηκαν σε διαδηλωτές φοιτητές, παραιτήθηκε και ο πρωθυπουργός Μίλος Βούτσεβιτς (Miloš Vučević). Οι διαμαρτυρίες διαμόρφωσαν ένα μεγάλο φοιτητικό κίνημα που παραμένει ενεργό μέχρι και σήμερα.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου, ο Πρόεδρος Αλεξάνταρ Βούτσιτς (Aleksandar Vučić) ανακοίνωσε την προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών στις 25 Οκτωβρίου. Ο Βούτσιτς, ο οποίος κυβερνά τη Σερβία τα τελευταία 12 χρόνια, αρχικά ως πρωθυπουργός και στη συνέχεια ως πρόεδρος, παραιτήθηκε για να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα για πρωθυπουργός.

Κατά την τελευταία δεκαετία, ο Βούτσιτς και το Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα (SNS) του έχουν υπονομεύσει τα πολιτικά δικαιώματα και τους δημοκρατικούς κανόνες, σύμφωνα με εξωτερικούς παρατηρητές όπως το Freedom House. Αυτή η παλινδρόμηση αφορά και την ελευθερία του Τύπου. Υπό την ηγεσία του Βούτσιτς, η Σερβία έχει υποχωρήσει 45 θέσεις στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (RSF) την τελευταία δεκαετία, από την 59η στην 104η θέση.

Οι δημοσιογράφοι αντιμετώπιζαν ήδη δυσκολίες πριν από την κατάρρευση της οροφής στο Νόβι Σαντ. Ωστόσο, η τραγωδία σηματοδότησε την αρχή μιας αμείλικτης καταστολής, η οποία καταγράφηκε το καλοκαίρι σε μια έκθεση της οργάνωσης Media Freedom Rapid Response (MFRR). Ενόψει των επικείμενων εκλογών, μίλησα με Σέρβους δημοσιογράφους και παρατηρητές των μέσων ενημέρωσης για να μάθω περισσότερα σχετικά με τις απειλές που αντιμετωπίζει ο σερβικός Τύπος και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά.

1. Μια δύσκολη δουλειά γίνεται όλο και δυσκολότερη

«Ο ψηφιακός δημόσιος χώρος της Σερβίας είναι αρκετά ελεύθερος», δήλωσε η Μίλιτσα Σάριτς (Milica Šarić), διευθύντρια του Κέντρου Ερευνητικής Δημοσιογραφίας της Σερβίας (CINS) και πρώην υπότροφος δημοσιογραφίας του Ινστιτούτου Reuters. Είναι εύκολο να βρει κανείς πολλά άρθρα για το έγκλημα και τη διαφθορά σε μέσα ενημέρωσης όπως αυτό που διευθύνει η ίδια. Ωστόσο, πίσω από αυτήν την εικόνα ελευθερίας κρύβονται πολλαπλές πιέσεις προς τους δημοσιογράφους. Αυτές περιλαμβάνουν καθημερινές δυσκολίες, όπως τα υψηλά ενοίκια και το κόστος διαβίωσης, καθώς και ο φόβος αντιποίνων λόγω της εργασίας τους.

Η εξασφάλιση χρηματοδότησης για οργανισμούς όπως το CINS μπορεί να είναι δύσκολη υπόθεση. Ο οργανισμός χρηματοδοτείται από επιχορηγήσεις και ιδιωτικές δωρεές και, όπως πολλοί παρόμοιοι οργανισμοί, επηρεάστηκε από την κατάργηση της χρηματοδότησης από την USAID το 2025.

Άλλοι δωρητές επανεξετάζουν πλέον το πού θα επενδύσουν τα χρήματά τους, όπως εξηγεί η Σάριτς. Σε μια εποχή παγκόσμιων συγκρούσεων, ορισμένα από τα διεθνή κονδύλια που διατίθεντο στο παρελθόν στη δημοσιογραφία ή στην κοινωνία των πολιτών περικόπτονται ή ανακατευθύνονται σε άλλες χώρες ή σε άλλους σκοπούς.

Όσον αφορά τις έρευνες, η Σάριτς και η ομάδα της έχουν αντιμετωπίσει δυσκολίες στην πρόσβαση σε δημόσιες πληροφορίες, ενώ τους αρνούνται συστηματικά συνεντεύξεις με εκπροσώπους κρατικών φορέων, όπως αναφέρει –ένα ζήτημα που επισημάνθηκε, επίσης, από τους RSF στον ετήσιο Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου.

«Η ατμόσφαιρα εδώ στη Σερβία μοιάζει όλο και περισσότερο με εκείνη της εποχής της δολοφονίας του [Σλάβκο] Τσουρούβια», δήλωσε η Ιβάνα Στεβάνοβιτς (Ivana Stevanović), διευθύντρια σύνταξης του Ιδρύματος Σλάβκο Τσουρούβια (SĆF). Η οργάνωσή της φέρει το όνομα ενός Σέρβου δημοσιογράφου, που δολοφονήθηκε το 1999, και έχει ιδρυθεί από τα παιδιά του με σκοπό την υποστήριξη της τοπικής και ερευνητικής δημοσιογραφίας στη Σερβία.

Πριν από τη δολοφονία του, ο Τσουρούβια είχε μπλεξίματα με τη δικαιοσύνη λόγω ενός αμφιλεγόμενου νόμου που εξουσιοδοτούσε τις Αρχές να επιβάλλουν εξοντωτικά πρόστιμα σε δημοσιογράφους βάσει γενικών και αόριστα προσδιορισμένων διατάξεων περί δυσφήμησης. Υπουργός Πληροφοριών εκείνη την εποχή ήταν ο νεαρός τότε Αλεξάνταρ Βούτσιτς , ο οποίος πρόσφατα δήλωσε ότι είχε σφάλλει που επέβαλε τα πρόστιμα.

2. Ένας ασταμάτητος καταιγισμός επιθέσεων

Σήμερα, κυβερνητικοί αξιωματούχοι συχνά στοχοποιούν τα μέσα ενημέρωσης σε δημόσιες δηλώσεις, λέει η Στεβάνοβιτς. Αφού διαπίστωσε την τάση, το ίδρυμά της άρχισε να καταγράφει τον αριθμό των «λεκτικών επιθέσεων» που εξαπέλυσαν 60 υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι εναντίον δημοσιογράφων, καταγράφοντας περιπτώσεις «πίεσης, στιγματισμού, δυσφήμισης, υποτίμησης, αποανθρωποποίησης ή ποινικοποίησης» και καταρτίζοντας κατάλογο με τους χειρότερους παραβάτες. Ο Βούτσιτς ήταν ο πολιτικός με τις περισσότερες καταγεγραμμένες λεκτικές επιθέσεις τον Αύγουστο, ενώ άλλα υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη βρίσκονται, επίσης, στην κορυφή της λίστας.

Στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2025 σχετικά με τη Σερβία, υποψήφια για ένταξη στην ΕΕ, ζητήθηκε από υψηλόβαθμους αξιωματούχους να σταματήσουν τις λεκτικές επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων, μια πρακτική που, σύμφωνα με την έκθεση, έχει «αποτρεπτικό αντίκτυπο στην ελευθερία της έκφρασης».

Η Στεβάνοβιτς δηλώνει ότι δεν είναι μόνο οι ίδιοι οι πολιτικοί που διασύρουν τη φωνή της κριτικής, αλλά και οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες, και οι τηλεοπτικοί σταθμοί.

Το καθεστώς της κρατικής ιδιοκτησίας και η πολιτική επιρροή στα μέσα ενημέρωσης περιορίζουν τη δυνατότητα έκφρασης ανεξάρτητων απόψεων. Όπως επισημαίνει η Σνιέζανα Μιλίβογιεβιτς (Snjezana Milivojevic), συντάκτρια της σερβικής σελίδας Digital News Report, όλα τα εθνικά ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια ανήκουν σε σερβικές εταιρείες που έχουν δεσμούς με τις πολιτικές ελίτ.

Αυτά τα φιλοκυβερνητικά ειδησεογραφικά μέσα συχνά χαρακτηρίζουν τους ανεξάρτητους δημοσιογράφους ως «εχθρούς του κράτους» ή «προδότες», και αυτή η ρητορική επεκτείνεται και σε ιδιώτες, ορισμένοι από τους οποίους απειλούν δημοσιογράφους μέσω αναρτήσεων στα κοινωνικά δίκτυα, τηλεφωνικών κλήσεων και επιστολών προς τις συντακτικές ομάδες, αναφέρει η Στεβάνοβιτς.

Είναι πρωτοφανής ο αριθμός των δημοσιογράφων που δέχθηκαν σωματικές επιθέσεις ενώ κάλυπταν τις διαδηλώσεις που προέκυψαν από την τραγωδία του Νόβι Σαντ. Ορισμένες φορές, οι επιθέσεις εναντίον τους αγνοήθηκαν από τους παρόντες αστυνομικούς, όπως σε μια υπόθεση του 2024 που αφορούσε δύο κάμεραμαν και καταγράφηκε από το δίκτυο SafeJournalists και τον Σύλλογο Ανεξάρτητων Δημοσιογράφων της Σερβίας.

Η διαδικτυακή βία σπάνια περιορίζεται στο διαδίκτυο. Οι δημοσιογράφοι γίνονται όλο και πιο συχνά στόχος επιθέσεων κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, συχνά από άγνωστους άνδρες, ενώ μερικές φορές ακόμη και από την αστυνομία. Η βία αυτή κλιμακώθηκε κατά τη διάρκεια των τοπικών εκλογών της 29ης Μαρτίου, όταν αρκετοί δημοσιογράφοι αντιμετώπισαν εμπόδια στην άσκηση του επαγγέλματός τους και δέχθηκαν σωματικές επιθέσεις, ενώ ορισμένα άτομα προσπάθησαν να κατασχέσουν ή να καταστρέψουν τις συσκευές τους. Δύο δημοσιογράφοι τραυματίστηκαν σοβαρά κοντά στην πόλη Μπορ, μία από τις περιοχές όπου διεξάγονταν οι εκλογές. Ο Λάζαρ Ντίνιτς (Lazar Dinić) και ο Ιβάν Μπιέλιτς (Ivan Bjelić), και οι δύο δημοσιογράφοι του Revolt, ενός νέου έντυπου που επικεντρώνεται στην κάλυψη θεμάτων διαφθοράς και των διαδηλώσεων, χτυπήθηκαν στο κεφάλι από άγνωστα άτομα.

Σε περιόδους έντασης, όπως οι εκλογές ή οι διαδηλώσεις, οι επιθέσεις εναντίον δημοσιογράφων τείνουν να αυξάνονται, δήλωσε η Φιόνα Ο’Μπράιεν (Fiona O’Brien), περιφερειακή διευθύντρια για την Ευρώπη και την Κεντρική Ασία στην Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ). Σε αυτές τις περιπτώσεις, «η πληροφορία αποκτά μεγαλύτερη αξία και ο χώρος της πληροφορίας γίνεται αντικείμενο διαμάχης σε μεγαλύτερο βαθμό», εξήγησε. Η κατάρρευση του στέγαστρου στο Νόβι Σαντ είναι ένα σημαντικό γεγονός.

«Η πτωτική πορεία [της ελευθερίας του Τύπου] επιταχύνθηκε από εκείνη τη στιγμή και μετά. Επομένως, πρόκειται για ένα ορόσημο, αλλά δεν είναι ότι τα πράγματα δεν είχαν ήδη αρχίσει να χειροτερεύουν», δήλωσε η Ο’Μπράιεν.

Παρά την αύξηση της φυσικής βίας ενάντια στους δημοσιογράφους, ελάχιστοι δράστες έχουν λογοδοτήσει, καθώς, σύμφωνα με την έκθεση της MFRR, το 2025 εκδόθηκαν μόνο τρεις καταδικαστικές αποφάσεις για σωματική επίθεση από τις 140 υποθέσεις που αφορούσαν δημοσιογράφους και εργαζόμενους στα μέσα ενημέρωσης.

«Η ατιμωρησία ανοίγει τον δρόμο για περισσότερες επιθέσεις», λέει η Ο’Μπράιεν.

3. Παρακολούθηση, εξάντληση και εξορία

Τα λογισμικά παρακολούθησης (spyware) αποτελούν ακόμη ένα πρόβλημα. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, δύο δημοσιογράφοι του Βαλκανικού Δικτύου Ερευνητικής Δημοσιογραφίας (BIRN) έγιναν στόχος του λογισμικού υποκλοπής Pegasus πέρυσι. Σύμφωνα με το Citizen Lab, φέτος στο στόχαστρο βρέθηκαν επίσης ακόμη 14 μέλη της κοινωνίας των πολιτών, μεταξύ των οποίων και φοιτητές που συμμετείχαν σε διαδηλώσεις, με τουλάχιστον έναν από αυτούς να έχει πέσει θύμα του Pegasus.

Η Άνα Μπρνάμπιτς (Ana Brnabić), Πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης και υπηρεσιακή Πρόεδρος της Σερβίας μετά την παραίτηση του Βούτσιτς, δήλωσε ότι το κράτος δεν είχε καμία γνώση σχετικά με την παρακολούθηση των φοιτητών και αμφισβήτησε την εκδοχή τους. Η κατασκευάστρια εταιρεία του Pegasus, NSO Group, ισχυρίζεται ότι διαθέτει το λογισμικό παρακολούθησης μόνο σε κυβερνήσεις με σκοπό τον εντοπισμό εγκληματιών και τρομοκρατών.

«Η όλη ατμόσφαιρα είναι εντελώς εχθρική. Η πολιτική εξουσία στη Σερβία έχει κηρύξει πόλεμο κατά της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας», δήλωσε η Στεβάνοβιτς του Ιδρύματος Σλάβκο Τσουρούβια.

Η Σάριτς από το Κέντρο Ερευνητικής Δημοσιογραφίας της Σερβίας η κατάσταση δεν έχει προηγούμενο: «Φέτος παρατηρώ κάτι που δεν έχω ξαναδεί, και αυτό είναι η πλήρης εξάντληση των δημοσιογράφων μας, των συντακτών μας και των ανθρώπων που διευθύνουν τα μέσα ενημέρωσης» λέει. «Αρκετοί ανεξάρτητοι δημοσιογραφικοί οργανισμοί δυσκολεύονται να διατηρήσουν το προσωπικό τους», ανέφερε. Μερικοί από τους δικούς της συναδέλφους εγκαταλείπουν το επάγγελμα.

«Στον χώρο των μέσων ενημέρωσης φοβόμαστε πολύ ότι βρισκόμαστε στα πρόθυρα ενός σοβαρότερου συμβάντος, όπως η δολοφονία ή ο σοβαρός τραυματισμός ενός δημοσιογράφου», δήλωσε η Στεβάνοβιτς.

Έξι Σέρβοι δημοσιογράφοι βρίσκονται αυτήν τη στιγμή εξόριστοι για λόγους που σχετίζονται με το επάγγελμά τους. Τέσσερις από αυτούς έφυγαν από τη χώρα φέτος. Στα τέλη Ιουνίου, ο ανεξάρτητος δημοσιογράφος και στρατιωτικός αναλυτής Αλεξάνταρ Ράντιτς (Aleksandar Radić) εγκατέλειψε τη Σερβία. Ήταν ένας από τους πρώτους που ανέφεραν την πιθανότητα να έχει χρησιμοποιηθεί ηχητικό όπλο εναντίον των αντικυβερνητικών διαδηλωτών το 2025. Σύμφωνα με τους RSF, έκτοτε είχε τεθεί υπό έρευνα και παρακολούθηση.

4. Ένας δημοσιογράφος που έχει γίνει στόχος μιλάει ανοιχτά

Ο Ντίνκο Γκρουχόνιτς (Dinko Gruhonjić) είναι διευθυντής προγράμματος της Ένωσης Ανεξάρτητων Δημοσιογράφων της Βοϊβοντίνα και αναπληρωτής καθηγητής δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο του Νόβι Σαντ. Τον Μάρτιο του 2024, ένα επεξεργασμένο βίντεο με τον ίδιο έγινε viral. Το βίντεο, το οποίο περιείχε πλάνα από την εμφάνισή του σε ένα φεστιβάλ για τα ανθρώπινα δικαιώματα που πραγματοποιήθηκε το 2023 στην Κροατία, έδινε την παραπλανητική εντύπωση ότι ο δημοσιογράφος εξέφρασε ικανοποίηση για το γεγονός ότι έχει το ίδιο όνομα με τον Ντίνκο Σάκιτς (Dinko Šakić), έναν Κροάτη εγκληματία πολέμου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ο Γκρουχόνιτς αρνείται κατηγορηματικά ότι εννοούσε κάτι τέτοιο. Οι ελεγκτές γεγονότων του Γαλλικού Πρακτορείου (AFP) διαπίστωσαν ότι τα αποσπάσματα παρουσιάστηκαν εκτός πλαισίου και ότι το πλήρες βίντεο τον έδειχνε να κάνει ένα αστείο σχετικά με τις προσβολές που ήδη δεχόταν. Ο Γκρουχόνιτς είχε κάνει ένα παρόμοιο αστείο σε μια τηλεοπτική εκπομπή που προβλήθηκε στις αρχές του 2024 και είπε ότι τότε κανείς δεν του έδωσε σημασία.

Ως άτομο που αυτοπροσδιορίζεται ως αντιφασίστας και ως επικριτής του σερβικού εθνικισμού, ο Γκρουχόνιτς δέχεται απειλές εδώ και χρόνια. Στα κείμενά του, έχει συχνά υποστηρίξει ότι η Σερβία πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για τα εγκλήματα πολέμου που διαπράχθηκαν στο όνομά της. Σκοπός του βίντεο, είπε, ήταν «να καταστρέψει εντελώς την επαγγελματική μου ακεραιότητα».

Από τότε, ο Γκρουχόνιτς έχει αποτελέσει αντικείμενο τηλεοπτικών εκπομπών που υποστηρίζουν την κυβέρνηση, έχει καταδικαστεί δημοσίως από πολιτικούς και έχει κατηγορηθεί από φιλοκυβερνητικές εφημερίδες ότι «καθοδηγούσε κρυφά» τις φοιτητικές διαμαρτυρίες που ακολούθησαν την κατάρρευση στο Νόβι Σαντ. Τον Απρίλιο, ο υπουργός Πολιτισμού Νίκολα Σελάκοβιτς (Nikola Selaković) δήλωσε στο Κοινοβούλιο ότι ο Γκρουχόνιτς «γεννήθηκε για να παρακινήσει κάποιον να τον βλάψει».

Η απειλή της βίας έχει ως αποτέλεσμα ο Γκρουχόνιτς και η οικογένειά του να μην αισθάνονται πλέον ασφαλείς στην ίδια τους την πόλη. «Όταν είσαι στον δρόμο, πρέπει να είσαι προσεκτικός, γιατί ποτέ δεν ξέρεις ποιος πλησιάζει. Πρέπει να φυλάς τα νώτα σου», είπε.

Ο Γκρουχόνιτς συνέκρινε την κατάστασή του με ποινή φυλάκισης και με τα μέτρα εγκλεισμού κατά τη διάρκεια της πανδημίας της COVID-19. «Εάν θέλεις να βγεις έξω», μου είπε, «πρέπει να σχεδιάσεις πού, πώς, με ποιον. Και αν βγαίνεις τα βράδια, πρέπει να βγαίνεις με τους άντρες φίλους σου».

Η οικογένειά του έχει, επίσης, δεχτεί απειλές. Τον Ιούνιο, το αυτοκίνητο του γιου του Γκρουχόνιτς υπέστη σοβαρές ζημιές λόγω βανδαλισμού.

Ο Γκρουχόνιτς δήλωσε ότι εργάζεται ως επαγγελματίας δημοσιογράφος εδώ και σχεδόν 30 χρόνια. Εκτός από τη δουλειά του στο πανεπιστήμιο και στον συνδικαλιστικό φορέα των δημοσιογράφων, είναι ο επικεφαλής ανταποκριτής για τη βόρεια επαρχία της Βοϊβοντίνα σε ένα περιφερειακό πρακτορείο ειδήσεων και αρχισυντάκτης της ερευνητικής ιστοσελίδας VOICE, με έδρα το Νόβι Σαντ.

Ο Γκρουχόνιτς πιστεύει ότι έχει γίνει στόχος λόγω της ενασχόλησής του με τη δημοσιογραφία, την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και τις ΜΚΟ, ενώ παράλληλα δεν διαθέτει την υποστήριξη ενός πολιτικού κόμματος ή ενός κοινωνικού κινήματος που θα μπορούσε να τον προστατεύσει.

5. Ρεπορτάζ για τις SLAPP με σκοπό την καταπολέμησή τους

Η νομική παρενόχληση έχει γίνει ο κανόνας για πολλά ερευνητικά μέσα ενημέρωσης. Μία από αυτές είναι το Σερβικό Δίκτυο Δημοσιογραφίας για το Έγκλημα και τη Διαφθορά (KRIK), ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που ιδρύθηκε το 2015.

«Από την πρώτη κιόλας ημέρα, αντιμετωπίζουμε διάφορα είδη πιέσεων. Ωστόσο, τα τελευταία πέντε χρόνια, η πιο επιτακτική και πιο επιζήμια προέρχεται από τις υποθέσεις SLAPP», δήλωσε ο Μπογιάν Έλεκ (Bojan Elek), υπεύθυνος έργου του KRIK.

Το SLAPP είναι ένα ακρωνύμιο, που σημαίνει «Στρατηγική Αγωγή κατά της Συμμετοχής του Κοινού», και αναφέρεται σε νομικές ενέργειες, συχνά εναντίον δημοσιογράφων ή μέσων ενημέρωσης, με στόχο τον εκφοβισμό ή την αποτροπή τους από τη διεξαγωγή δημοσιογραφικής έρευνας προς το δημόσιο συμφέρον. Οι αγωγές SLAPP είναι συχνά αγωγές δυσφήμησης, αλλά ενδέχεται να λάβουν και άλλες μορφές. Στη Σερβία, για παράδειγμα, η προσβολή αποτελεί ποινικό αδίκημα.

«Αρχίσαμε να δεχόμαστε αγωγές ουσιαστικά για κάθε ερευνητικό ρεπορτάζ που δημοσιεύαμε», λέει ο Έλεκ.

Σύμφωνα με τον Έλεκ και την έκθεση του MFRR, το KRIK βρίσκεται αντιμέτωπο επί του παρόντος με 13 δικαστικές υποθέσεις που χαρακτηρίζει ως SLAPP.

Αυτές οι συνεχιζόμενες διαδικασίες είναι αποθαρρυντικές και χρονοβόρες. «Σπαταλάμε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μας απλώς για να παρουσιαζόμαστε στα δικαστήρια», λέει ο Έλεκ. Αυτό αποτελεί, επίσης, σημαντικό οικονομικό ρίσκο για το KRIK, το οποίο χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από δωρεές και επιχορηγήσεις. Ο οργανισμός δεν διαθέτει προϋπολογισμό για την καταβολή πιθανών προστίμων.

Αυτές οι περιστάσεις οδήγησαν το KRIK να υπερασπιστεί δημόσια το έργο του. Το μέσο προσχώρησε αρχικά στο Reporters Shield, έναν οργανισμό που δημιουργήθηκε από δημοσιογράφους του Προγράμματος Αναφοράς Οργανωμένου Εγκλήματος και Διαφθοράς (OCCRP), ενός δικτύου ερευνητικής δημοσιογραφίας, που παρέχει νομική βοήθεια και ένα κοινό ταμείο αλληλοϋποστήριξης για τη χρηματοδότηση των δικαστικών εξόδων των μελών που εμπλέκονται σε δικαστικές διαμάχες.

Στη συνέχεια, το KRIK προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, ενώνοντας τις δυνάμεις του με άλλα μέσα ενημέρωσης που συχνά αποτελούν στόχο SLAPP, προκειμένου να παρίστανται αμοιβαία στις δικαστικές ακροάσεις του καθενός. Αρχικά συνεργάστηκαν με το σερβικό BIRN και το Ίδρυμα Σλάβκο Τσουρούβια.

«Η αρχική ιδέα ήταν απλώς να δείξουμε αλληλεγγύη», είπε ο Έλεκ, με την παρουσία τους στη δικαστική αίθουσα μαζί με τους συναδέλφους τους που είχαν μηνυθεί. «Ύστερα, επειδή υπήρχαν πολλοί δημοσιογράφοι στην αίθουσα του δικαστηρίου, αρχίσαμε να κάνουμε ρεπορτάζ και από αυτές τις αίθουσες».

Τα άρθρα τους άρχισαν να αναπαράγονται από άλλα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και συνειδητοποίησαν ότι είχαν την ευκαιρία να διευρύνουν το δίκτυό τους, όπως λέει ο Έλεκ. Η πρωτοβουλία αυτή έγινε γνωστή ως Δίκτυο 33, από τον συνολικό αριθμό των ενεργών SLAPP που αντιμετώπιζαν οι ιδρυτικές οργανώσεις τη στιγμή που άρχισαν να συναντιούνται το καλοκαίρι του 2024. Προς τα τέλη του 2025, η ομάδα έλαβε μια γενναιόδωρη τριετή επιχορήγηση από την ΕΕ, την οποία χρησιμοποιεί για να εντείνει τις προσπάθειές της.

Η προσέγγιση της αλληλεγγύης και της δημοσιότητας του Δικτύου 33 φαίνεται να αποδίδει. Το KRIK δεν έχει γίνει ακόμη αντικείμενο αγωγής φέτος, δήλωσε ο Έλεκ.

Η δημοσιοποίηση αυτών των υποθέσεων συμβάλλει στη διαφύλαξη της φήμης των δημοσιογράφων και στην εξάλειψη της ευρέως διαδεδομένης αντίληψης ότι, εάν κάποιοι άνθρωποι κλητεύονται στο δικαστήριο, πρέπει να έχουν πράξει κάτι κακό, εξήγησε. «Υπάρχουν και άλλοι τρόποι για την αντιμετώπιση των SLAPP, όπως η νομική συνδρομή ή η προώθηση πολιτικών. «Σκεφτήκαμε όμως “Ας κάνουμε δημοσιογραφική δουλειά για να βοηθήσουμε άλλους δημοσιογράφους”», είπε ο Έλεκ.

6. Μελλοντικές προοπτικές

«Από την αποστολή για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης στο Βελιγράδι, η οποία αποτέλεσε τη βάση για την έκθεση του MFRR, η κατάσταση όσον αφορά την ελευθερία του Τύπου δεν έχει βελτιωθεί», δήλωσε η Ο’Μπράιεν από τη CPJ, η οποία φοβάται ότι ενδέχεται, μάλιστα, να επιδεινωθεί εν όψει των φετινών βουλευτικών εκλογών.

«Ο πραγματικός φόβος είναι ότι η κατάσταση θα κλιμακωθεί σημαντικά και θα δούμε πραγματική πίεση και σωματική βία εναντίον δημοσιογράφων», λέει η Ο’Μπράιεν.

Αν και οι σερβικές αρχές απάντησαν σε ορισμένες από τις επισημάνσεις που περιλαμβάνονται στην έκθεση, η Ο’Μπράιεν δήλωσε ότι δεν θα χαρακτήριζε την απόκριση ως εποικοδομητική ή ως πραγματική αντιμετώπιση των ζητημάτων που θίγονται στην έκθεση.

Μία από τις καταγγελίες αφορούσε «σχόλια τα οποία υπονομεύουν την αξιοπιστία και περιέχουν απειλές» που διατύπωσαν πολιτικοί στη Βουλή, μεταξύ των οποίων και οι δηλώσεις του υπουργού Πολιτισμού ότι ο Γκρουχόνιτς «γεννήθηκε για να παρακινήσει κάποιον να τον βλάψει». Η επίσημη απάντηση ήταν σύντομη και τυπική, αναφέροντας ότι η δυσφήμιση και η συκοφαντία δεν αποτελούν ποινικά αδικήματα στη Σερβία –αν και η συκοφαντία μπορεί να αποτελέσει βάση για αστική αγωγή– και ότι η καταγγελία για προσβολή πρέπει να υποβληθεί από το φερόμενο ως θύμα. Για τις άλλες προειδοποιήσεις, η απάντηση ανέφερε απλώς ότι είχαν κινηθεί διαδικασίες. Ορισμένες αγνοήθηκαν, ενώ για άλλες, βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασία διαπίστωσης των γεγονότων και έρευνα.

Για το παρόν άρθρο ζητήθηκε η άποψη της σερβικής κυβέρνησης, του Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος του Βούτσιτς και του Υπουργείου Πολιτισμού. Δεν λάβαμε καμία απάντηση πριν από τη δημοσίευση. Το άρθρο θα ενημερωθεί εάν απαντήσουν.

Η Ο’Μπράιεν τόνισε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να ασκήσει πίεση για να βελτιωθεί η κατάσταση των Σέρβων δημοσιογράφων, καθώς η Σερβία είναι χώρα υποψήφια για ένταξη.

«Δεν μπορούμε να δεχτούμε την ιδέα ενός κράτους μέλους της ΕΕ στο οποίο συμβαίνουν καθημερινά πράγματα όπως αυτά που βιώνουν οι δημοσιογράφοι στη Σερβία», είπε.

Για τον Γκρουχόνιτς, «η πιο σημαντική υποστήριξη» προήλθε από τους συναδέλφους του δημοσιογράφους. Επίσης, έλαβε βοήθεια από οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ελευθερία του Τύπου, ενώ τόνισε τη σημασία της ψυχολογικής υποστήριξης. «Η έλλειψη αποτελεσματικής θεσμικής προστασίας στη Σερβία καθιστά αυτήν τη διεθνή αλληλεγγύη ιδιαίτερα σημαντική», είπε.

Όταν μιλάει στους φοιτητές δημοσιογραφίας, ο Γκρουχόνιτς τονίζει τη σημασία της ψηφιακής ασφάλειας, της προστασίας των πηγών, καθώς και των νομικών και ηθικών ζητημάτων. «Τα επαγγελματικά κριτήρια δεν είναι απλώς τεχνικές δεξιότητες», είπε. «Σε περιβάλλοντα όπως η Σερβία, αποτελούν μια μορφή δημοκρατικής αντίστασης».

Όταν ρωτήθηκε για την πιθανή αντίθεση μεταξύ της τήρησης των κριτηρίων αντικειμενικότητας και της άμυνας απέναντι στις πολιτικές επιθέσεις, ο Γκρουχόνιτς κάνει διάκριση μεταξύ της δημοσιογραφικής κάλυψης και της αρθρογραφίας. Όσον αφορά τις ειδήσεις, λέει ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικοί. «Όταν γράφουμε μια στήλη, εμείς ως δημοσιογράφοι έχουμε κάθε δικαίωμα να εκφράζουμε τη γνώμη μας και τις σκέψεις μας για κοινωνικά θέματα», είπε.

Για τη Σάριτς, η τήρηση αυστηρών κριτηρίων αντικειμενικότητας είναι δύσκολη, αλλά απαραίτητη. Η ίδια αυτοπροσδιορίζεται ως δημοσιογράφος της «παλιάς σχολής», η οποία πιστεύει ότι η επαγγελματική δημοσιογραφία πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο αμερόληπτη.

Αναφέρει ότι αυτό που ερμηνεύεται ως έλλειψη πάθους στη δημοσιογραφική κάλυψη του μέσου της έχει οδηγήσει ακόμη και ορισμένους άλλους ανεξάρτητους δημοσιογράφους να υποθέσουν λανθασμένα ότι συνεργάζεται με την κυβέρνηση.

«Είναι πολύ δύσκολο να μην παίρνεις θέση. Όλος ο λαός είναι είτε υπέρ είτε κατά της κυβέρνησης, και τίποτα άλλο δεν έχει σημασία», λέει η Σάριτς. «Ωστόσο, ούτε ο ειδησεογραφικός μου οργανισμός ούτε εγώ μπορούμε να ακολουθήσουμε αυτήν την πορεία. «Είναι μια λεπτή γραμμή και αν την περάσεις, δεν μπορείς ποτέ να γυρίσεις πίσω».