Θεματα

Από εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης έως τη σύλληψη του πρίγκιπα Άντριου: πώς οι δημοσιογράφοι ερευνούν τα αρχεία Έπστιν

Συντάκτες από το BBC, τους New York Times, τον Guardian, τη Miami Herald και το Bellingcat μιλούν στο Reuters Institute για τα εργαλεία, τις κοινότητες και τις στρατηγικές που τους βοηθούν να καλύψουν την υπόθεση.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά από το Reuters Institute for the Study of Journalism στις 19/2/2026. Μεταφράστηκε από το iMEdD και αναδημοσιεύεται εδώ με την άδειά του. Οποιαδήποτε άδεια αναδημοσίευσης υπόκειται στον αρχικό εκδότη. Διαβάστε τον αρχικό άρθρο εδώ.

Κεντρική εικόνα: Shutterstock
Μετάφραση: Ανατολή Σταυρουλοπούλου

Περισσότερα από 3,5 εκατομμύρια έγγραφα, 180.000 εικόνες και 2.000 βίντεο. Τα αρχεία Έπστιν, τα οποία δόθηκαν στη δημοσιότητα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ τμηματικά, είναι γεμάτα αποκαλύψεις. Aυτή η τεράστια συλλογή εγγράφων έριξε φως στο περιβάλλον ενός ισχυρού, καλά δικτυωμένου καταδικασμένου παιδόφιλου.

Η δημοσιοποίηση έδωσε στους δημοσιογράφους την ευκαιρία να εξετάσουν λεπτομερώς το υλικό και να «χαρτογραφήσουν» ένα εκτεταμένο δίκτυο επιρροής, με ρίζες στην πολιτική, την ακαδημαϊκή κοινότητα, τον επιχειρηματικό κόσμο και τους βασιλικούς κύκλους.

Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει ρεπορτάζ για τις διασυνδέσεις του Έπστιν με ισχυρά πρόσωπα όπως ο Πίτερ Μάντελσον (Peter Mandelson), ο Νόαμ Τσόμσκι (Noam Chomsky), ο Στιβ Μπάνον (Steve Bannon), ο Σουλτάν Άχμεντ μπιν Σουλάγεμ (Sultan Ahmed bin Sulayem) και πολλοί ακόμη. Ωστόσο, αυτές οι αποκαλύψεις αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Με τις δημοσιογραφικές ομάδες να «χτενίζουν» αδιάκοπα το αρχείο, είναι θέμα χρόνου να έρθουν στο φως νέα στοιχεία.

Πώς, όμως, εντοπίζουν οι δημοσιογράφοι μοτίβα ισχύος και επαφών μέσα σε έναν τόσο τεράστιο όγκο δεδομένων; Τι ακριβώς αναζητούν; Και με ποιους τρόπους το κάνουν;

Για να απαντήσω σε αυτά τα ερωτήματα, μίλησα με πέντε μέλη και επικεφαλής συντακτικών ομάδων από το BBC, τους New York Times, τον Guardian, τη Miami Herald και το Bellingcat, οι οποίοι συντονίζουν την κάλυψη των αρχείων Έπστιν σε διαφορετικά δημοσιογραφικά πεδία.

1. Πώς να ψάξεις μέσα σε τρία εκατομμύρια αρχεία

Ένα από τα βασικά κριτήρια διαφάνειας για τη δημοσιοποίηση των αρχείων από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ ήταν να είναι προσβάσιμα στο κοινό και να μπορεί κανείς να πραγματοποιεί αναζητήσεις σε βασικό επίπεδο. Παρόλο, όμως, που η πλατφόρμα πληροί αυτό το κριτήριο, δεν είναι φτιαγμένη για τις ανάγκες ερευνητών δημοσιογράφων.

Οι συντάκτες με τους οποίους μίλησα συμφώνησαν ότι η λειτουργία αναζήτησης στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν είναι καθόλου φιλική προς τον χρήστη και μερικές φορές είναι σχεδόν ακατανόητη.

Για να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα, οι συντακτικές ομάδες άρχισαν να χρησιμοποιούν δική τους τεχνολογία, μερικές φορές με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να εξετάζουν τα αρχεία πιο αποτελεσματικά. Στο BBC, ο Ράβιν Σάμπατ (Ravin Sampat), Διευθυντής Ειδήσεων του BBC για το Ηνωμένο Βασίλειο, εξήγησε ότι η ομάδα του εξήγαγε τα δημοσιοποιημένα έγγραφα σε δική τους βάση δεδομένων και δημιούργησε ένα προσαρμοσμένο σύστημα αναζήτησης, καθώς η επίσημη πλατφόρμα ήταν εξαιρετικά δύσχρηστη.

«Το ζητούμενο είναι να αναζητάς τους σωστούς όρους και να ψάχνεις έξυπνα. Δεν μπορείς να βασιστείς σε αναζήτηση Boolean εδώ, δεν υπάρχει. Πρέπει να χρησιμοποιείς λέξεις-κλειδιά με στρατηγικό τρόπο. Έχουμε βρει πράγματα ακολουθώντας πιο αντισυμβατικές μεθόδους», είπε ο Σάμπατ. Για παράδειγμα, αντί να ψάχνουν για γενικούς όρους, όπως «επένδυση», όταν ερευνούν επιχειρηματίες, αναζητούν όρους που χρησιμοποιούνται πιο σπάνια, ώστε να περιοριστεί το εύρος των αποτελεσμάτων. «Αυτή είναι η προσέγγισή μας, ουσιαστικά».

2. Ψάχνοντας μέσα σε «μια τεράστια σκοτεινή σπηλιά»

Ο Σίρσο Ντάσγκουπτα (Shirsho Dasgupta), δημοσιογράφος δεδομένων στη Miami Herald, μου εξήγησε ότι πλέον κατεβάζουν κάθε έγγραφο και το ανεβάζουν σε δύο βασικά εργαλεία: το Pinpoint της Google, το οποίο αναγνωρίζει με ακρίβεια κείμενο σε έγγραφα και εικόνες, κάνει μεταγραφή και επιτρέπει αναζητήσεις με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, και το Everlaw, μια πλατφόρμα για την οργάνωση και ανάλυση νομικών εγγράφων.

Η δημοσιογράφος της Miami Herald, Τζούλι Μπράουν (Julie K. Brown), είναι αυτή που αποκάλυψε την υπόθεση Έπστιν το 2018 και έκτοτε υποδεικνύει στη συντακτική ομάδα τα σημεία που χρήζουν προσοχής.

«Γνωρίζει σε βάθος το θέμα και ξέρει ακριβώς ποιες πτυχές να φωτίσει για να βρει αυτό που την ενδιαφέρει», λέει ο Ντάσγκουπτα. «Όλοι εμείς οι υπόλοιποι που δεν γνωρίζουμε τόσο καλά το αρχείο, το προσεγγίζουμε κυρίως ως έναν τεράστιο όγκο δεδομένων, μέσα στον οποίο αναζητούμε ξεχωριστές ειδήσεις.

Ο Τζορτζ Ζόρνικ (George Zornick), υπεύθυνος πολιτικού ρεπορτάζ για τις ΗΠΑ στον Guardian, ανέφερε ότι χρησιμοποιούν ένα εσωτερικό σύστημα που λέγεται Giant, το οποίο επιτρέπει στους δημοσιογράφους να ανεβάζουν έγγραφα και να χρησιμοποιούν βελτιωμένα εργαλεία αναζήτησης, όπως αναζήτηση με λέξεις-κλειδιά και φιλτράρισμα ανά τύπο αρχείου, ώστε να οργανώνουν και να περιηγούνται πιο εύκολα στο υλικό.

«Είναι στο χέρι του κάθε δημοσιογράφου ο τρόπος που θα αποφασίσει να ψάξει τα αρχεία», λέει ο Ζόρνικ. Κάποιοι χρησιμοποιούν το Giant, άλλοι χρησιμοποιούν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης ή κάνουν αναζητήσεις απευθείας στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Ο Ζόρνικ τονίζει ότι η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης πρέπει να γίνεται με προσοχή σε μια έρευνα τόσο ευαίσθητη νομικά όπου διακυβεύεται η υπόληψη των εμπλεκόμενων προσώπων, καθώς η χρήση της τεχνολογίας μπορεί να οδηγήσει σε παρερμηνείες ή να δώσει λανθασμένη εικόνα για τις επαφές του Έπστιν, δημιουργώντας νομικά προβλήματα και εκθέτοντας τη συντακτική ομάδα.

«Η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης ενέχει πολλούς κινδύνους, ειδικά σε ένα ρεπορτάζ τόσο ευαίσθητο», είπε. «Λόγω των περιορισμών της τεχνολογίας, τη χρησιμοποιείς μόνο ως αφετηρία. Σου δίνει απλώς μια κατεύθυνση προς ένα σημείο, το οποίο στη συνέχεια πρέπει να ελέγξεις, να επαληθεύσεις και να καλύψεις δημοσιογραφικά».

Η Κίρστεν Ντάνις (Kirsten Danis), υπεύθυνη Ερευνητικού Τμήματος στους New York Times, μου εξήγησε ότι η ομάδα της έχει αναπτύξει το δικό της εργαλείο αναζήτησης, με εξαιρετικά προηγμένες δυνατότητες, όπως σημασιολογική αναζήτηση και κατηγοριοποίηση. Χρησιμοποιούν την τεχνητή νοημοσύνη για να εντοπίζουν ομάδες, μοτίβα και βασικά θέματα, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς γίνεται από μια ομάδα συντακτών και δημοσιογράφων από διάφορα τμήματα και γραφεία, οι οποίοι είχαν προετοιμαστεί για την ανάλυση των αρχείων πολύ πριν από τη δημοσιοποίησή τους.

Σε πρόσφατη συνέντευξη, η ομάδα των Times εξήγησε πώς αξιοποίησε την τεχνητή νοημοσύνη: προσέλαβαν μηχανικούς για να αναπτύξουν εργαλεία που συλλέγουν τα αποτελέσματα αναζήτησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης σε υπολογιστικά φύλλα για γρήγορη ανάλυση και επαλήθευση, ενώ δημιούργησαν ένα σύστημα, για να σαρώνουν το σύνολο των τριών εκατομμυρίων σελίδων. Εφάρμοσαν, επίσης, σημασιολογική αναζήτηση και αυτοματοποιημένη σήμανση για να αναδειχθούν έννοιες, να κατηγοριοποιηθούν έγγραφα και να εξαχθεί κείμενο από εικόνες, ήχο και βίντεο. Παρ’ όλα αυτά, οι τελικές συντακτικές αποφάσεις λαμβάνονται πάντα από τους δημοσιογράφους και όχι από την τεχνολογία.

Παρά τη χρησιμότητά της στη διευκόλυνση της επεξεργασίας των αρχείων, η ομάδα των Times τονίζει τους περιορισμούς της τεχνητής νοημοσύνης. Αν και χρήσιμη για την οργάνωση και την ανάλυση μεγάλων συνόλων δεδομένων, η τεχνολογία αυτή δεν είναι σε θέση να κρίνει τι αποτελεί είδηση, ενώ παράλληλα είναι επιρρεπής σε λάθη και παρερμηνείες, ειδικά σε ευαίσθητα σημεία όπου έχουν αφαιρεθεί πληροφορίες για νομικούς λόγους. Οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν τις πληροφορίες που τους δίνει ως υποδείξεις, βασίζοντας την τελική κρίση τους στην ανθρώπινη επαλήθευση, ώστε να αποφευχθεί η παραπληροφόρηση και να μην παγιδευτούν σε προκατειλημμένες ερμηνείες.

«Υπάρχουν δεκάδες όροι που ξέρουμε ότι πρέπει να ψάξουμε, γιατί αυτές οι πληροφορίες έχουν ήδη έρθει στο φως με άλλους τρόπους στη διάρκεια αυτής της μακράς υπόθεσης», είπε η Ντάνις. «Το πραγματικό στοίχημα είναι να βρεις αυτά που δεν ξέρεις ακόμα. Είναι αδύνατο να βρεις κάτι σε αυτήν την τεράστια, σκοτεινή “σπηλιά” χωρίς να ξέρεις τι ακριβώς ψάχνεις».

3. Αναζητώντας το άγνωστο

Για να καταλάβουν τι πρέπει να αναζητήσουν, η Ντάνις μου εξήγησε ότι η ομάδα της στους Times ξεκίνησε συντάσσοντας μια λίστα με περίπου 30 ονόματα και βασικά ερωτήματα που ήθελαν να ερευνήσουν, βασιζόμενοι σε χρόνια προηγούμενων ερευνών για τον Έπστιν.

Δεδομένου ότι γνώριζαν ότι η «διαρροή» των δεδομένων ήταν προ των πυλών, οι δημοσιογράφοι συνεργάστηκαν, για να δημιουργήσουν και να ιεραρχήσουν εκ των προτέρων τους όρους αναζήτησης.

Άρχισαν από πρόσωπα υψηλού προφίλ, ψάχνοντας νέες πληροφορίες ή λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να εμβαθύνουν, να περιπλέξουν ή να αλλάξουν την εικόνα που είχαν σχηματίσει για το θέμα και τους εμπλεκόμενους.

Η διαδικασία ήταν παρόμοια και στον Guardian. Πριν από τη δημοσιοποίηση, όπως είπε ο Ζόρνικ, είχαν προγραμματίσει αρκετές συναντήσεις και είχαν συντάξει ένα αναλυτικό στρατηγικό έγγραφο που περιέγραφε τα αναμενόμενα ευρήματα.

Οι δημοσιογράφοι είχαν συγκεκριμένους στόχους, όπως η αναζήτηση αναφορών για τον Τραμπ και η παραλλαγή ονομάτων ακινήτων και διευθύνσεων. Άλλοι επικεντρώθηκαν σε πρόσωπα που ήδη ήταν γνωστό ότι κινούνταν στον κύκλο του Έπστιν. Κάθε δημοσιογράφος είχε σαφείς οδηγίες και προκαθορισμένα καθήκοντα αναζήτησης, ώστε η ομάδα να μπορεί να κινηθεί γρήγορα μετά τη δημοσιοποίηση των αρχείων.

«Ο διαχωρισμός των δημοσιογράφων σε ομάδες ήταν πρόκληση», είπε ο Ζόρνικ. «Η έδρα μας είναι το Ηνωμένο Βασίλειο, οπότε υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον για το ποιοι Βρετανοί εμφανίζονται στα αρχεία, σε συνδυασμό με τις πολιτικές προεκτάσεις σε αμερικανικό επίπεδο. Έτσι, ο καθένας είχε το δικό του “κομμάτι” για να καλύψει».

Καθώς το BBC είναι ένας τεράστιος ειδησεογραφικός οργανισμός, όπως εξήγησε ο Σάμπατ, οι ομάδες χρειάστηκε να χωριστούν ανά αντικείμενο, ώστε η κάθε μία να εστιάζει αποκλειστικά στο δικό της πεδίο έρευνας.

Για παράδειγμα, η ομάδα που ασχολείται με τη βασιλική οικογένεια επικεντρώθηκε σε πρόσωπα όπως ο πρώην Πρίγκιπας Άντριου. Η ομάδα επιχειρηματικού και οικονομικού ρεπορτάζ εστίασε σε σημαντικές συναλλαγές και κινήσεις επιχειρηματιών, ενώ η ομάδα πολιτικού ρεπορτάζ ερεύνησε πρόσωπα όπως ο Πίτερ Μάντελσον.

«Κάθε ομάδα επικεντρώνεται αποκλειστικά στο δικό της αντικείμενο και δεν ασχολείται με τίποτα άλλο», είπε ο Σάμπατ. «Εάν, όμως, ανακαλύψουν κάτι που αφορά άλλη ομάδα, προωθούν αμέσως τις πληροφορίες».

4. Πώς προσεγγίζουν την υπόθεση οι διαδικτυακοί «ντετέκτιβ»

Ένας από τους στόχους του νόμου για τη Διαφάνεια στα Αρχεία Έπστιν, που πέρασε το Κογκρέσο και υποχρεώνει τη δημοσιοποίηση εγγράφων σχετικά με τον Έπστιν, ήταν να δώσει στο κοινό πρόσβαση σε αυτά τα αρχεία. Η δυνατότητα αυτή επέτρεψε όχι μόνο στους δημοσιογράφους, αλλά και σε απλούς πολίτες να διερευνήσουν το αρχείο μόνοι τους, να αναζητήσουν διασυνδέσεις και να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα.

Για να ανταποκριθούν στο ενδιαφέρον του κόσμου, τεχνολόγοι δημιούργησαν διαδικτυακά εργαλεία που διευκολύνουν την περιήγηση και την αναζήτηση μέσα στα αρχεία. Το Jmail εμφανίζει τα email του Έπστιν σε μια αναζητήσιμη πλατφόρμα που μοιάζει με inbox του Gmail, το Jikipedia μετατρέπει τα δεδομένα των email σε φακέλους αναζήτησης για γνωστούς συνεργάτες, ενώ το EpsteIn συγκρίνει τις επαφές ενός χρήστη στο LinkedIn με ονόματα που εμφανίζονται στα δημοσιοποιημένα αρχεία.

Η δημιουργία αυτών των εργαλείων και η μεγάλη συμμετοχή του κοινού (το Jmail αναφέρει 25 εκατομμύρια μοναδικούς επισκέπτες από την πιο πρόσφατη δημοσιοποίηση) δείχνουν το μέγεθος του ενδιαφέροντος γύρω από την υπόθεση. Στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, χρήστες δημοσιεύουν επίσης τα δικά τους ευρήματα.

Μία από αυτές τις πλατφόρμες είναι το Discord, όπου το ερευνητικό μέσο Bellingcat διατηρεί ειδικό κανάλι στον server του. Εκεί, η κοινότητά του σχολιάζει τα αρχεία, ανταλλάσσει ευρήματα, επισημαίνει έγγραφα και συζητά τις ερμηνείες που προκύπτουν.

Η Τσάρλι Μέιερ (Charley Maher), υπεύθυνη κοινωνικών μέσων του Bellingcat, περιγράφει τον server του Discord ως ένα συνεργατικό κέντρο για έρευνες ανοιχτών πηγών για διάφορα διεθνή θέματα. Η κοινότητα, που αριθμεί περίπου 40.000 μέλη, λειτουργεί με μεγάλη αυτονομία, καθώς τα μέλη της δημιούργησαν ένα κανάλι, ώστε να οργανωθούν και να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν τις δικές τους έρευνες πάνω στο αρχείο.

Το ειδικό κανάλι του Bellingcat για τον Έπστιν λειτουργεί με αυστηρούς κανόνες. Δεν επιτρέπονται εικασίες ή πολιτικές συζητήσεις, καθώς ο χώρος προορίζεται αποκλειστικά για έρευνα σε ανοιχτές πηγές και τεκμηριωμένες πληροφορίες. Κάθε ανάρτηση πρέπει να συνοδεύεται από άμεσο σύνδεσμο προς την πηγή. Παράλληλα, τηρείται αυστηρά η απαγόρευση δημοσιοποίησης προσωπικών στοιχείων, ώστε να προστατεύεται η ιδιωτικότητα.

«Ο κόσμος έχει δείξει σεβασμό», είπε η Μέιερ. «Για παράδειγμα, πολλά από τα αρχεία που δημοσιοποιήθηκαν περιείχαν υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, οπότε είναι πολύ σημαντικό να μην κοινοποιείται μέσα στο Discord. Αυτό έχει τηρηθεί. Οι περισσότερες συζητήσεις στο κανάλι επικεντρώνονται κυρίως στην καταγραφή ονομάτων που εμφανίζονται επανειλημμένως και στην αναγνώριση τοποθεσιών που απεικονίζονται στις φωτογραφίες».

Αν και το Bellingcat δεν αντλεί απαραιτήτως θέματα από το Discord, η Μέιερ μου εξήγησε ότι κατά καιρούς προκύπτουν έρευνες μέσα από τον server — όχι μόνο από το ίδιο το μέσο, αλλά και από άλλους δημοσιογράφους που συμμετέχουν στην κοινότητα. Ο στόχος του καναλιού, ωστόσο, δεν είναι να παράγει ρεπορτάζ, αλλά να δίνει τη δυνατότητα στους συμμετέχοντες να καλλιεργούν τις δεξιότητές τους στην έρευνα ανοιχτών πηγών (OSINT).

«Ο καθένας έχει τις δικές του ιδέες και συμβάλλει με τον τρόπο του. Κάποιες φορές παρεμβαίνουμε διακριτικά, αν δούμε ότι κάποιος “φλερτάρει” με τα όρια που θέτουν οι κανόνες του server. Κατά τα άλλα, προσπαθούμε να αφήνουμε τον κόσμο να ακολουθεί τη δική του πορεία στην έρευνα. Αυτός είναι και ο λόγος ύπαρξης του server: να υπάρχει ένας χώρος για τέτοιου είδους δουλειά — κάτι που σήμερα λείπει, μετά τη “μεταμόρφωση” του  Twitter και την απουσία εναλλακτικών» λέει η Μέιερ.

5. Πώς ένας διαδικτυακός «ντετέκτιβ» οδήγησε στη σύλληψη του πρίγκιπα Άντριου

Με περισσότερα από τρία εκατομμύρια έγγραφα διαθέσιμα, διαδικτυακοί ερευνητές και απλοί πολίτες μπόρεσαν να εξετάσουν το αρχείο για λεπτομέρειες που ίσως είχαν ξεφύγει από τους δημοσιογράφους.

Ο Ραβίν Σάμπατ από το BBC μου εξήγησε ότι μια σημαντική είδηση — το ρεπορτάζ που αποκάλυψε ότι ο Άντριου Μαουντμπάτεν-Ουίνδσορ, ο πρώην πρίγκιπας Άντριου, διαβίβασε εμπιστευτικά έγγραφα στον Τζέφρι Έπστιν, ενώ υπηρετούσε ως εμπορικός απεσταλμένος — ήρθε στο φως μέσω μιας ακροάτριας, η οποία είχε εξετάσει τα αρχεία μόνη της και ενημέρωσε τη συντακτική ομάδα.

Νωρίτερα σήμερα, ο Άντριου συνελήφθη ανήμερα των 66ων γενεθλίων για παράβαση καθήκοντος, ακριβώς επειδή φέρεται να διαβίβασε εμπιστευτικά έγγραφα στον Έπστιν. Η σύλληψη έγινε στο κτήμα Wood Farm, στο Σάντρινγκχαμ Εστέιτ. Λίγες ώρες αφότου η είδηση έγινε γνωστή, ο βασιλιάς Κάρολος Γ΄, ο μεγαλύτερος αδελφός του Άντριου, εξέδωσε σύντομη ανακοίνωση: «Ο νόμος πρέπει να εφαρμοστεί», είπε. «Καθώς η διαδικασία αυτή συνεχίζεται, δεν θα ήταν σωστό εκ μέρους μου να σχολιάσω περαιτέρω το θέμα».

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Radio 4 του BBC στις 9 Φεβρουαρίου, η ακροάτρια είπε ότι εντόπισε το συγκεκριμένο email, ψάχνοντας για αρχικά ονομάτων, συντομεύσεις ονομάτων και αναφορές σε τοποθεσίες. Ο Σάμπατ από την πλευρά του τόνισε ότι υπάρχει τεράστια παραπληροφόρηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσον αφορά το περιεχόμενο των αρχείων, ενώ παράλληλα υπογράμμισε τη σημασία του προσεκτικού ελέγχου των στοιχείων.

6. Πώς διαψεύδονται οι ψευδείς ισχυρισμοί γύρω από τον Έπστιν

Η δημοσιοποίηση αυτών των αρχείων δημιούργησε τις ιδανικές συνθήκες για τη διάδοση παραπληροφόρησης: έγγραφα με έντονο συναισθηματικό φορτίο, τεράστιο δημόσιο ενδιαφέρον και ένας συντριπτικός όγκος υλικού, μέσα στον οποίο η αλήθεια μπορεί εύκολα να χαθεί πριν καν να ελεγχθούν οι ισχυρισμοί.

Παράλληλα με πραγματικά screenshot και email, στα ψηφιακά μέσα κυκλοφορεί και ψεύτικο υλικό, παραπλανητικό, αλλοιωμένο ή κατασκευασμένο με τεχνητή νοημοσύνη. Η Ντάνις από τους New York Times σημείωσε ότι, λόγω του μεγέθους του αρχείου, το «ψάξιμο» από το κοινό είναι αναπόφευκτο, όμως η δυνατότητα πρόσβασης σε αυτό έχει οδηγήσει και σε έξαρση της παραπληροφόρησης.

«Κυκλοφορεί πολύ παραπλανητικό υλικό –είτε γιατί κάποιος παρερμήνευσε αποσπάσματα χωρίς συγκείμενο, είτε γιατί ανάρτησε ψεύτικο περιεχόμενο που έχει δημιουργηθεί με τεχνητή νοημοσύνη», είπε. «Είναι εξοργιστικό για όσους έχουμε ασχοληθεί σε βάθος με αυτή την υπόθεση. Το υλικό αυτό δόθηκε, για να μπορέσει ο κόσμος να ψάξει και να καταλάβει τι υπάρχει, αλλά στην πράξη πολλοί το χρησιμοποιούν, για να εξυπηρετήσουν τις δικές τους σκοπιμότητες».

Ο Ζόρνικ από τον Guardian είπε ότι η ομάδα του συχνά βγάζει screenshot τα email που κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία χρησιμοποιεί ως αφετηρία, για να εντοπίσει το αρχικό έγγραφο, να το τοποθετήσει στο σωστό πλαίσιο και, αν χρειάζεται, να προχωρήσει σε ρεπορτάζ. Τόνισε, επίσης, ότι η δουλειά τους δεν είναι απλώς να δημοσιεύουν όσα εμφανίζονται στα email, αλλά να τα ελέγχουν σε βάθος ώστε να είναι δημοσιογραφικά τεκμηριωμένα στο ρεπορτάζ.

«Είναι από τις πιο μεγαλύτερες προκλήσεις που έχω αντιμετωπίσει ως δημοσιογράφος», είπε. «Το ενδιαφέρον είναι τεράστιο και το θέμα ιδιαίτερα φορτισμένο πολιτικά. Το ρίσκο, τόσο νομικά όσο και δημοσιογραφικά, είναι μεγάλο. Εάν γράψεις ότι κάποιος είχε οποιαδήποτε σχέση με τον Τζέφρι Έπστιν, πρέπει να ξεκαθαρίσεις με ακρίβεια τι είδους σχέση ήταν αυτή, τι ακριβώς γνωρίζουμε και τι όχι».

7. Τι μέλλει γενέσθαι με τα αρχεία Έπστιν;

Κατά τη σύνταξη του παρόντος, έχει περάσει λιγότερο από ένας μήνας από τη δημοσιοποίηση των αρχείων και οι αποκαλύψεις συνεχίζονται. Τα ρεπορτάζ που βγαίνουν στο φως της δημοσιότητας, όμως, αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό μέρος του συνολικού περιεχομένου.

Για να μπορεί ένα θέμα να σταθεί ως ρεπορτάζ, οι δημοσιογράφοι πρέπει να επαληθεύουν τα στοιχεία μέσω εξωτερικής έρευνας. Για παράδειγμα, πρέπει να επιβεβαιώνουν αν μια συνάντηση που αναφέρεται σε ένα email μπορεί να τεκμηριωθεί με στοιχεία πτήσεων ή άλλα δημόσια διαθέσιμα δεδομένα. Η διαδικασία αυτή είναι χρονοβόρα, πράγμα που σημαίνει ότι ακόμα και μόνο ένα μόνο email ή μια πιθανή επαφή με τον Έπστιν απαιτεί ενδελεχές ρεπορτάζ πριν από τη δημοσίευση.

«Τα μέσα που καλύπτουν την υπόθεση είναι τόσο πολλά που δεν έχει σημασία αν βγάλεις πρώτος ένα θέμα. Το ζητούμενο δεν είναι να “κερδίσεις”. Αυτό που έχει σημασία είναι τι μπορείς να βρεις και πόσο προσεκτικός και ακριβής είσαι, ούτως ώστε το ρεπορτάζ να οδηγήσει σε κάποια άλλη είδηση ή να σε βοηθήσει να κυνηγήσεις το επόμενο θέμα» λέει ο Σάμπατ από το BBC. «Παρόλο που πρόκειται για ένα θέμα που “τρέχει”, είναι πολύ πιο σημαντικό να το δουλεύεις αργά και σταθερά».

Στη Miami Herald, την εφημερίδα που αποκάλυψε την υπόθεση Έπστιν το 2018, προτεραιότητα δεν είναι να προλάβουν να δημοσιεύσουν πρώτοι τα νέα από τα αρχεία. Δεδομένου ότι πρόκειται για μια τοπική εφημερίδα, όπως σημειώνει ο Ντάσγκουπτα, ο ανταγωνισμός με μεγαλύτερα μέσα που διαθέτουν περισσότερους δημοσιογράφους και πόρους είναι μεγάλος.

 «Όπως με κάθε ρεπορτάζ που κάνουμε, προσπαθούμε να προσθέσουμε κάτι καινούργιο», είπε ο Ντάσγκουπτα. «Δεν μας ενδιαφέρει να καλύπτουμε τα ίδια θέματα που δημοσιεύουν οι υπόλοιποι».

Οι αποκαλύψεις από τα αρχεία Έπστιν δεν έχουν τελειώσει. Ο Ζόρνικ από τον Guardian επισημαίνει ότι, λόγω του τεράστιου όγκου των αρχείων, οι ομάδες συνεχίζουν να ψάχνουν τα δεδομένα και να ανακαλύπτουν νέα κομμάτια του παζλ που συνδέονται με προηγούμενα ρεπορτάζ ή φέρνουν στο φως νέες πτυχές του κόσμου του Έπστιν.

«Θα ήθελα να βγάζω πρώτος το κάθε θέμα από τα τριάμισι εκατομμύρια αρχεία, αλλά αυτό δεν είναι ρεαλιστικό», είπε. «Είμαι βέβαιος ότι κρύβουν πολλές αποκαλύψεις ακόμα, σημαντικές ειδήσεις που μπορούν να δημοσιευτούν, αλλά η υπόθεση έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά της».