Θεματα

Πώς να σχεδιάσετε ένα newsroom για την ψηφιακή εποχή: ιδέες από τη Le Monde, το AFP και το Publix

Η αρχιτεκτονική των newsroom έχει σημασία. Στελέχη εξηγούν πώς τα κτίρια μπορούν να βοηθήσουν τους δημοσιογράφους να εργαστούν πιο αποτελεσματικά και να διαμορφώσουν την αντίληψη του κοινού για τις ειδήσεις.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά από το Reuters Institute στις 18/11/2025. Μεταφράστηκε στα ελληνικά από το iMEdD και αναδημοσιεύεται από το iMEdD με την άδεια του Reuters Institute. Οποιαδήποτε άδεια αναδημοσίευσης υπόκειται στον αρχικό εκδότη. Διαβάστε το αρχικό άρθρο εδώ.

Κεντρική εικόνα: Kathryn Conrad & Digit / https://betterimagesofai.org / https://creativecommons.org/licenses/by/4.0/

Μετάφραση: Ανατολή Σταυρουλοπούλου

Feature

Και, τελικά, τι είναι ο αντίκτυπος στη δημοσιογραφία;

Τέσσερις επαγγελματίες που με τη δουλειά τους περνούν από το «buzzword» στην πράξη, μας εξηγούν τι σημαίνει να είσαι «Υπεύθυνη Αντικτύπου», πώς ένα θέμα μπορεί να κάνει τη διαφορά και με ποιους τρόπους «χτίζουν» τον αντίκτυπο από τα πρώτα στάδια της έρευνας.

Σε μια εποχή όπου η περισσότερη δημοσιογραφία παράγεται και καταναλώνεται ψηφιακά και όπου πολλοί δημοσιογράφοι εργάζονται εξ αποστάσεως, ποιον σκοπό εξυπηρετεί ακόμη μια φυσική αίθουσα σύνταξης; Μίλησα με τους διευθυντές μέσων ενημέρωσης από τη γαλλική εφημερίδα Le Monde, το Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP) και το καινοτόμο πρότζεκτ Publix για να μάθω πώς μοιάζει ένα κτίριο που είναι κατάλληλο για χρήση ως αίθουσα σύνταξης. Μου είπαν ότι τα κτίρια των newsroom τους επηρεάζουν τις εκδοτικές τους διαδικασίες, προσδίδουν αξία για το προσωπικό τους και έχουν συναισθηματική αξία, τόσο εντός των οργανισμών τους, όσο και για το κοινό. Ιδού τι πιστεύουν για τη χρήση των newsroom το 2025.

Η αίθουσα σύνταξης ως «ασφαλές λιμάνι»

Όλοι οι επικεφαλής των newsroom με τους οποίους μίλησα ανέφεραν τη σημασία μιας φυσικής αίθουσας σύνταξης για τους ίδιους τους δημοσιογράφους. Η δημοσιογραφία είναι μια συναισθηματικά απαιτητική δουλειά, που συχνά χαρακτηρίζεται από άγχος, δημόσια κριτική και έκθεση σε σκληρά γεγονότα. Μια φυσική αίθουσα σύνταξης μπορεί να χρησιμεύσει ως χώρος συλλογικής επεξεργασίας αυτού του άγχους, εκτός σύνδεσης και εκτός κάμερας.

Το δημόσια προσβάσιμο ισόγειο του κτιρίου Publix στη Γερμανία. Φωτογραφία: Paul Alexander Probst

«Η δημοσιογραφία στις μέρες μας γίνεται όλο και δυσκολότερη. Βγαίνεις έξω [για να κάνεις ρεπορτάζ] και οι άνθρωποι μερικές φορές σε φτύνουν στα μούτρα, σε προσβάλλουν, σε απειλούν», δήλωσε ο Μεχντί Λεμπουατσερά (Mehdi Lebouachera), διευθυντής της παγκόσμιας έκδοσης του AFP στο Παρίσι. «Το να μπορείς να επιστρέψεις σε ένα γραφείο, και να μιλήσεις με τους συναδέλφους σου, και να νιώσεις την υποστήριξή τους είναι πολύ σημαντικό».

Το Publix, που αυτοπροσδιορίζεται ως «το σπίτι της δημοσιογραφίας» στο Βερολίνο, σχεδιάστηκε ειδικά για να προσφέρει αυτόν τον χώρο σε μικρότερους, λιγότερο εδραιωμένους δημοσιογραφικούς οργανισμούς.

«Οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν πολλές προκλήσεις και αντιδράσεις τόσο σε πολιτικό επίπεδο, όσο και από τους πολίτες για τους οποίους εργαζόμαστε», δήλωσε η Μαρία Έξνερ (Maria Exner), διευθύντρια του Publix. «Χρειαζόμαστε χώρους όπου μπορούμε να αισθανθούμε πως υπάρχει μια κοινότητα ανθρώπων η οποία αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα. Αποστολή μας είναι να απαλλάξουμε τους δημοσιογράφους από τις ανησυχίες τους σχετικά με τον χώρο εργασίας. Δεν έχουν να κάνουν τίποτε άλλο πέρα από το να φέρουν τους φορητούς υπολογιστές τους και να αρχίσουν να εργάζονται».

Ο οργανισμός προσφέρει χώρους εργασίας σε προνομιακές τιμές για μη κερδοσκοπικά ΜΜΕ και ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, που ασχολούνται με θέματα πληροφόρησης με πρόσβαση σε στούντιο παραγωγής, αίθουσες συνεδριάσεων, και ελέγχους φυσικής και ψηφιακής ασφάλειας. Διαθέτει ακόμη δυνατότητα διαμονής, ύστερα από σχετική κράτηση.

Εκτός από την εξασφάλιση φυσικών χώρων για την παραγωγή ρεπορτάζ, τα κτίρια των αιθουσών σύνταξης μπορούν επίσης να έχουν συμβολική σημασία.

Για παράδειγμα, ο Λεμπουατσερά μού είπε ότι η ιστορία του κτιρίου του AFP αποτελεί σημαντικό μέρος της ταυτότητας του οργανισμού. Κατά τη διάρκεια της κατοχής του Παρισιού, το κτίριο επιτάχθηκε ως γραφείο προπαγάνδας των Ναζί, πριν να εισβάλουν το 1944 οι δημοσιογράφοι της αντίστασης, οι οποίοι στη συνέχεια ίδρυσαν το AFP. Αυτή η κληρονομιά, είπε, κάνει το κτίριο «πολύ αγαπητό για τους δημοσιογράφους μας. Είναι μέρος του DNA μας», ακόμη και αν αυτό το δέσιμο μερικές φορές συγκρούεται με την οικονομική ή υλικοτεχνική πραγματικότητα.

«Έγιναν κάποιες συζητήσεις παλαιότερα για την πώληση του κτιρίου και τη μετακίνηση κάπου φθηνότερα, έξω από το κέντρο του Παρισιού», είπε, επισημαίνοντας ότι το κτίριο, το οποίο ανήκει εξ ολοκλήρου στο AFP, είναι ένα από τα πιο σημαντικά οικονομικά περιουσιακά του στοιχεία. Τελικά, ο οργανισμός αποφάσισε να μην προβεί σε πώληση. «Οι δημοσιογράφοι μας είναι πολύ δεμένοι με το κτίριο».

Ο σχεδιασμός ως αποτύπωση των συντακτικών προτεραιοτήτων

Εάν η ύπαρξη ενός κτιρίου από μόνη της είναι πολύτιμη για έναν ειδησεογραφικό οργανισμό, η ιδιαίτερη διαρρύθμισή του μπορεί επίσης να βοηθήσει (ή να δυσκολέψει) το έργο του. Όταν η εταιρεία στην οποία ανήκει η Le Monde άρχισε να σχεδιάζει τα νέα της κεντρικά γραφεία το 2015, το έργο αντιμετωπίστηκε ως μια ευκαιρία να δημιουργηθεί ένας χώρος που θα αντικατόπτριζε σωστά τις εργασιακές της ροές.

Φωτογραφία αρχείου από τις 14 Σεπτεμβρίου 2010. Τα τότε κεντρικά γραφεία της εφημερίδας Le Monde, μιας από τις πιο έγκυρες ημερήσιες εφημερίδες της Γαλλίας. Πηγή: EPA/IAN LANGSDON

Πριν από αυτό, οι έξι τίτλοι του ομίλου (ένας εκ των οποίων και η Le Monde που είναι ο μεγαλύτερος) βρίσκονταν διασκορπισμένοι σε όλο το Παρίσι και οι περισσότεροι από αυτούς ενοικίαζαν χώρους σε παλαιά, ακατάλληλα κτίρια. «Για παράδειγμα, η παλιά αίθουσα σύνταξης της Le Monde στη λεωφόρο Ογκίστ-Μπλανκί είχε διαμορφωθεί ανάλογα με τον διαθέσιμο χώρο», ανέφερε ο Ζιλ Βαν Κοτέ (Gilles Van Kote), ένας από τους υποδιευθυντές της Le Monde, ο οποίος συνέβαλε στον σχεδιασμό του χώρου. «Δεν υπήρχε καμία συνοχή – απλώς λέγαμε “υπάρχει χώρος για να βάλουμε αυτό το γραφείο εδώ, ας το βάλουμε εδώ”. Ορισμένα τμήματα έπρεπε να κατέβουν τρεις ορόφους για να μιλήσουν σε άλλες ομάδες με τις οποίες συνεργάζονταν όλη την ώρα».

Για το νέο κτίριο, ο Βαν Κοτέ δημιούργησε μια ομάδα εργασίας στην οποία συμμετείχαν δημοσιογράφοι από κάθε τίτλο του ομίλου και τους πήγε να επισκεφθούν άλλες αίθουσες σύνταξης σε όλη την Ευρώπη. Από αυτές τις επισκέψεις, η ομάδα ανέπτυξε εσωτερικές οδηγίες για να βοηθήσει στη διαμόρφωση του σχεδιασμού. Ο ίδιος λέει ότι το αποτέλεσμα ήταν ένας σχεδιασμός πραγματικά κατάλληλος για τον σκοπό του, αναφέροντας ως παράδειγμα τους δύο συνδεδεμένους ορόφους της Le Monde:

«Στα αρχικά σχέδια, οι δύο όροφοι όπου θα στεγαζόταν το προσωπικό της Le Monde ήταν αποκλεισμένοι ο ένας από τον άλλο. Αυτό σήμαινε ότι, αν ένας δημοσιογράφος του τετάρτου ορόφου ήθελε να μιλήσει με έναν συνάδελφό του στον πέμπτο, θα έπρεπε να διανύσει μια μεγάλη απόσταση από τους ανελκυστήρες ή τις σκάλες. Προφανώς, αυτό δεν ήταν καθόλου εργονομικό ή ευέλικτο. Αντ’ αυτού, ζήτησα από τους αρχιτέκτονες να προσθέσουν μια σύνδεση μεταξύ των δύο ορόφων, ώστε να γίνει πιο ομαλή η επικοινωνία και η ροή των εργασιών μέσα στην αίθουσα σύνταξης. Έφτιαξαν αυτή τη σπειροειδή σκάλα [που εικονίζεται στο τρίτο slide παρακάτω], η οποία επιτρέπει πλέον στον κόσμο να κινείται ελεύθερα», εξηγεί.

Ο χώρος αυτός χρησιμεύει επίσης ως ο κύριος χώρος των συντακτικών συσκέψεων της εφημερίδας, έτσι ώστε το προσωπικό που θέλει να παρακολουθήσει τη σύσκεψη (χωρίς απαραίτητα να συμμετέχει) να μπορεί να το κάνει από τον ημιώροφο.

Και η ομάδα του AFP έχει σκεφτεί πολύ τη διαρρύθμιση. Μια καίρια απόφαση για τον οργανισμό ήταν να τοποθετήσει όλα τα ανώτερα στελέχη του στον ίδιο όροφο. Ο Λεμπουατσερά λέει ότι αυτό ωφέλησε την αποτελεσματικότητα στη λήψη αποφάσεων, αλλά παράλληλα σημαίνει ότι πρέπει να καταβάλλουν προσπάθειες για να καταπολεμήσουν τη φυσική ιεραρχία που απορρέει από αυτήν την πρακτική. «Λέω στην ομάδα μου ότι πρέπει να κατεβαίνουν και να μιλάνε με τους άμεσα υφισταμένους τους στους κάτω ορόφους όσο πιο συχνά μπορούν», είπε.

Αυτό το ζήτημα επηρέασε επίσης τον σχεδιασμό του ομίλου της Le Monde. «Αποφασίσαμε σκόπιμα να μην τοποθετήσουμε τη Le Monde στους δύο πρώτους ορόφους, επειδή δεν θέλαμε να επισκιάσουμε συμβολικά τους άλλους τίτλους του ομίλου», δήλωσε ο Βαν Κοτέ, αναφερόμενος σε μικρότερους τίτλους όπως το Nouvel Obs ή το Télérama. Για τον λόγο αυτό, η αίθουσα σύνταξης του Nouvel Obs τοποθετήθηκε στον τελευταίο όροφο και η ομάδα της Le Monde καταλαμβάνει τους μεσαίους ορόφους.

Άκουσα, επίσης, πώς οι σχεδιαστικές επιλογές μπορούν να σηματοδοτήσουν τις συντακτικές προτεραιότητες ενός ειδησεογραφικού οργανισμού, είτε εμμέσως είτε σαφώς. Για παράδειγμα, το AFP επέλεξε να τοποθετήσει την «κύρια αίθουσα ελέγχου» (MRC), όπου γίνεται η διαχείριση όλων των ζωντανών βίντεο του πρακτορείου, στο κέντρο της αίθουσας σύνταξης, όπου εδρεύουν όλα τα παγκόσμια γραφεία.

«Είμαστε ένα ζωντανό πρακτορείο ειδήσεων και αυτή η ζωντανή λειτουργία είναι που κατευθύνει τη βασική μας ειδησεογραφία», δήλωσε ο Λεμπουατσερά. Η φυσική τοποθέτηση της MRC στο κέντρο, βοηθά τις ομάδες να ανταποκρίνονται γρήγορα σε έκτακτες ειδήσεις.

Ένα παράδειγμα περισσότερο προς αποφυγή μπορούμε ίσως να δούμε στη βρετανική ταμπλόιντ News of the World, που πλέον έχει κλείσει. Ένα πρόσφατο ακαδημαϊκό βιβλίο για τα κτίρια των μέσων ενημέρωσης παραθέτει ένα περιστατικό από το βιβλίο του Νικ Ντέιβις (Nick Davies) «Hack Attack» του 2014, στο οποίο περιγράφεται πώς στη μέση της αίθουσας σύνταξης της εν λόγω εφημερίδας κρεμόταν ένα τεράστιο ψηφιακό ρολόι, σε κόκκινο χρώμα, που μετρούσε αντίστροφα τα λεπτά μέχρι την επόμενη έκδοση της εφημερίδας.

Σκοπός του ρολογιού ήταν να πιέζει τους δημοσιογράφους να υποβάλουν γρήγορα και ανταγωνιστικά τα ρεπορτάζ τους, γεγονός που, σύμφωνα με τον Ντέιβις, συνέβαλε σε μια κουλτούρα αμείλικτης πίεσης και αμφίβολων κινήτρων –η οποία, τελικά, οδήγησε στο διαβόητο σκάνδαλο τηλεφωνικών υποκλοπών που επέφερε την πτώση της εφημερίδας.

Η σχέση του κτιρίου με το κοινό

Αν και όλοι οι επικεφαλής των οργανισμών με τους οποίους μίλησα συμφωνούσαν σχετικά με την αξία μιας φυσικής αίθουσας σύνταξης ειδήσεων και τον σκόπιμο σχεδιασμό της, δεν συμφώνησαν σχετικά με τη σχέση που πρέπει να έχουν τα κτίρια των μέσων ενημέρωσης με το κοινό.

«Εάν δείτε το κτίριο του AFP απ’ έξω, δεν είναι φανταχτερό με το λογότυπό μας σε έντονα φώτα και τα λοιπά. Έχουμε μια διαφορετική κουλτούρα από τα άλλα μέσα ενημέρωσης –είμαστε αυτοί που δουλεύουν λίγο πιο πολύ στο παρασκήνιο», δήλωσε ο Λεμπουατσερά, ο οποίος είπε ότι αυτή η συντακτική στάση αντικατοπτρίζεται στο λιτό εξωτερικό του κτιρίου.

Το κτίριο του ομίλου Le Monde είναι, επίσης, διακριτικό, παρά το αξιοσημείωτο μέγεθός του: καλύπτει 80 ολόκληρα μέτρα στο 13ο διαμέρισμα του Παρισιού και στεγάζει 1.600 υπαλλήλους. Τα λογότυπα του ομίλου δεν εμφανίζονται πουθενά επάνω στο ίδιο το κτίριο. Εάν δεν παρατηρήσετε τη μικρή πινακίδα στο επίπεδο του δρόμου, δεν θα καταλάβετε τι είναι το κτίριο. (Έχω περάσει πολλές φορές από μπροστά όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να συνειδητοποιήσω ότι πρόκειται για αίθουσα σύνταξης).

«Αυτό ήταν επιλογή μας», μου είπε ο Βαν Κοτέ. «Ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για το κτίριο αυτό ολοκληρώθηκε το 2015, λίγες μόλις ημέρες μετά τις επιθέσεις στο Charlie Hebdo. Τότε, κυριαρχούσε η αίσθηση ότι οι οργανισμοί μέσων ενημέρωσης μπορούσαν να γίνουν στόχοι, οπότε μια κάποια διακριτικότητα δεν ήταν απαραιτήτως άστοχη. Δεν είναι οχυρό, αλλά ο κόσμος δεν μπορεί να μπει μέσα έτσι απλά».

Ωστόσο, η Le Monde ανοίγει τις πόρτες της στο κοινό κατά τη διάρκεια του ετήσιου Festival du Monde, όπου οι διευθυντές της εφημερίδας ξεναγούν τους επισκέπτες στα γραφεία της.

«[Την εποχή των επιθέσεων στο Charlie Hebdo], δούλευα στην Die Zeit», λέει η Έξνερ πίσω στο Publix. «Η αίθουσα σύνταξης ήταν ένα ανοιχτό γραφείο στο ισόγειο, με γυάλινα παράθυρα που έβλεπαν στον δρόμο. Από τη μία μέρα στην άλλη, αυτό ξαφνικά με έκανε να αισθάνομαι πολύ ανασφαλής. Επομένως, μπορώ να καταλάβω απόλυτα την απόφαση [να παραμείνουν οι αίθουσες σύνταξης απρόσιτες για το κοινό]. Δυστυχώς, αυτό μπορεί να κάνει το κοινό να αισθανθεί ότι η δημοσιογραφία δεν απευθύνεται σε αυτό, ότι δραστηριοποιείται κάπου πίσω από κλειστές πόρτες».

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το κτίριο του Publix ακολουθεί την αντίθετη προσέγγιση, με ένα ισόγειο το οποίο δεν είναι απλώς ανοιχτό στο κοινό, αλλά φτιαγμένο για το κοινό. Ο χώρος αυτός περιλαμβάνει μια καφετέρια και χώρους εκδηλώσεων, όπου τα περισσότερα βράδια της Πέμπτης φιλοξενούνται δημόσιες συζητήσεις και διαλέξεις (το υπόλοιπο κτίριο είναι προσβάσιμο μόνο με κάρτα-κλειδί).

«Είμαι πεπεισμένη ότι οι συντακτικές ομάδες και οι δημοσιογράφοι πρέπει να βρίσκονται εκεί που βρίσκονται οι άνθρωποι που θέλουν να υπηρετήσουν, και τα κτίρια όπου λαμβάνει χώρα η δημοσιογραφία θα πρέπει να επιτρέπουν τέτοιου είδους συναντήσεις», δήλωσε η Έξνερ.

Αυτό μας φέρνει στο μυαλό το κτίριο των New York Times, του οποίου ο ισόγειος προθάλαμος είναι επίσης ανοιχτός στο κοινό, με τον κόσμο να τον χρησιμοποιεί ως παράκαμψη από την 40η προς την 41η οδό, και ο οποίος για πολλά χρόνια φιλοξενούσε μια καλλιτεχνική εγκατάσταση για όσους περνούσαν από εκεί. Η γυάλινη πρόσοψη του κτιρίου έχει επίσης ως στόχο να αντικατοπτρίζει τη «διαφάνεια των διαδικασιών» των ρεπορτάζ και την ανοιχτή κουλτούρα της εφημερίδας.

Ένα πιο άμεσο παράδειγμα που έχω ακούσει για την αλληλεπίδραση ενός κτιρίου ειδησεογραφικού μέσου με το κοινό αποτελεί η τοπική ιταλική εφημερίδα L’Eco di Bergamo, η οποία στο αποκορύφωμα της πανδημίας της COVID-19 μετέτρεψε το κτίριό της σε φυσική προέκταση της δημοσιογραφικής της δραστηριότητας, εγκαθιστώντας μια γιγαντοοθόνη στο μπαλκόνι της αίθουσας σύνταξης για να προβάλλει τις νεκρολογίες των 5.000 κατοίκων της περιοχής που είχαν χάσει τη ζωή τους. Με τον τρόπο αυτό το κτίριο μετατράπηκε ουσιαστικά σε δημόσιο μνημείο, ενώ η δημοσιογραφία της εφημερίδας ήταν κυριολεκτικά ορατή από τον δρόμο.

Πέρα, όμως, από τη συμβολική σημασία που έχει ένα κτίριο για το προσωπικό και το κοινό του, μπορούμε να αναφερθούμε και στις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην ίδια τη συλλογή ειδήσεων.

Στο βιβλίο που προαναφέρθηκε, η ακαδημαϊκός Ρουθ Μουν (Ruth Moon) εξετάζει την περίπτωση της France-Antilles, μιας τοπικής εφημερίδας στο νησί Μαρτινίκα της Καραϊβικής, η οποία μετακόμισε από ένα μικρό γραφείο στο επίπεδο του δρόμου σε ένα σύγχρονο πολυώροφο κτίριο. Παρά την άνεση και τις παροχές του νέου χώρου, ένας δημοσιογράφος που έδωσε συνέντευξη στη Μουν θεώρησε ότι η μετακόμιση ήταν λάθος.

«Είναι καλό για την άνεση των δημοσιογράφων και των συντακτών, διότι η προηγούμενη τοποθεσία, είναι παραγκούπολη σε σύγκριση με αυτήν», της είπε. «Αλλά λέω ότι είναι λάθος γιατί υπάρχει η αίσθηση ότι η εφημερίδα έχει αποκοπεί από τον κόσμο. Ήμασταν στον δρόμο. Τώρα, δεν είμαστε πλέον στον δρόμο –είμαστε πάνω από αυτόν. Οι δημοσιογράφοι… πρέπει να ακούν τους ήχους του δρόμου, και εδώ δεν ακούμε τίποτα».

Η Μουν σημειώνει ότι οι περισσότεροι δημοσιογράφοι περιέγραψαν ουσιαστικά το νέο κτίριο ως «έναν όμορφο χώρο που δεν είχε καμία επαφή με την πραγματικότητα της ζωής στη Μαρτινίκα… πολύ μοντέρνο, πολύ κρύο, πολύ ψηλό και πολύ κλειστό για το κοινό, ώστε να είναι κατάλληλο για την παραγωγή ειδήσεων».

Παρ’ όλα αυτά, ο αντίκτυπος που έχει ένα κτίριο ειδησεογραφικών μέσων σε όλους αυτούς τους παράγοντες είναι δύσκολο να προσδιοριστεί και μπορεί εύκολα να εξιδανικευτεί. Όπως μου είπε ο Βαν Κοτέ της Le Monde στο τέλος της συνομιλίας μας: «Σε έναν βαθμό, το κτίριο των ειδησεογραφικών μέσων είναι σημαντικό. Αλλά δεν είναι το κτίριο που συνιστά τον πυρήνα της δύναμής μας. Είναι οι δημοσιογράφοι μας και οι συνδρομητές μας».