Feature

Ο ύστατος παλμός της δημοσιογραφίας στη Βενεζουέλα

Με το πολιτικό σκηνικό να αλλάζει, ο αγώνας των δημοσιογράφων για την καταγραφή της αλήθειας συνεχίζεται τόσο εντός όσο και εκτός της Βενεζουέλας. Μετά την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο τον Ιανουάριο, το iMEdD μίλησε με μια ειδικό των μέσων ενημέρωσης, δύο σκιτσογράφους και μια ερευνήτρια δημοσιογράφο που ζουν εξόριστες για χρόνια. Τις ρωτήσαμε τι έχει αλλάξει. Η απάντησή τους ήταν ξεκάθαρη: πολύ λίγα.

Εικόνες: Ευγενική παραχώρηση της Rayma Suprani και της Camila de la Fuente
Εικόνα: Σκίτσα της Rayma Suprani. Ευγενική παραχώρηση της Rayma Suprani.

Η λογοκρισία, τα μπλακάουτ στο διαδίκτυο και οι διαρκείς απειλές παρενόχλησης καθορίζουν εδώ και δεκαετίες τα όρια της δημόσιας πληροφόρησης στη Βενεζουέλα: το τι μπορούν δηλαδή να διαβάζουν, να παρακολουθήσουν και να δημοσιεύσουν οι πολίτες της χώρας. Για τη Ράιμα Σουπράνι (Rayma Suprani), μια από τις πιο γνωστές γελοιογράφους της Βενεζουέλας, αυτή η πραγματικότητα έγινε προσωπικό βίωμα το 2014, στα πρώτα χρόνια της προεδρίας του Νικολάς Μαδούρο.

Ένα και μόνο πολιτικό της σκίτσο ήταν αρκετό για να χάσει τη δουλειά της στην El Universal, τη συντηρητική καθημερινή εφημερίδα με ιστορία 105 χρόνων, στην οποία η Σουπράνι υπήρξε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες παρουσίες για 19 και πλέον χρόνια.

Στο σκίτσο της, η χαρακτηριστική υπογραφή του Ούγκο Τσάβες, του προέδρου που κυβέρνησε τη Βενεζουέλα από το 1999 έως τον θάνατό του το 2013, είχε μετατραπεί σε μια ευθεία γραμμή καρδιογραφήματος. Ακριβώς από πάνω, η Σουπράνι είχε σχεδιάσει έναν άλλο παλμό που συνέχιζε να χτυπά. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: στη Βενεζουέλα, τα νοσοκομεία ήταν «νεκρά». Ο θάνατός τους επήλθε από ένα σύστημα υγείας, που είχε ξεμείνει από γάζες, φάρμακα και δικαιολογίες.

Η υπογραφή του Ούγκο Τσάβες σε σύγκριση με την υγειονομική περίθαλψη στη Βενεζουέλα. Η γελοιογραφία που κόστισε τη θέση της στη Ράιμα Σουπράνι στην El Universal, μια συντηρητική εφημερίδα, όπου υπήρξε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες γελοιογράφους για 19 χρόνια. Ευγενική παραχώρηση: Rayma Suprani.

«Με κάλεσαν για να μου ζητήσουν να αυτολογοκριθώ, κάτι που αρνήθηκα. Συνέχισα να δουλεύω με το δικό μου ύφος, που είναι βασισμένο στην ελεύθερή μου σκέψη», είπε στο iMEdD.

Το σκίτσο δημοσιεύτηκε, επισπεύδοντας την απόφασή της να μετακομίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο αρχισυντάκτης που την απέλυσε της είπε ότι το σκίτσο της «προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση». «Χάρηκα όταν είδα ότι το σκίτσο είχε αντίκτυπο στο ολοκληρωτικό καθεστώς και ότι το μήνυμά μου είχε περάσει, παρόλο που η απώλεια της δουλειάς μου σε μια χώρα όπου τα μέσα ενημέρωσης φιμώνονται ήταν μια τρομακτική προοπτική για εμένα», είπε.

Σκίτσο για την πίεση που άσκησε η κυβέρνηση στον Τύπο το 2022. Ευγενική παραχώρηση της Camila de la Fuente.

Η σταδιακή απαξίωση της ελευθερίας του Τύπου στη Βενεζουέλα

Η Σουπράνι εγκατέλειψε τη χώρα λίγο μετά την απόλυσή της και πλέον ζει στο Μαϊάμι, όπου διατηρεί το δικό της δημιουργικό γραφείο. Τους μήνες πριν από την αναχώρησή της, οι απειλές είχαν γίνει καθημερινό φαινόμενο: εξώδικα, ανώνυμα εξυβριστικά τηλεφωνήματα και προβολές των σκίτσων της στην κρατική τηλεόραση ως «απόδειξη» της λεγόμενης «προδοσίας» της.

Αυτή η εμπειρία της, όπως εξηγεί η ίδια, δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας ελέγχου των μέσων ενημέρωσης στη Βενεζουέλα.

Μετά την εποχή του Τσάβες, τα μέσα ενημέρωσης της Βενεζουέλας δέχτηκαν έντονες πιέσεις να ακολουθήσουν την κυβερνητική γραμμή, εξήγησε. «Οι περιορισμοί στη διαφήμιση, το όριο στην προμήθεια χαρτιού για εκτυπώσεις, η άρνηση αδειοδότησης ραδιοφωνικών σταθμών και η εκτόξευση ευθείων απειλών δημιούργησαν ένα κλίμα φόβου που έπνιγε κάθε ανεξάρτητη φωνή» λέει.

Υπάρχει μια κοινή τακτική που ακολουθούν οι αυταρχικοί ηγέτες, είτε είναι αριστεροί είτε δεξιοί, σε όλο τον κόσμο, όπως βλέπουμε άλλωστε τώρα και στις ΗΠΑ (…) Ήταν σαφές ότι η κυβέρνηση [Μαδούρο] δεχόταν ελάχιστη ουσιαστική κριτική

Κριστίνα Ζαχάρ, συντονίστρια του προγράμματος της της Επιτροπής Προστασίας Δημοσιογράφων (CPJ) για τη Λατινική Αμερική

Το τοπίο των μέσων ενημέρωσης όπως το γνώριζε η Σουπράνι πριν από είκοσι χρόνια έχει πάψει να υπάρχει. Σήμερα κυριαρχεί η λογοκρισία.

Τα τελευταία δέκα χρόνια οι συνεχείς φυλακίσεις δημοσιογράφων έχουν κατατάξει τη Βενεζουέλα στην πρώτη θέση των κρατών με τους περισσότερους εγκλεισμένους δημοσιογράφους στην αμερικανική ήπειρο, σύμφωνα με τα δεδομένα της Επιτροπής Προστασίας Δημοσιογράφων (CPJ).

Σ’ αυτό το περιβάλλον, όπως λέει η Κριστίνα Ζαχάρ (Cristina Zahar), συντονίστρια του προγράμματος της CPJ για τη Λατινική Αμερική, υπάρχει «μια κοινή τακτική που ακολουθούν οι αυταρχικοί ηγέτες, είτε είναι αριστεροί είτε δεξιοί, σε όλο τον κόσμο, όπως βλέπουμε άλλωστε τώρα και στις ΗΠΑ (…) Ήταν σαφές ότι η κυβέρνηση [Μαδούρο] δεχόταν ελάχιστη ουσιαστική κριτική».  

Αυτή η τακτική εντάθηκε περαιτέρω μετά τις εκλογές του 2024. Τους μήνες που ακολούθησαν ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις εντός και εκτός της χώρας κατέγραψαν μια νέα, απότομη κλιμάκωση της πίεσης από την κυβέρνηση προς τον Τύπο. Το καθεστώς Μαδούρο προχώρησε σε συλλήψεις, νομικές απειλές και κλείσιμο μέσων που του ασκούσαν κριτική, με στόχο να φιμώσει ακόμα περισσότερο κάθε ανεξάρτητη φωνή.  

Οι ειδησεογραφικοί ραδιοφωνικοί σταθμοί άρχισαν να παίζουν μόνο μουσική, γνωστοί δημοσιογράφοι απομακρύνθηκαν από τον αέρα, ενώ η κρατική ρυθμιστική αρχή τηλεπικοινωνιών της Βενεζουέλας, η CONATEL, διέταξε δημόσιους και ιδιωτικούς παρόχους να μπλοκάρουν την πρόσβαση σε αρκετές ανεξάρτητες ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και διαδικτυακά ΜΜΕ που εξειδικεύονται στο fact-checking.

Η Σουπράνι δεν ήταν η μόνη που πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τη Βενεζουέλα. Η ερευνήτρια δημοσιογράφος Ρόνα Ρίσκεζ (Ronna Rísqez), συντονίστρια του δικτύου συνεργασίας ανεξάρτητων μέσων, Alianza Rebelde Investiga, ζει και αυτή πλέον εκτός της χώρας, την οποία εγκατέλειψε λίγους μήνες μετά τις προεδρικές εκλογές του 2024. Η Ρίσκεζ δεν επιθυμεί να αποκαλύψει την ακριβή της τοποθεσία. «Ήθελα να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια», είπε στο iMEdD. «Αρχικά νόμιζα ότι θα λείψω για δύο μήνες, αλλά η καταστολή όλο και χειροτέρευε». 

Η Ρίσκεζ επισημαίνει επίσης ότι τα μέσα ενημέρωσης στη Βενεζουέλα υποχρηματοδοτούνται συστηματικά. «Δεν είναι σε θέση να πληρώνουν επαρκώς τους δημοσιογράφους. Από το 2024 οι αμοιβές τους έχουν μειωθεί στο μισό και παραπάνω», λέει.

Παρά τις πιέσεις και τις δυσκολίες, όμως, η ανεξάρτητη δημοσιογραφία δεν έχει εξαφανιστεί. Έχει απλώς προσαρμοστεί.

Αρκετά ανεξάρτητα ερευνητικά μέσα, όπως τα Efecto Cocuyo, El Pitazo, Runrunes, TalCual, και Caracas Chronicles, εξακολουθούν να δημοσιεύουν περιεχόμενο.Αυτές οι ιστοσελίδες, παρότι έχουν αποκλειστεί από μεγάλο τμήμα του εγχώριου διαδικτύου, έχουν γίνει, όπως λέει η Ράιμα Σουπράνι, «χώρος ελεύθερης σκέψης και δημιουργικής αντίστασης» για τους κατοίκους της χώρας και για τους σχεδόν οκτώ εκατομμύρια εκτοπισμένους.

Η πρόσβαση απαγορεύεται

Μετά τη σύλληψη του Μαδούρο από τις ΗΠΑ, οι συνθήκες στο τοπίο της ενημέρωσης παρέμειναν οι ίδιες, λέει η Ρίσκεζ. «Οι ψηφιακές πλατφόρμες εξακολουθούν να είναι μπλοκαρισμένες, ενώ οι δημοσιογράφοι δεν έχουν πρόσβαση σε κυβερνητικές δραστηριότητες, ούτε τη δυνατότητα διεξαγωγής συνεντεύξεων με κυβερνητικά στελέχη».

Στις 5 Ιανουαρίου, όταν η Ντέλσι Ροντρίγκες ορκίστηκε ως προσωρινή πρόεδρος της Βενεζουέλας, τουλάχιστον 14 δημοσιογράφοι και εργαζόμενοι των μέσων ενημέρωσης συνελήφθησαν από τις δυνάμεις ασφαλείας ενώ κάλυπταν την τελετή και τέθηκαν υπό προσωρινή κράτηση, σύμφωνα με το Εθνικό Συνδικάτο Εργαζομένων Τύπου της χώρας (SNTP).

Παράλληλα, οι αρχές εξακολουθούν να περιορίζουν την πρόσβαση σε ξένους ανταποκριτές, λέει η Κριστίνα Ζαχάρ της CPJ. Οι Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF) αναφέρουν ότι περίπου 200 ξένοι δημοσιογράφοι βρίσκονται εγκλωβισμένοι στην Κούκουτα της Κολομβίας, χωρίς δυνατότητα εισόδου στη Βενεζουέλα. «Εισέρχονται μόνο όσοι έχουν χαρτιά από τη Βενεζουέλα», πρόσθεσε. Ταυτόχρονα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου φωτορεπόρτερ οι οποίοι τελικά καταφέρνουν να μπουν, εκφοβίζονται στα αεροδρόμια, με τον εξοπλισμό τους να κατάσχεται προσωρινά και να επιστρέφεται ώρες αργότερα.

Η Camila de la Fuente εμπνεύστηκε από το αριστούργημα του René Magritte του 1929, Η προδοσία των εικόνων, για να δημιουργήσει το σατιρικό σκίτσο «Ceci n’est pas un président» («Αυτό δεν είναι πρόεδρος») το 2019. Ευγενική παραχώρηση της Camila de la Fuente.
Σκίτσο που καταγγέλλει την καταστολή των δημοσιογράφων και την υπονόμευση της ελευθερίας του Τύπου. Ευγενική παραχώρηση της Camila de la Fuente.
Σκίτσα της Camila de la Fuente. Από αριστερά, η χρήση των καυσίμων από τον στρατό της Βενεζουέλας εις βάρος των αναγκών των πολιτών το 2020. Στο κέντρο, σκίτσο για τα γεγονότα της 3ης Ιανουαρίου 2026 στη Βενεζουέλα, με αναφορά στη γνωστή εικόνα του Iwo Jima. Δεξιά, έργο που καυτηριάζει την καταστολή των ακτιβιστών από την κυβέρνηση το 2020. Ευγενική παραχώρηση: Camila de la Fuente.

Η Ρίσκεζ διέκρινε πάντως ορισμένα, πλην όμως περιορισμένα, σημάδια βελτίωσης. Στα τέλη του 2025 αποφυλακίστηκαν 19 δημοσιογράφοι που κρατούνταν λόγω της δουλειάς τους, ενώ στις αρχές Φεβρουαρίου αφέθηκε ελεύθερος και ο Ρόρι Μπράνκερ (Rory Branker) της La Patilla, ο οποίος βρισκόταν στη φυλακή από τις αρχές του 2025.

Στα τέλη Ιανουαρίου η Ντέλσι Ροντρίγκες ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησης να προωθήσει νομοσχέδιο για την αμνηστία, που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποφυλάκιση εκατοντάδων κρατουμένων, συμπεριλαμβανομένων στελεχών της αντιπολίτευσης, δημοσιογράφων και ακτιβιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα που έχουν φυλακιστεί για πολιτικούς λόγους.

«Αυτό μπορεί να έχει ταυτόχρονα θετικές και αρνητικές συνέπειες», λέει η Ζαχάρ, «γιατί, αν περάσει αυτός ο νόμος, θα αφεθούν ελεύθεροι όλοι οι δημοσιογράφοι και οι ακτιβιστές που είναι τώρα στη φυλακή και οι κατηγορίες σε βάρος τους θα αποσυρθούν». Την ίδια στιγμή, όμως, θα απαλλαγούν από τις κατηγορίες και οι υποστηρικτές του Μαδούρο, οι πολιτοφυλακές και οι υποστηρικτές της κυβέρνησης, βάσει του ίδιου νόμου.

Ακόμα και αν οι δημοσιογράφοι αφεθούν ελεύθεροι, η Ζαχάρ εξηγεί ότι οι κατηγορίες θα παραμείνουν, λόγω των τροποποιήσεων που προστέθηκαν στον Ποινικό Κώδικα με το Άρθρο 297‑Α, το οποίο προβλέπει ποινές φυλάκισης έως πέντε ετών για όποιον «διαδίδει, σε οποιοδήποτε μέσο, ψευδείς πληροφορίες που προκαλούν πανικό». «Αυτό που θέλουν οι δημοσιογράφοι είναι να τους δοθεί πλήρης χάρη», προσθέτει.

Για μένα, η αποτύπωση της διάλυσης της δημοκρατίας μέσα από τα σκίτσα μου όλα αυτά τα χρόνια και η μεταφορά των συναισθημάτων των πολιτών σε αυτή την περίοδο αντίστασης και αγώνα ήταν μια δουλειά ιδιαίτερα σημαντική

Ράιμα Σουπράνι, σκιτσογράφος και δημοσιογράφος από την Βενεζουέλα

Προσεγγίζοντας το κοινό εντός και εκτός συνόρων

Η Καμίλα ντε λα Φουέντε (Camila De La Fuente), ανεξάρτητη δημοσιογράφος, γελοιογράφος και εικονογράφος με καταγωγή από τη Βενεζουέλα και το Μεξικό, καταγράφει μέσα από τη δουλειά της την καθημερινότητα υπό το αυταρχικό καθεστώς στη Βενεζουέλα, με στόχο να στρέψει την προσοχή στις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την αυταρχική συγκέντρωση εξουσίας και την αναγκαστική μετανάστευση. Παρότι εγκατέλειψε τη χώρα με την οικογένειά της το 2014, το έργο της εξακολουθεί να έχει απήχηση τόσο εντός όσο και εκτός της Βενεζουέλας.

Τον Ιανουάριο του 2025 δώρισε ένα από τα έργα της, με τίτλο Elections Under Dictatorship (Εκλογές υπό δικτατορία), στο Μουσείο του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών (OAS) στην Ουάσινγκτον. Το έργο, που πλέον έχει ενταχθεί στις εκθέσεις του μουσείου, αποτυπώνει, όπως η ίδια ανέφερε στην τελετή, ένα βαθιά προσωπικό κίνητρο. «Αγωνίζομαι για να μη χρειαστεί ποτέ η κόρη μου να περάσει όσα πέρασα εγώ στη ζωή μου, για να μη στερηθεί την ελευθερία της στη χώρα όπου θα επιλέξει να ζήσει».

A cartoon on the political pressures in Venezuela in 2024. Courtesy of Camila de la Fuente.

Επηρεασμένη από την ακτιβιστική δράση των γονιών της, συμμετείχε σε φοιτητικές κινητοποιήσεις το 2012. «Διαδηλώναμε γιατί η ανασφάλεια και ο πληθωρισμός είχαν ξεφύγει», είπε στο iMEdD.

Η αστυνομία έκανε ελέγχους σε κινητά τηλέφωνα. Η ίδια κουβαλούσε πάντα δύο, «σε περίπτωση που της έκλεβαν το ένα». Θυμάται ακόμη τα «μπλακάουτ» στην ενημέρωση και τις αυθαίρετες συλλήψεις στη διάρκεια των διαδηλώσεων. «Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι όλα τα μέσα ήταν υποχρεωμένα να μεταδίδουν τις ομιλίες του προέδρου. Και αυτές συνέβαιναν ακριβώς τις στιγμές που ετοιμαζόταν να πυροβολήσει η αστυνομία [τους διαδηλωτές]», πρόσθεσε.

Αναφερόμενη στο πολιτικό τοπίο, σημείωσε: «Μου φαίνεται απίστευτο ότι το δικτατορικό καθεστώς προτίμησε να σκύψει το κεφάλι στις ΗΠΑ από το να παραδεχθεί ότι έχασε τις εκλογές», υπογραμμίζοντας την απροθυμία του καθεστώτος να αναγνωρίσει το εκλογικό αποτέλεσμα. Την ίδια στιγμή, εξέφρασε την ελπίδα ότι η νέα κυβέρνηση θα στηρίξει τη δημοσιογραφία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

«Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ελευθερία του Τύπου στη Βενεζουέλα», λέει η Ράιμα Σουπράνι, σχολιάζοντας το γεγονός ότι, στις αρχές Φεβρουαρίου, το Venevisión, ένα από τα μεγαλύτερα τηλεοπτικά δίκτυα της χώρας, κατάφερε να μεταδώσει ρεπορτάζ με δηλώσεις της Μαρία Κορίνα Ματσάδο, μόνο και μόνο για να εμφανιστεί λίγη ώρα αργότερα στη δική του εκπομπή ο Ντιοσδάδο Καμπέγιο και να εκτοξεύσει απειλές προς το κανάλι.

Καθώς βρίσκεται εκτός της χώρας, η Σουπράνι καταναλώνει τεράστιο όγκο πληροφοριών, προκειμένου να είναι σε θέση να δημιουργεί τα σκίτσα της, τα οποία σχολιάζουν τα τρέχοντα γεγονότα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, αντλεί τις πληροφορίες της ακόμα και μέσω ενός “υπόγειου δικτύου” πολιτών που έχει αναπτυχθεί όλα αυτά τα χρόνια και μεταδίδει τα γεγονότα σε πραγματικό χρόνο, φιλτράροντας πάντα τα fake news.

«Για μένα, η αποτύπωση της διάλυσης της δημοκρατίας μέσα από τα σκίτσα μου όλα αυτά τα χρόνια και η μεταφορά των συναισθημάτων των πολιτών σε αυτή την περίοδο αντίστασης και αγώνα ήταν μια δουλειά ιδιαίτερα σημαντική», λέει. «Γιατί ξέρω ότι αυτά τα σκίτσα μένουν στην ιστορία με την πάροδο του χρόνου (…) Το ότι είμαι δημοσιογράφος και γελοιογράφος από τη Βενεζουέλα μού έχει δώσει την ευκαιρία να αναπτύξω ένα προσωπικό ύφος και έχω την τιμή να αποτελώ τη φωνή όσων δεν έχουν φωνή ή απειλούνται· αυτό είναι μεγάλη ευθύνη».

Ταυτόχρονα, οι δημοσιογράφοι προειδοποιούν για την «κόπωση του κοινού» εντός της χώρας. Η Ρίσκεζ εξηγεί ότι το κοινό συχνά αισθάνεται καταβεβλημένο από την υπερβολική πληροφόρηση, ιδιαίτερα λόγω της σταθερής ροής δυσάρεστων ειδήσεων, γι’ αυτό και πολλοί επιλέγουν να απέχουν.

Παρόλα αυτά, η ανάγκη για αξιόπιστη ενημέρωση παραμένει, με τους πολίτες, όμως να στρέφονται σε εναλλακτικές πλατφόρμες, όπως το WhatsApp ή να κάνουν χρήση VPN για να παρακάμψουν περιορισμούς.

«Ο κόσμος έχει μεγάλη ανάγκη από ποιοτική — αξιόπιστη, επιβεβαιωμένη και έγκαιρη — ενημέρωση», λέει η Ρίσκεζ. Αναφέρθηκε σε ένα live streaming, στην οργάνωση του οποίου είχε συμμετάσχει και η ίδια. Η μετάδοση κράτησε έντεκα ώρες και προσέλκυσε χιλιάδες θεατές στο YouTube.

Η έλλειψη πληροφόρησης και οι επαναλαμβανόμενοι ψηφιακοί αποκλεισμοί έχουν αναγκάσει τους πολίτες να βασίζονται σε ψηφιακά εργαλεία για να παρακάμψουν τους περιορισμούς. Η ανεξάρτητη δημοσιογραφία, υποστηρίζει η Ρίσκεζ, πρέπει να κάνει το ίδιο.

«Πιστεύω ότι, όπως πάντα, η ερευνητική δημοσιογραφία πρέπει να προσαρμοστεί στη σημερινή πραγματικότητα, να εξερευνά και να μην αποκλείει διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης του κοινού», προσθέτει. «Πρέπει να χρησιμοποιεί τα διαθέσιμα εργαλεία, όπως την τεχνητή νοημοσύνη, και να συνάπτει συνεργασίες με influencers και YouTubers».

INFO

Η Ομάδα Άμεσης Αντιμετώπισης (ERT) του CPJ παρέχει ατομικές συμβουλές και σεμινάρια για την ψηφιακή και σωματική ασφάλεια των δημοσιογράφων. Ο οργανισμός προσφέρει επίσης βραχυπρόθεσμη οικονομική στήριξη σε δημοσιογράφους που έχουν εκτοπιστεί ή πρόσφατα βρεθεί εξόριστοι, καλύπτοντας βασικά έξοδα διαβίωσης αλλά και επαγγελματικές ανάγκες σε θέματα υγείας, νομικής και ψυχολογικής υποστήριξης. Δεν παρέχει, ωστόσο, στήριξη για τη μακροχρόνια λειτουργία εξόριστων μέσων ενημέρωσης. Για βοήθεια, επικοινωνήστε μαζί τους στο [email protected].

Αυτό το άρθρο δημοσιεύεται από το iMEdD και διατίθεται υπό την άδεια Creative Commons (CC BY-NC 4.0). Η άδεια αυτή δεν ισχύει για τις εικόνες των σκοτσογράφων Rayma Suprani και Camila de la Fuente που περιλαμβάνονται σε αυτό το άρθρο και δημοσιεύονται με την ευγενική παραχώρηση των δημιουργών για τους σκοπούς αυτού του κειμένου. Οποιαδήποτε άλλη χρήση αυτών των εικόνων από τρίτους απαιτεί προηγούμενη επικοινωνία με τις δημιουργούς για τη λήψη της άδειάς τους.

Creative Commons license logo