Όταν το «AI slop» συναντά την προπαγάνδα, η δημοσιογραφία καλείται να αντιμετωπίσει μια νέα, σύνθετη πρόκληση. Με τους θεσμικούς φορείς να δημοσιεύουν deepfakes πολιτών και τους ίδιους τους δημοσιογράφους να μπαίνουν στο στόχαστρο, πώς μπορεί το κοινό να ξεχωρίσει τι είναι αληθινό;
Μετάφραση: Ανατολή Σταυρουλοπούλου
Εικονογραφήσεις: Ευγένιος Καλοφωλιάς/iMEdD
Τι είναι το AI slop;

Ένας ειδικός σε θέματα τεχνολογίας εξηγεί αυτή τη νέα, ανεπιθύμητη μορφή διαδικτυακού περιεχομένου
Την Κυριακή του Ορθόδοξου Πάσχα (12 Απριλίου), ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανάρτησε μια εικόνα του εαυτού του να σκύβει, φορώντας λευκά, χυτά άμφια, πάνω από έναν άνδρα με νοσοκομειακή ρόμπα –τοποθετώντας το δεξί του χέρι στο μέτωπό του. Όσο μια γυναίκα προσεύχεται δίπλα στο κρεβάτι του ασθενούς και ένα φωτοστέφανο σχηματίζεται γύρω από το κεφάλι του, ο ίδιος χαμογελά με κλειστά μάτια. Στην αριστερή του παλάμη, ο Τραμπ, επίσης, κρατά ακόμη μία αστραφτερή σφαίρα φωτός, προφανώς έτοιμος να θεραπεύσει κι άλλους. Στο φόντο, μια πανδαισία πατριωτικών συμβόλων: η αμερικανική σημαία, ένας φαλακρός αετός, μαχητικά αεροσκάφη, το Άγαλμα της Ελευθερίας, το Καπιτώλιο και στρατιώτες που παρελαύνουν στον ουρανό.
Η συγκεκριμένη εικόνα, που τον παρομοίαζε με τον Ιησού Χριστό, ίσως προκάλεσε μια σπάνια κατακραυγή — ο Τραμπ την απέσυρε την επόμενη ημέρα, δηλώνοντας ότι πίστευε πως η εικόνα τον απεικόνιζε «ως γιατρό». Ωστόσο, ο κόσμος έχει συνηθίσει να τον βλέπει να αναρτά φανταστικές απεικονίσεις του εαυτού του. Στην προσωπική του σελίδα στο Truth Social αλλά και στον επίσημο λογαριασμό του Λευκού Οίκου στο X, έχει εμφανιστεί τόσο ως Πάπας όσο και ως Τζεντάι· έχει περπατήσει παρέα με έναν πιγκουίνο στη Γροιλανδία και, πετώντας με μαχητικό αεροσκάφος, έχει ρίξει μεγάλες ποσότητες περιττωμάτων σε αντικυβερνητικούς διαδηλωτές στη Νέα Υόρκη.
Αυτές οι εικόνες πατριωτικού «cosplay» έχουν σαφώς και αδιαμφισβήτητα παραχθεί με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης. Παρεμβάλλονται ανάμεσα σε αναρτήσεις για σημαντικά ζητήματα κρατικής πολιτικής, όπως ενημερώσεις για πολέμους ή ενημερώσεις Τύπου. Ο λογαριασμός του Λευκού Οίκου στο X έχει, επίσης, αρχίσει να δημοσιεύει φωτογραφίες ατόμων που έχουν συλληφθεί από την αστυνομία, με λεζάντες που περιγράφουν τα φερόμενα εγκλήματά τους.
Στις 22 Ιανουαρίου 2026, ο Λευκός Οίκος ανάρτησε στο X την εικόνα μιας μαύρης γυναίκας τη στιγμή που απομακρυνόταν από τις Αρχές, με περασμένες χειροπέδες μετά τη σύλληψή της σε διαμαρτυρία στη Μινεάπολη. Στη φωτογραφία, με τη λεζάντα «Συνελήφθη: Η ακροαριστερή ταραχοποιός Νεκίμα Λέβι Άρμστρονγκ για την οργάνωση επεισοδίων σε εκκλησία στη Μινεσότα», η Άρμστρονγκ εμφανίζεται, χωρίς μακιγιάζ, να κλαίει, με λυγμούς και το στόμα ανοιχτό, ενώ τα δάκρυα κυλούν σαν ποτάμι στα μάγουλά της.
Μία από αυτές τις εικόνες δεν είναι σαν τις άλλες
Μόνο για έναν λόγο το ευρύ κοινό κατάλαβε ότι η εικόνα της Άρμστρονγκ να κλαίει με λυγμούς ήταν προϊόν τεχνητής νοημοσύνης: λίγες ώρες νωρίτερα, η πρώην υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας, Κρίστι Νοέμ, είχε αναρτήσει την αυθεντική φωτογραφία, όπου η Άρμστρονγκ φαινόταν ήρεμη, με έντονο ροζ κραγιόν. Το δέρμα της ήταν, επίσης, αισθητά πιο ανοιχτόχρωμο, και τα αυτιά και τα ρουθούνια της μικρότερα.
Στην ανάρτηση του Λευκού Οίκου στο X με την Άρμστρονγκ, δεν υπήρχε τίποτε που να υποδηλώνει ότι επρόκειτο για μια παραποιημένη εικόνα μιας Αμερικανίδας πολίτη, που πράγματι συλλαμβάνεται από τις Αρχές επιβολής του νόμου. Σχεδόν δύο μήνες αργότερα, η ανάρτηση παραμένει ακόμη δημοσιευμένη, με τη μόνη διαφορά ότι πλέον συνοδεύεται από μια σημείωση της κοινότητας του X που επισημαίνει ότι είναι ψευδής και παραπέμπει στην αυθεντική φωτογραφία.

Ψηφιακό «blackface»
Σύμφωνα με τον Δρ Ομεκόνγκο Ντιμπίνγκα (Omekongo Dibinga), καθηγητή διαπολιτισμικής επικοινωνίας στο American University και συγγραφέα του βιβλίου «Lies About Black People», ο Τραμπ χρησιμοποιεί σκοπίμως ρατσιστικά σύμβολα και στερεότυπα, που έχουν βαθιές ρίζες στην αμερικανική Ιστορία, για να περάσει τα μηνύματά του.
«Τίποτα από όσα κάνει ο Τραμπ δεν είναι καινούργιο», δήλωσε ο Ντιμπίνγκα στο iMEdD. «Ένας από τους τρόπους με τους οποίους δικαιολογήθηκε η δουλεία στις ΗΠΑ ήταν μέσα από εικόνες που μας παρουσίαζαν ως βάρβαρους, άγριους και σχεδόν ζωώδεις, ενώ συχνά μας παρομοίαζαν με πιθήκους και μαϊμούδες· με τεράστια χείλη, μεγάλες μύτες και μεγάλα μάτια. Όσο πιο σκούρο είναι το δέρμα σου, τόσο πιο πιθανό είναι να σε θεωρήσουν εγκληματία σε αυτή τη χώρα».

Ένας από τους τρόπους με τους οποίους δικαιολογήθηκε η δουλεία στις ΗΠΑ ήταν μέσα από εικόνες που μας παρουσίαζαν ως βάρβαρους, άγριους και σχεδόν ζωώδεις.
Δρ Ομεκόνγκο Ντιμπίνγκα, συγγραφέας και καθηγητής διαπολιτισμικής επικοινωνίας στο American University
Ο Ντιμπίνγκα λέει ότι oι ρατσιστικές αναρτήσεις που δημοσιεύει συχνά ο Τραμπ, όπως η αλλοιωμένη εικόνα της Άρμστρονγκ, αλλά και ένα βίντεο που επίσης δημιουργήθηκε με τεχνητή νοημοσύνη, στο οποίο τα κεφάλια των Μπαράκ και Μισέλ Ομπάμα έχουν τοποθετηθεί σε σώματα πιθήκων (βίντεο που ο Τραμπ αναγκάστηκε να διαγράψει έπειτα από το κύμα αντιδράσεων που ξέσπασε), περιγράφονται πλέον με τον όρο «ψηφιακό blackface».
«Ο Τραμπ ξέρει καλά πώς δουλεύουν τα μίντια, έχει χρόνια εμπειρίας μέσα σε αυτά. Τώρα, με τις αλλοιωμένες εικόνες που ανεβάζει, ιδιαίτερα τις ρατσιστικές, ξέρει ότι δεν είναι ανάγκη να είναι αληθινές. Το μόνο που χρειάζεται είναι να κυκλοφορήσουν. Από εκεί και πέρα, το πράγμα παίρνει τον δρόμο του».
Πίσω από τα memes
Σύμφωνα με τον Δρ. Μάρκ Άλφανο (Mark Alfano), επίκουρο καθηγητή φιλοσοφίας στο Macquarie University, όλες αυτές οι αναρτήσεις, είτε ρατσιστικές είτε μυθοπλασικές, είναι στην ουσία «slopaganda»: πρόκειται για έναν όρο που επινόησε σε πρόσφατο, ακαδημαϊκό άρθρο που συνυπέγραψε με τους Δρ. Μίχαλ Κλίντσεβιτς (Michał Klincewicz) και Δρ. Αμίρ Εμπραχίμι Φαρντ (Amir Ebrahimi Fard), στο οποίο εξετάζουν τη χρήση παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης για την παραγωγή προπαγάνδας.
Ο Άλφανο και οι συν-συγγραφείς του ορίζουν τη slopaganda ως «μη επιθυμητό περιεχόμενο που δημιουργείται από τεχνητή νοημοσύνη και διαδίδεται, με σκοπό να επηρεάσει πεποιθήσεις και άλλες στάσεις για την επίτευξη πολιτικών σκοπών».

Ο όρος είναι συνδυασμός των λέξεων «προπαγάνδα» και «slop». Η λέξη «slop», που κυριολεκτικά σημαίνει «υγρά αποφάγια», ανακηρύχθηκε σε λέξη της χρονιάς για το 2025 από το Merriam-Webster και ορίζεται ως «ψηφιακό περιεχόμενο χαμηλής ποιότητας, που παράγεται συνήθως σε μεγάλες ποσότητες με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης».
Πολλά από τα “AI slop” που βλέπουμε στην αμερικανική πολιτική, αλλά και σε άλλες χώρες, έχουν συμβολικό χαρακτήρα και εκφράζουν μια πρόθεση. Επομένως, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε αλήθεια ούτε ψέμα. Στόχος τους είναι να ωθήσουν τους ανθρώπους σε πράξεις και επιλογές που σε άλλη περίπτωση δεν θα έκαναν.
Δρ. Μαρκ Άλφανο, επίκουρος καθηγητής φιλοσοφίας, Macquarie University
Το slop είναι παντού, από την Ballerina Cappucina, μέχρι τις Γάτες Ολυμπιονίκες Ολυμπιονίκες. Τι είναι, όμως, αυτό που μετατρέπει κάτι σε slopaganda;
Σε κοινή συνέντευξη που παραχώρησε με τον Κλίντσεβιτς, ο Άλφανο εξήγησε στο iMEdD ότι η προπαγάνδα «δεν είναι απαραίτητο να είναι ψέμα, μπορεί να είναι και αλήθεια. Μπορεί, επίσης, να μην είναι ούτε αλήθεια ούτε ψέμα. Νομίζω ότι οι εικόνες που παράγει κυρίως η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη εμπίπτουν στην τελευταία κατηγορία. Η εικόνα του Ντόναλντ Τραμπ με τον πιγκουίνο στη Γροιλανδία, για παράδειγμα, δεν αναπαριστά κάποια αλήθεια. Είναι κάτι που οπωσδήποτε δεν συνέβη. Δεν θεωρώ, όμως, ότι ο στόχος της ήταν να παρουσιάσει κάτι αληθινό αλλά μια φιλοδοξία. Πολλά από τα “AI slop” που βλέπουμε στην αμερικανική πολιτική, αλλά και σε άλλες χώρες, είναι κάπως έτσι. Έχουν συμβολικό χαρακτήρα και εκφράζουν μια πρόθεση. Επομένως, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ούτε αλήθεια ούτε ψέμα. Στόχος τους είναι να ωθήσουν τους ανθρώπους σε πράξεις και επιλογές που σε άλλη περίπτωση δεν θα έκαναν».

Υπάρχει μια αίσθηση του αλλόκοτου, η οποία νομίζω ότι προκύπτει ακούσια, από το γεγονός ότι έχουν παραχθεί με τεχνητή νοημοσύνη. Έχουν κάτι που σε κάνει να μην μπορείς να πάρεις το βλέμμα σου από πάνω τους.
Δρ. Μίχαλ Κλίντσεβιτς, επίκουρος καθηγητής υπολογιστικής γνωσιακής επιστήμης, Tilburg University
Ο Κλίντσεβιτς, επίκουρος καθηγητής υπολογιστικής γνωσιακής επιστήμης στο Tilburg University, σημειώνει ότι ο παράδοξος χαρακτήρας που έχουν αυτές οι εικόνες τεχνητής νοημοσύνης τις καθιστά λιγότερο επιθετικές, «μαλακώνοντάς» τις, πράγμα που λειτουργεί υπέρ τους.
«Είναι κατά κάποιον τρόπο αληθοφανές, αλλά και ταυτόχρονα όχι. Και αυτό είναι σημαντικό», λέει ο Κλίντσεβιτς στο iMEdD, αναφερόμενος σε ένα deepfake βίντεο που ανέβασε ο Τραμπ στο X τον Σεπτέμβριο 2025, όπου ο Επικεφαλής της μειοψηφίας των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, φαίνεται να λέει ότι «όλοι μισούν πια τους Δημοκρατικούς», ενώ δίπλα του στέκεται ο επικεφαλής της μειοψηφίας των Δημοκρατικών στη Βουλή, Χάκιμ Τζέφρις, με ένα καρτουνίστικο Μεξικάνικο σομπρέρο και ένα παχύ μουστάκι.
«Είναι μια προσβλητική εικόνα, με υποτιμητική και ταυτόχρονα πατερναλιστική διάθεση, που όμως την ίδια στιγμή έχει κάτι χαριτωμένο, κάτι “μαλακό”. Είναι δύσκολο να αντιληφθείς ακριβώς συμβαίνει σε αυτές τις εικόνες. Υπάρχει μια αίσθηση του αλλόκοτου, η οποία νομίζω ότι προκύπτει ακούσια, από το γεγονός ότι έχουν παραχθεί με τεχνητή νοημοσύνη. Έχουν κάτι που σε κάνει να μην μπορείς να πάρεις το βλέμμα σου από πάνω τους. Σε κάνουν να αναρωτιέσαι, τι στην ευχή βλέπω; Σε μαγνητίζουν».

Αποποίηση ευθυνών
Ο Βινσέντ Μπερτιέ (Vincent Berthier), επικεφαλής του Τμήματος Τεχνολογίας και Δημοσιογραφίας των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (RSF), λέει ότι η χρήση της slopaganda από έναν ισχυρό θεσμό όπως ο Λευκός Οίκος «στέλνει το μήνυμα ότι πλέον επιτρέπεται να λέμε ψέματα στους πολίτες. Πρόκειται για μια άμεση επίθεση στο δικαίωμα του κοινού να έχει πρόσβαση σε καλύτερη ενημέρωση».
Σύμφωνα με τον Μπερτιέ, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ένα ενιαίο νομικό πλαίσιο για την προστασία απέναντι σε κακόβουλα deepfake, είτε πρόκειται για δημόσιο πρόσωπο είτε για ιδιώτη.
[H χρήση της slopaganda από έναν ισχυρό θεσμό όπως ο Λευκός Οίκος] στέλνει το μήνυμα ότι πλέον επιτρέπεται να λέμε ψέματα στους πολίτες. Πρόκειται για μια άμεση επίθεση στο δικαίωμα του κοινού να έχει πρόσβαση σε καλύτερη ενημέρωση.
Βινσέντ Μπερτιέ, επικεφαλής του Τμήματος Τεχνολογίας και Δημοσιογραφίας των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα
«Οι θεσμοί αποτυγχάνουν», λέει ο Κλίνσεβιτς. «Στην ουσία υπάρχει πλήρης αποποίηση ευθυνών».
Ο Άλφανο πιστεύει ότι αυτό συμβαίνει σκόπιμα. «Οι εταιρείες που δίνουν τη δυνατότητα δημιουργίας αυτού του είδους slopaganda διαθέτουν εδώ και χρόνια την τεχνολογία τοποθέτησης υδατογραφήματος σε περιεχόμενο που παράγεται από παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη. Αποφάσισαν, ωστόσο, να μη δώσουν πρόσβαση σε αυτήν την τεχνολογία σε ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, καθηγητές ή ακόμα και στις Αρχές –σε όσους, δηλαδή, χρειάζεται πραγματικά να γνωρίζουν εάν μια εικόνα ή ένα κείμενο είναι αυθεντικά».
Ο Κλίνσεβιτς σημειώνει ότι οι δημοσιογράφοι θα αποτελέσουν την τελευταία γραμμή άμυνας της αλήθειας αλλά και στόχο.
«Ο στόχος, τελικά, θα είστε εσείς [οι δημοσιογράφοι]. Η αλήθεια σε έναν κόσμο πλημμυρισμένο από slop χάνεται. Δεν υπάρχουν αρχές, δεν υπάρχουν πηγές που να αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα, απλώς διαλέγεις αυτό που ταιριάζει με ό,τι θεωρείς αληθινό. Και οι δημοσιογράφοι θα αντικατασταθούν –αυτό είναι ένα από τα μηνύματα που θέλουμε να περάσουμε στη μελέτη μας: ότι μπορείς να δημιουργήσεις ιστορίες με εικόνες που μοιάζουν τοπικές, αλλά είναι κατασκευασμένες».

Επίθεση στη δημοσιογραφική αξιοπιστία
Οι δυστοπικές προβλέψεις του Κλίνσεβιτς φαίνεται πως ήδη επαληθεύονται.
Σε μια πρόσφατη έρευνα των RSF, ο Μπερτιέ και η ομάδα του εξέτασαν 100 deepfakes δημοσιογράφων που αναρτήθηκαν στα social media μεταξύ 2023 και 2025. Το περιεχόμενο κάλυπτε διάφορα θέματα: ορισμένα ήταν απάτες που χρησιμοποιούσαν την εικόνα ενός δημοσιογράφου για να πουλήσουν φάρμακα, ενώ άλλα εμφάνιζαν δημοσιογράφους να τάσσονται κατά της κυβέρνησής τους ή να ανακοινώνουν σχέδια εκλογικής απάτης. Το 74% των δημοσιογράφων που μπήκαν στο στόχαστρο ήταν γυναίκες.
«Πρόκειται για επίθεση στην αξιοπιστία του δημοσιογράφου», λέει ο Μπερτιέ. «Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι μπορούν να κάνουν οι δημοσιογράφοι, γιατί στην ουσία κάνουν ήδη ό,τι μπορούν, κάνουν τη δουλειά τους».
Ο Μπερτιέ υποστηρίζει ότι τα μέσα ενημέρωσης πρέπει να ενισχύσουν τη διαφάνειά τους απέναντι στο κοινό, επενδύοντας σε συστήματα σήμανσης περιεχομένου, ούτως ώστε οι πολίτες να μπορούν να δουν όλα τα μεταδεδομένα ή τις τροποποιήσεις που έχουν γίνει στο υλικό τους.
Συμπληρώνει, επίσης, ότι αυτό που έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία είναι να υποχρεωθούν οι πλατφόρμες δια νόμου να επισημαίνουν εάν ένα περιεχόμενο είναι αυθεντικό ή εάν έχει παραχθεί με χρήση τεχνητής νοημοσύνης. Έτσι, όταν δεν εμφανίζεται η προέλευσή του, θα πρέπει να θεωρείται αυτομάτως ύποπτο.
Επιπλέον, οι RSF προτείνουν τη θέσπιση ειδικού ποινικού αδικήματος για τη διάδοση κακόβουλων deepfakes.
«Δεν μπορείς να παλέψεις με ανθρώπους που δεν ακολουθούν τους ίδιους κανόνες στη δημόσια συζήτηση. Οι δημοσιογράφοι δέχονται τρομερή πίεση και αυτό είναι που επιτρέπει την εξάπλωση ψεύτικου περιεχομένου», λέει ο Μπερτιέ.
