Οι δημοσιογράφοι των Mongabay και CNN πίσω από την πρόσφατη έρευνα για τις κινήσεις του κινεζικού στόλου εξόρυξης βαθέων υδάτων μιλούν για την ιδέα, τη «data-centric» προσέγγιση, τη μεθοδολογία και τα βήματα που ακολούθησαν για μια συνεργατική έρευνα, που διήρκεσε έναν χρόνο και πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του Pulitzer Center.
Κεντρική εικόνα: Ευγενική παραχώρηση Mongabay
Μετάφραση: Ανατολή Σταυρουλοπούλου
Η αυξανόμενη ζήτηση ορυκτών πρώτων υλών έχει πυροδοτήσει μια παγκόσμια κούρσα για τις σπάνιες γαίες, η οποία φτάνει ακόμα και στα βάθη των ωκεανών. Εκεί βρίσκονται πολυμεταλλικοί όζοι, πλούσιοι σε πολύτιμα στοιχεία όπως μαγγάνιο, νικέλιο, χαλκό και κοβάλτιο. Σε αυτόν τον αγώνα δρόμου, όμως, η Κίνα φαίνεται πως αξιοποιεί τον στόλο της και για άλλους σκοπούς, πέρα από την έρευνα βαθέων υδάτων. Αυτό δείχνει κοινή έρευνα των Mongabay και CNN που πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη του Pulitzer Center.
Η έρευνα που διεξήχθη πάνω στις κινήσεις του κινεζικού στόλου εξόρυξης βαθέων υδάτων παρακολούθησε την πορεία οκτώ ερευνητικών πλοίων από τον Ιανουάριο του 2021 έως τον Ιανουάριο του 2026. Τα στοιχεία δείχνουν ότι τα πλοία περνούσαν ελάχιστο χρόνο στις ίδιες τις περιοχές εξερεύνησης, ενώ πραγματοποιούσαν εκτεταμένα ταξίδια σε θαλάσσιες οδούς με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Αξιοποιώντας δεδομένα που παραχωρήθηκαν κατόπιν αιτήματος του Pulitzer Center από την πλατφόρμα Marine Traffic, καθώς και ελεύθερα διαθέσιμα δεδομένα από το Deep Sea Mining Watch, οι δημοσιογράφοι διαπίστωσαν ότι τα οκτώ πλοία που παρακολουθούσαν επισκέπτονταν κινεζικές ναυτικές βάσεις, απενεργοποιούσαν τα συστήματα Αυτόματης Αναγνώρισης (AIS) και εισέρχονταν σε Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ) άλλων χωρών.
Το iMEdD μίλησε με τις συντάκτριες της κοινής αυτής έρευνας, την Ελίζαμπεθ Άλμπερτς (Elizabeth Alberts), senior δημοσιογράφο στο Mongabay και Fellow του Ocean Reporting Network (ORN) του Pulitzer Center, και την Κάρα Φοξ (Kara Fox), senior ρεπόρτερ του CNN.

Πώς ξεκίνησε η έρευνα
Η ιδέα να μελετήσουν τη διασύνδεση των ερευνών για εξορύξεις στον πυθμένα της θάλασσας («deep-sea mining») και τον στρατιωτικό τομέα στην ουσία ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της υποτροφίας της Ελίζαμπεθ Άλμπερτς στο ORN του Pulitzer Center.
«Ήταν αυτή η “βάση” γνώσεων που είχαμε ήδη αποκτήσει από πηγές σχετικά με τη δυνατότητα “διπλής χρήσης” μερικών από τους κυριότερους παράγοντες της βιομηχανίας που μας έκανε να το ερευνήσουμε βαθύτερα», αναφέρει η Κάρα Φοξ. «Μας ενδιέφερε η Κίνα για πολλούς λόγους, αν και αυτή δεν ήταν το κύριο ενδιαφέρον μας, όταν ξεκινήσαμε την έρευνα», δήλωσε, συμπληρώνοντας πως «έρευνες σαν αυτή, που χρειάζονται πολλούς μήνες και έχουν πολλαπλές πτυχές, μπορούν να σε οδηγήσουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Και όταν ξεκινήσαμε να κοιτάμε την Κίνα, αισθανθήκαμε ότι ήταν, καταφανώς, ένα σημείο για να συνεχίσουμε τη διερεύνηση».
Η ενασχόληση των δύο δημοσιογράφων με τις δραστηριότητες των κινεζικών σκαφών ξεκίνησε όταν το Πεκίνο υπέγραψε με τα Νησιά Κουκ, νησιωτική χώρα στον νότιο Ειρηνικό Ωκεανό, μνημόνιο κατανόησης (MoU) για τις έρευνες στον πυθμένα της θάλασσας, τον Φεβρουάριο του 2025.
Η υπογραφή του MoU αποτέλεσε μια «γεωπολιτική μεταβολή», υπογραμμίζει η Φοξ, και οδήγησε τις δημοσιογράφους να εντοπίσουν άλλες αναφορές σχετικές με τη «διπλή χρήση» σκαφών από το Πεκίνο. Έτσι, εντόπισαν έρευνα του Center for Strategic & International Studies (CSIS) από το 2024, για τα ωκεανογραφικά σκάφη της Κίνας στον Ινδικό Ωκεανό. Τα πρώτα βήματα της μεθοδολογίας για το θέμα που ήθελαν να δημιουργήσουν ξεκίνησε από εκεί, εξηγεί η Φοξ.
Στην έρευνά του, το CSIS «είχε εντοπίσει ότι περισσότερα από 12 πλοία που φαίνεται πως η Κίνα τα χρησιμοποιούσε για στρατιωτικές χρήσεις, όχι μόνο για ερευνητικούς σκοπούς. Συζητήσαμε μαζί τους για ορισμένες πτυχές της μεθοδολογίας τους. Και ήταν παρόμοια με κάποια σημεία της μεθοδολογίας με την οποία είχαμε αρχίσει να πειραματιζόμαστε και εμείς».
Για την προσοχή που δόθηκε στην περίπτωση της Κίνας, η Άλμπερτς εξηγεί ότι «θέλαμε να δούμε την Κίνα γιατί αυτή έχει τον μεγαλύτερο αριθμό συμβολαίων με τη Διεθνή Αρχή των Θαλάσσιων Βυθών (International Seabed Authority, ISA). Ταυτόχρονα, όμως, σημειώνει, επίσης, ότι «οι ΗΠΑ θέλουν να εξερευνήσουν ακόμα μεγαλύτερες εκτάσεις του βυθού».

Η μεθοδολογία και οι ειδικοί παράμετροι
Ο εντοπισμός της σωστής μεθοδολογίας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα βήματα πριν από την έναρξη μιας μακρόπνοης έρευνας. Για την Άλμπερτς και τη Φοξ, όπως αναφέρουν, τα πρώτα βήματα της διαδικασίας αυτής έγιναν με βάση έρευνες του CSIS και άλλων ειδικών στο θέμα, όπως η Νταρσάνα Μπαρούα (Darsana Baruah), εξειδικευμένη στην ασφάλεια και τη στρατηγική για την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού στο International Institute for Strategic Studies (IISS) και ο Ρέιμοντ Πάουελ (Raymond Powell) του SeaLight, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που εστιάζει στις δραστηριότητες του κινεζικού πολεμικού ναυτικού.
Το μεγάλο αριθμητικό μέγεθος του ωκεανογραφικού στόλου του Πεκίνου αποτέλεσε μία από τις πρώτες προκλήσεις στην έρευνα, καθώς δεν ήταν όλα τα σκάφη εξίσου σημαντικά. «Ήταν κάπως δύσκολο στην αρχή να εντοπιστεί ποια σκάφη του μεγάλου ωκεανογραφικού στόλου της Κίνας απασχολούνται κυρίως με τις εξορύξεις στον βυθό», λέει η Φοξ.
«Αυτό που κάναμε ήταν να ελέγξουμε τα κινεζικά έγγραφα μαζί με συναδέλφους μας που ομιλούν τη γλώσσα και τα διαθέσιμα στοιχεία στο China Maritime Studies Institute, ένα ερευνητικό κέντρο του κολεγίου του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού».

Έτσι, καταρτίστηκε μια λίστα με σκάφη που φέρονταν να διεξήγαγαν έρευνες σε περιοχές της ISA –με την έρευνα, τελικά, να επικεντρώνεται σε οκτώ από αυτά.
«Όπως γίνεται σε κάθε μεγάλο πρότζεκτ με μεγάλο όγκο δεδομένων, ξεκινάς να τα περιορίζεις. Έχουμε δεδομένα πέντε ετών από αυτά τα συγκεκριμένα πλοία. Στο άρθρο μας, παρακολουθήσαμε οκτώ, αλλά, όταν ξεκινήσαμε αρχικά, είχαμε περίπου 20. [Από τα δεδομένα πέντε χρόνων] από το Marine Traffic έπρεπε να εφαρμόσουμε πολύ συγκεκριμένες παραμέτρους, για να εντοπίσουμε αυτά που ψάχναμε. Έτσι, επιλέξαμε να δούμε αν είχαν περάσει χρόνο στις περιοχές στις οποίες η Κίνα έχει λάβει άδεια από την ISA», σημειώνει η Φοξ, εξηγώντας ότι εντάχθηκαν σκάφη που βρέθηκαν είτε μέσα σε περιοχή άδειας είτε σε ακτίνα 20 ναυτικών μιλίων από αυτή, αλλά και σκάφη που έκαναν περάσματα με χαμηλή ταχύτητα σε περιοχές ISA ή ΑΟΖ.
Ως προς το τελευταίο, οι δημοσιογράφοι έψαξαν ρεπορτάζ από τοπικά μέσα ενημέρωσης, για να εξακριβωθεί εάν αυτά τα περάσματα των κινεζικών σκαφών ήταν με τη σύμφωνη γνώμη των τοπικών Αρχών.
«Ψάχναμε στα άρθρα των ΜΜΕ, για να δούμε εάν υπήρχε κάτι που αναφέρθηκε στις ειδήσεις για κινεζικό σκάφος στην ΑΟΖ του Παλάου, για παράδειγμα», ανέφερε η Άλμπερτς.
Ταυτόχρονα, ακόμα ένα στοιχείο που ελήφθη υπόψη για την έρευνα ήταν εάν τα σκάφη αυτά είχαν επισκεφθεί στρατιωτικές εγκαταστάσεις του κινεζικού πολεμικού ναυτικού.
Τα δεδομένα και το «spoofing»
Η έρευνα των δύο δημοσιογράφων τοποθέτησε στο επίκεντρο της μεθοδολογίας τα γεωχωρικά δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από τα συστήματα AIS (Automatic Identification System) των σκαφών, τα οποία μεταδίδουν δεδομένα για τις συντεταγμένες των πλοίων.
Για την πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα σημαντική ήταν η συνεισφορά του Pulitzer Center. «Μας παρείχε υποστήριξη στα δεδομένα κατά τα πρώτα στάδια της έρευνας, για να πάρουμε τα στοιχεία κινήσεων των σκαφών. [Επίσης], βοήθησε στην επικοινωνία με το Marine Traffic, το οποίο μας παρείχε μεγάλο όγκο δεδομένων», τόνισε η Άλμπερτς.
Τα δεδομένα των AIS δεν είναι αψεγάδιαστα, όμως. Μια κοινή πρακτική που εντοπίζεται σε περιπτώσεις απόκρυφων ενεργειών από πλοία είναι το «spoofing», η εκ προθέσεως παραποίηση των δεδομένων AIS, των σημάτων ενός πλοίου, με σκοπό τη μετάδοση ψευδών στοιχείων σχετικά με τη θέση, την ταυτότητα ή την ταχύτητά του.
«Ένας περιορισμός που υπήρχε στα δεδομένα ήταν εάν τα πλοία φέρονταν να έκαναν “spoofing” ή έκρυβαν τα στοιχεία του AIS […] Εκεί, ζητήσαμε βοήθεια από την εταιρεία Starboard Maritime Intelligence, που εξειδικεύεται στο AIS», ανέφερε η Φοξ, συμπληρώνοντας ότι η συγκεκριμένη ομάδα προσέφερε ως προς κάτι ακόμη για το οποίο ενδιαφέρονταν σε επίπεδο δεδομένων, «που ήταν εάν τα σκάφη αυτά είχαν διασχίσει περιοχές όπου βρίσκονταν υποθαλάσσια καλώδια».
«Ένα σημείο που ήταν αρκετά κομβικό σε αυτή την έρευνα ήταν όταν βρήκαμε ορισμένες διαδρομές που όχι μόνο φαίνονταν ενδιαφέρουσες, αλλά επίσης συνέπιπταν σε όλες τις παραμέτρους. Τότε βγάζαμε εικόνες της διαδρομής και τις δείξαμε στους ειδικούς [με τους οποίους συνομιλούσαμε] (…) Και αυτό ήταν εξαιρετικά βοηθητικό, καθώς υπήρχε ακόμα και διχογνωμία μεταξύ τους, και μας έδωσε τη δυνατότητα να κοιτάξουμε την ευρύτερη εικόνα και να αναρωτηθούμε “μήπως δεν είναι αυτό το σημείο που μας ενδιαφέρει;”», δηλώνει η Φοξ.
Οι προκλήσεις και οι περιορισμοί
Διαχειριζόμενες μια έρευνα με μεγάλο όγκο δεδομένων σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, οι δημοσιογράφοι ήρθαν αντιμέτωπες με σημαντικές προκλήσεις.
Για την Άλμπερτς, η άρνηση ανταπόκρισης και η μη απόκριση από τις κινεζικές εταιρείες και τα αρμόδια υπουργεία ήταν ένα από τα πιο δύσκολα κομμάτια αυτής της πολύμηνης προσπάθειας. «Ήταν πράγματι πολύ δυσάρεστο, γιατί αποτελεί ένα είδος “κενού” στο ρεπορτάζ, το οποίο θα θέλαμε να είχαμε καλύψει, αλλά ξέραμε ότι θα ήταν δύσκολο ούτως ή άλλως», δήλωσε. «Λάβαμε μία απάντηση από το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών, αλλά κατά τα άλλα δεν λάβαμε καμία απάντηση από τις εταιρείες και τους φορείς που ασχολούνταν με αυτό το έργο», συμπλήρωσε.
Η Φοξ, από την άλλη, υπογράμμισε την περιπλοκότητα μιας πολύμηνης ερευνητικής διαδικασίας κατά τη διάρκεια της οποίας σημειώνονταν συνεχώς νέες εξελίξεις γύρω από το ζήτημα. «Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της έρευνάς μας, ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που επιταχύνει τις δραστηριότητες εξορύξεων στον βυθό της θάλασσας. Αυτό, φυσικά, αποτέλεσε ένα επιπρόσθετο ενδιαφέρον [στοιχείο για το άρθρο]», τόνισε η ίδια.
Tips και πρακτικές συμβουλές
από την Κάρα Φοξ και την Ελίζαμπεθ Άλμπερτς
- Μη δημοσιεύεις ποτέ χωρίς εξωτερικό έλεγχο. Δούλεψε τα πρώτα σου ευρήματα με πολλούς ειδικούς του αντικειμένου, για να διασταυρώσεις τα δεδομένα και να εντοπίσεις νέα στοιχεία που «προχωρούν» την έρευνα. Εάν προκύπτουν αντικρουόμενες ερμηνείες από τους ειδικούς, επέστρεψε στην αρχική σου υπόθεση και επανεξέτασέ την εκ νέου. Και μη διστάσεις να αφήσεις στην άκρη στοιχεία που μπορεί να φαίνονται ελκυστικά, αλλά δεν τεκμηριώνονται επαρκώς. Είναι προτιμότερο κάτι να αμφισβητηθεί ή ακόμη και να αφαιρεθεί πριν από τη δημοσίευση, παρά να χρειαστεί διόρθωση εκ των υστέρων.
- Εάν ένα εύρημα/στοιχείο παραμένει ασαφές λόγω αντικρουόμενων απόψεων, να είσαι έτοιμος/η να το αφήσεις στην άκρη.
- Μην περιμένεις να έχεις έτοιμο το τελικό κείμενο για να μιλήσεις με ειδικούς. Επικοινώνησε μαζί τους ήδη από το στάδιο της ιδέας, ώστε να χτίσεις σχέση εμπιστοσύνης και να ωθήσεις την έρευνα προς τη σωστή κατεύθυνση. Έτσι, όταν θα έχεις στα χέρια σου συγκεκριμένα δεδομένα, οι πηγές σου θα νιώθουν ότι είναι ήδη μέρος του πρότζεκτ και θα είναι πολύ πιο πρόθυμες να προσφέρουν ουσιαστικό feedback που ενδεχομένως να ξεκλειδώσει την έρευνα.
- Αναζήτησε μια παγκόσμια και διεπιστημονική ομάδα ειδικών. Για τη συγκεκριμένη δημοσιογραφική έρευνα, συμβουλευτήκαμε περισσότερους από δώδεκα ειδικούς σε διάφορες ηπείρους, συνδυάζοντας εξειδικευμένη ναυτική ανάλυση με ακαδημαϊκή τεκμηρίωση, ώστε να διαμορφωθεί μια πλήρης εικόνα.
- Δεν χρειάζεται να είσαι επιστήμονας δεδομένων για να κάνεις δημοσιογραφία δεδομένων. Αυτό που χρειάζεται είναι να ξέρεις να συνεργάζεσαι σωστά. Δούλεψε με συναδέλφους που μπορούν να σε υποστηρίξουν τεχνικά και να σε καθοδηγήσουν μέσα στη διαδικασία. Προτίμησε εργαλεία αντί για κώδικα.
- Εάν τα πιο σύνθετα εργαλεία σου φαίνονται δύσκολα, ξεκίνα με κάτι πιο απλό. Εμείς, για παράδειγμα, χρησιμοποιήσαμε το QGIS μετά από εκπαίδευση από την ομάδα δεδομένων του Pulitzer Center, αλλά υπάρχουν και πιο προσιτές λύσεις για όσους δεν είναι ακόμη έτοιμοι για πιο απαιτητικά εργαλεία ή μεγάλα σύνολα δεδομένων, όπως το Kpler και το Google Earth. Το ίδιο ισχύει και για πλατφόρμες όπως το Global Fishing Watch και το Deep Sea Mining Watch, που είναι εύχρηστες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ερευνητικά πρότζεκτ. Το βασικό είναι να ξεκινήσεις με κάτι που νιώθεις άνετα και, όσο προχωρά η δουλειά, να ανεβάζεις σταδιακά το επίπεδο.
