Oι ομάδες έκτακτης ανάγκης οργανισμών που προασπίζουν την ελευθερία του Τύπου είναι συχνά οι απoδέκτες των μηνυμάτων SOS των δημοσιογράφων. Τρία μέλη τέτοιων ομάδων μίλησαν στο iMEdD για το τι έχει αλλάξει και τι απαιτείται πλέον για να διασφαλιστεί η ασφάλεια των δημοσιογράφων.
Κεντρική εικόνα: Ευγένιος Καλοφωλιάς
Μέσα σε τρεις αφγανικές αίθουσες σύνταξης υπό γυναικεία ηγεσία

Τρεις γυναίκες που διευθύνουν αφγανικές δημοσιογραφικές ομάδες εξηγούν τις προκλήσεις του δημοσιογραφικού έργου υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν, της αρχισυνταξίας εξ αποστάσεως και του διαρκούς αγώνα για τη λειτουργία των μέσων τους.
Για πολλούς δημοσιογράφους ανά τον κόσμο, μια επείγουσα κατάσταση που απειλεί τη ζωή τους ξεκινά συχνά μέσα σε ελάχιστο χρόνο: ένα τηλεφώνημα, ένα χτύπημα στην πόρτα, ένα μήνυμα που δεν μπορούν να αγνοήσουν. Ακολουθεί μια γρήγορη σειρά αποφάσεων: τι να πάρουν μαζί τους, τι να αφήσουν πίσω, ποιον να προστατεύσουν. Ο χρόνος για να επεξεργαστούν τι τους συμβαίνει είναι λίγος. Το άμεσο μέλημά τους είναι η επιβίωση.
«Δεν είναι πλέον απαραίτητο να βρίσκεσαι [ως δημοσιογραφος] σε μια εμπόλεμη ζώνη για να νιώθεις ανασφαλής ενώ κάνεις τη δουλειά σου», δήλωσε η Λούσι Γουέστκοτ (Lucy Wescott), διευθύντρια έκτακτων περιστατικών στην Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων (Committee to Protect Journalists, CPJ) και πρώην δημοσιογράφος.
Κάθε μέρα, οι ομάδες έκτακτης ανάγκης των οργανισμών που προασπίζουν την ελευθερία του Τύπου εξετάζουν δεκάδες επείγοντα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, πληροφορίες από συναδέλφους και κρυπτογραφημένα μηνύματα που φτάνουν μέσω ενός πλέγματος ασφαλών πλατφορμών.
Σύμφωνα με τη CPJ, για πέμπτη συνεχόμενη χρονιά, περισσότεροι από 300 δημοσιογράφοι βρίσκονταν στη φυλακή το 2025. Σε μια επιπλέον έκθεση, η Επιτροπή ανέφερε ότι το 2025 ήταν η πιο θανατηφόρα χρονιά που έχει καταγραφεί για τον Τύπο, με τουλάχιστον 129 δημοσιογράφους και εργαζόμενους στα ΜΜΕ να έχουν σκοτωθεί παγκοσμίως. Η Γάζα ήταν η περιοχή με τις περισσότερες απώλειες, ακολουθούμενη από το Σουδάν, την Ουκρανία, το Μεξικό και τις Φιλιππίνες.
Το 2018, η χρονιά δηλαδή όταν η Γουέστκοτ εντάχθηκε στην ομάδα της CPJ , «έμοιαζε σαν μια διαφορετική εποχή στην ιστορία», ανέφερε.
Για χρόνια, οι σοβαρότεροι κίνδυνοι στο πεδίο συνδέονταν κυρίως με τη δουλειά των πολεμικών ανταποκριτών, οι οποίοι κάλυπταν εμπόλεμες συγκρούσεις στο εξωτερικό, από τον Ντάνιελ Πέρλ (Daniel Pearl) που έχασε την ζωή στο Πακιστάν έως τον Τζέιμς Φόλει (James Foley) στη Συρία και τον Κρις Χόνδρος (Chris Hondros) στη Λιβύη.
Από τότε, πρόσθεσε η ίδια, οι απειλές κατά των δημοσιογράφων έχουν γίνει «πολύ πιο διαδεδομένες και αλληλένδετες», ξεπερνούν τα στενά περιθώρια των εμπόλεμων ζωνών και επηρεάζουν δημοσιογράφους σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο.
Δεν είναι πλέον απαραίτητο να βρίσκεσαι [ως δημοσιογραφος] σε μια εμπόλεμη ζώνη για να νιώθεις ανασφαλής ενώ κάνεις τη δουλειά σου.
Λούσι Γουέστκοτ, διευθύντρια έκτακτων περιστατικών στην Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων (Committee to Protect Journalists, CPJ) και πρώην δημοσιογράφος
Η εποχή των «πολλαπλών κρίσεων»
Η Λούσι Γουέστκοτ περιέγραψε τις απειλές που αντιμετωπίζουν σήμερα οι δημοσιογράφοι ως «πολλαπλές κρίσεις» — αλληλεπικαλυπτόμενους φυσικούς, ψηφιακούς, ψυχολογικούς και νομικούς κινδύνους, που συχνά προκύπτουν ταυτόχρονα. Οι δημοσιογράφοι, ανέφερε, αναγκάζονται όλο και περισσότερο να αντιμετωπίζουν πολλές απειλές την ίδια στιγμή, από πολλαπλές κατευθύνσεις.
Για τη δεκαμελή ομάδα έκτακτης ανάγκης της CPJ, με μέλη που εργάζονται στη Νέα Υόρκη και σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι καλούνται να συνδράμουν στην απελευθέρωση φυλακισμένων δημοσιογράφων, να υποστηρίξουν οικογένειες δημοσιογράφων μετά από την δολοφονία τους, να βοηθήσουν ρεπόρτερ που αντιμετωπίζουν διώξεις ή να υποτηρίξουν όσους αναγκάζονται να εξοριστούν.
«Βλέπουμε την ειδησεογραφία να αλληλεπιδρά άμεσα με τη δουλειά μας», είπε η Γουέστκοτ. «Πολλές φορές, τα άτομα για τα οποία γίνεται αναφορά στα ρεπορτάζ, είναι τα ίδια με αυτά που βοηθάμε».

Η κρίση, ωστόσο, κλιμακώνεται. Ο Παγκόσμιος Δείκτης Ελευθερίας του Τύπου (World Press Freedom Index) του 2026 των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (Reporters Without Borders, RSF) περιγράφει μία από τις πιο ζοφερές εικόνες για τον παγκόσμιο δημοσιογραφικό κλάδο τα τελευταία 25 χρόνια, προειδοποιώντας ότι οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο την παρακολούθηση δημοσιογράφων, τους νόμους για την εθνική ασφάλεια, τις αυθαίρετες κρατήσεις και τις διώξεις δημοσιογράφων για πολιτικούς λόγους, ώστε να περιορίσουν τη δημοσιογραφική κάλυψη. Πάνω από το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού ζει πλέον σε χώρες όπου η ελευθερία του Τύπου αντιμετωπίζει «πολύ σοβαρή» απειλή.
«Προσπαθώ να διαχειριστώ όλα αυτά τα διαφορετικά πρότζεκτ, φροντίζοντας παράλληλα να αισθάνεται η ομάδα μου ότι έχει υποστήριξη και φροντίδα», είπε η Γουέστκοτ. «Αυτή η δουλειά μπορεί να είναι αρκετά εξαντλητική».
Βλέπουμε την ειδησεογραφία να αλληλεπιδρά άμεσα με τη δουλειά μας. Πολλές φορές, τα άτομα για τα οποία γίνεται αναφορά στα ρεπορτάζ, είναι τα ίδια με αυτά που βοηθάμε.
Λούσι Γουέστκοτ, διευθύντρια έκτακτων περιστατικών στην Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων (Committee to Protect Journalists, CPJ) και πρώην δημοσιογράφος

Η διαδικασία εξακρίβωσης
«Όλοι όσοι επικοινωνούν μαζί μας αντιμετωπίζουν μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης», είπε η Γουέστκοτ. Ωστόσο, οι καταστάσεις έκτακτης ανάγκης μπορούν να πάρουν πολλές μορφές: μια επικείμενη αγωγή SLAPP, μια κράτηση, μια απέλαση ή διαδικτυακές απειλές εναντίον ενός δημοσιογράφου, που κλιμακώνονται σε φυσική παρακολούθηση.
Η ομάδα έκτακτης ανάγκης της CPJ αξιολογεί τις υποθέσεις με βάση ένα κεντρικό ερώτημα, σημείωσε η Γουέστκοτ: «Βρίσκεται σε κίνδυνο η ζωή, η σωματική ακεραιότητα ή η ελευθερία κάποιου;»
Μόλις φτάσει ένα αίτημα, ο οργανισμός αρχίζει να εξετάζει κάθε περίπτωση. «Κάθε μέλος της ομάδας που χειρίζεται αιτήματα έκτακτης ανάγκης έχει σαφή γεωγραφική αρμοδιότητα – αυτό εξοικονομεί χρόνο που θα χανόταν προσπαθώντας να αποφασιστεί ποιος χειρίζεται τι», δήλωσε η Βαλεντίν Γκαβάρ, συντονίστρια υποστήριξης δημοσιογράφων, η οποία επιβλέπει την άμεση υποστήριξη που παρέχει η CPJ σε δημοσιογράφους που διατρέχουν κίνδυνο σε παγκόσμιο επίπεδο. «Ωστόσο, τουλάχιστον τέσσερις φορές την εβδομάδα, οι συναντήσεις μας αποτελούν μια ευκαιρία να μοιραστούμε τις υποθέσεις στις οποίες εργαστήκαμε, να συζητήσουμε τυχόν προκλήσεις και να αναλογιστούμε το πώς μας επηρεάζουν».
«Ακόμα κι αν ένα μέλος της ομάδας έχει την ευθύνη μιας συγκεκριμένης υπόθεσης, αυτό που θέλω να αποφύγω με κάθε τρόπο είναι να νιώθει μόνο του όταν πρέπει να βρει την καλύτερη στρατηγική διαχείρισης. Ολόκληρη η ομάδα μπορεί πάντα να συμμετάσχει στη λήψη δύσκολων αποφάσεων και στην εύρεση δημιουργικών λύσεων, και αυτό βοηθά να μειωθεί μέρος της πίεσης και του άγχους που σχετίζονται με αυτή τη δουλειά».
Η διαδικασία αυτή μπορεί να οδηγήσει σε παροχή βοήθειας, που περιλαμβάνει από την αγορά εξοπλισμού έως και οικονομική ενίσχυση για την επείγουσα μετεγκατάσταση δημοσιογράφων. «Θυμάμαι την περίπτωση ενός δημοσιογράφου στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό που απήχθη και κρατήθηκε όμηρος, κατάφερε να δραπετεύσει και επικοινώνησε αμέσως μαζί μας», δήλωσε η Γκαβάρ. «Ο συντονισμός με τους τοπικούς μας συνεργάτες μας επέτρεψε να τον βοηθήσουμε να φτάσει σε ασφαλές μέρος. Ο χρόνος ανταπόκρισης έπαιξε καθοριστικό ρόλο».
Κάθε μέλος της ομάδας που χειρίζεται αιτήματα έκτακτης ανάγκης έχει σαφή γεωγραφική αρμοδιότητα – αυτό εξοικονομεί χρόνο που θα χανόταν προσπαθώντας να αποφασιστεί ποιος χειρίζεται τι.
Βαλεντίν Γκαβάρ, Συντονίστρια Υποστήριξης Δημοσιογράφων, η οποία επιβλέπει την άμεση υποστήριξη που παρέχει η CPJ σε δημοσιογράφους που διατρέχουν κίνδυνο σε παγκόσμιο επίπεδο
Δείκτης RSF 2026: Στο «κόκκινο» η ελευθερία του Τύπου παγκοσμίως

Η ελευθερία του Τύπου βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 25 ετών παγκοσμίως, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα για το 2026
Για τους Δημοσιογράφους Χωρίς Σύνορα, τα κριτήρια επιλεξιμότητας είναι εξίσου αυστηρά.
Η οργάνωση υποστηρίζει δημοσιογράφους που απειλούνται συγκεκριμένα λόγω της δημοσιογραφικής τους ιδιότητας, δήλωσε η Βικτόρια Λαβενιού (Victoria Lavenue), η οποία ηγείται της ομάδας υποστήριξης των RSF από το Παρίσι.
«Η αποστολή μας είναι εξαιρετικά συγκεκριμένη», είπε. «Είμαστε εδώ για να υποστηρίζουμε δημοσιογράφους που απειλούνται, επειδή είναι δημοσιογράφοι».
Η διαδικασία εξέτασης των αιτημάτων έχει επίσης γίνει πιο αυστηρή τα τελευταία χρόνια. «Μια μεγάλη πρόκληση είναι ότι δεν μπορούμε να επικοινωνούμε απευθείας με δημοσιογράφους όσο βρίσκονται στο Ιράν, επειδή είναι απλά πολύ επικίνδυνο για αυτούς», πρόσθεσε η Λαβενιού.
Έχουν σημειωθεί σπάνιες περιπτώσεις υπαλλήλων των κυβερνητικών υπηρεσιών πληροφοριών, που προσποιούνται τους δημοσιογράφους που αναζητήσουν πληροφορίες ή βοήθεια. Αιτήματα που προέρχονται απευθείας από το εσωτερικό εξαιρετικά αυταρχικών καθεστώτων μπορούν να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου. «Όταν ένας δημοσιογράφος αναλαμβάνει το τεράστιο ρίσκο να επικοινωνήσει μαζί μου, ας πούμε από το εσωτερικό του Ιράν», είπε, «το ελέγχω αμέσως».
Μόλις η ταυτότητα του δημοσιογράφου επιβεβαιωθεί, οι οργανισμοί παρέχουν συνήθως δύο μορφές υποστήριξης: ενισχύσεις έκτακτης ανάγκης, που καλύπτουν τα έξοδα μετεγκατάστασης, όπως αεροπορικά εισιτήρια, ενοίκιο και νομικά έξοδα, καθώς και διοικητική βοήθεια, συμπεριλαμβανομένης της καθοδήγησης για τις αιτήσεις βίζας και ασύλου.
Η απομάκρυνση ενός δημοσιογράφου από τη χώρα του είναι σπάνια η πρώτη επιλογή, ανέφεραν τόσο η Γουέστκοτ όσο και η Λαβενύ. Οι ομάδες τους προσπαθούν, όποτε είναι δυνατόν, να βοηθήσουν τους δημοσιογράφους να παραμείνουν πιο κοντά στην πατρίδα τους μετακινούμενοι εσωτερικά ή λαμβάνοντας άλλα μέσα υποστήριξης.
Η μετεγκατάσταση στο εξωτερικό θεωρείται συνήθως η έσχατη λύση.
Εξόριστοι δημοσιογράφοι: μια εντεινόμενη τάση
Τα τελευταία πέντε χρόνια, ένας αυξανόμενος αριθμός δημοσιογράφων έχει αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του μετά από στρατιωτικά πραξικοπήματα και απότομες μεταβιβάσεις της εξουσίας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μεταξύ άλλων είναι το Αφγανιστάν. Οι ομάδες έκτακτης ανάγκης αναφέρουν ότι η τάση αυτή έχει ενταθεί τα τελευταία χρόνια.
Αυτό συμβαίνει όταν πολλές κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένων και χωρών της Ευρώπης, έχουν αυστηροποιήσει τους περιορισμούς που ισχύουν για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. «Υπάρχουν πλέον πολύ αυστηρές πολιτικές, οι οποίες ήταν σε ισχύ πριν από μια δεκαετία», δήλωσε η Λούσι Γουέστκοτ. Πρόσθεσε μάλιστα ότι υπάρχουν λιγότερες χώρες, όπου οι δημοσιογράφοι που διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο μπορούν να καταφύγουν — ακόμα και αν πρόκειται για άτομα με καταγεγραμμένες απειλές κατά της ζωής τους και των οικογενειών τους.
Τα τελευταία πέντε χρόνια, η CPJ έχει παρατηρήσει μια αύξηση άνω του 300% στις ενισχύσεις έκτακτης ανάγκης για τη μετεγκατάσταση δημοσιογράφων, γεγονός που αντανακλά την απότομη αύξηση των αιτημάτων για βοήθεια.
Τα τελευταία πέντε χρόνια, η CPJ έχει παρατηρήσει μια αύξηση άνω του 300% στις ενισχύσεις έκτακτης ανάγκης για τη μετεγκατάσταση δημοσιογράφων, γεγονός που αντανακλά την απότομη αύξηση των αιτημάτων για βοήθεια, αναφέρει η Βαλεντίν Γκαβάρ.
Η Γκαβάρ ξεκίνησε την καριέρα της ως δικηγόρος με εξειδίκευση στην υποστήριξη προσφύγων, εργαζόμενη στον τομέα της υποστήριξης αιτήσεων ασύλου, πριν ασχοληθεί στον τομέα της ελευθερίας του Τύπου μετά την ολοκλήρωση του διδακτορικού της. Ανέφερε ότι κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι δημοσιογράφοι ζητούν βοήθεια για μετεγκατάσταση, ενώ άλλοι επικοινωνούν μαζί τους αφού έχουν ήδη οργανώσει οι ίδιοι τη μετεγκατάστασή τους, αλλά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην προσπάθειά τους να ξαναχτίσουν τη ζωή τους στις χώρες υποδοχής.
Ένα μέρος των πιεστικών αυτών συνθηκών εξακολουθεί να αντανακλά κρίσεις του παρελθόντος. Μετά την κατάληψη του Αφγανιστάν από τους Ταλιμπάν το 2021, η CPJ και οι RSF πραγματοποίησαν επείγουσες επιχειρήσεις απο δημοσιογράφων και συνεχίζουν να υποστηρίζουν Αφγανούς δημοσιογράφους στην εξορία χρόνια αργότερα. Οι οργανισμοί επικεντρώνονται πλέον στην υποστήριξη της μετεγκατάστασής τους σε χώρες όπως η Γαλλία, η οποία εκδίδει ανθρωπιστικές βίζες (humanitarian visas) σε περιορισμένο αριθμό. Επιπλέον, υποστηρίζουν την συμμετοχή των δημοσιογράφων σε εργαστήρια ανθεκτικότητας στο Παρίσι για δημοσιογράφους που ξαναχτίζουν τη ζωή τους στο εξωτερικό.

H Γκαβάρ ανέφερε επίσης ότι το Σουδάν, η Μιανμάρ, η Κένυα και η Ουγκάντα έχουν καταστεί σημαντικά «κέντρα» αυτής της ευρύτερης εξόδου. Σουδανοί δημοσιογράφοι μετεγκαθίστανται στην Κένυα και την Ουγκάντα, ενώ μια όλο και αυξανόμενη κοινότητα δημοσιογράφων από τη Μιανμάρ ζουν εξόριστοι στη δυτική Ταϊλάνδη.
Στο Σουδάν, το στρατιωτικό πραξικόπημα της 25ης Οκτωβρίου 2021 ενίσχυσε τους περιορισμούς απέναντι στην ανεξάρτητη δημοσιογραφία, ενώ στη Μιανμάρ το στρατιωτικό πραξικόπημα της ίδιας χρονιάς είχε ως αποτέλεσμα η χούντα να ανατρέψει προηγούμενα κεκτημένα στην ελευθερία του Τύπου, επαναφέροντας τη λογοκρισία, απαγορεύοντας μέσα ενημέρωσης, που ασκούσαν κριτική και ωθώντας πολλούς δημοσιογράφους στην εξορία.
Χώρες διέλευσης
Καθώς όλο και περισσότεροι δημοσιογράφοι αναγκάζονται να καταφύγουν στην εξορία, το αργό σύστημα έκδοσης ανθρωπιστικών θεωρήσεων αναγκάζει τις ομάδες έκτακτης ανάγκης να υποστηρίζουν δημοσιογράφους για πολύ περισσότερο χρόνο από την περίοδο της «έκτακτης» ανταπόκρισής τους, ανέφεραν η Βικτόρια Λαβενιού και η Βαλεντίν Γκαβάρ.
Οι γειτονικές «χώρες διέλευσης» έχουν μετατραπεί εδώ και χρόνια σε τόπους αναμονής για πολλούς εκτοπισμένους δημοσιογράφους.
Αφγανοί δημοσιογράφοι συχνά εγκλωβίζονται στο Πακιστάν και το Ιράν, δημοσιογράφοι από τη Μιανμάρ στην Ταϊλάνδη και Ρώσοι δημοσιογράφοι στις βαλκανικές χώρες. Ακόμη και στην εξορία, πολλοί παραμένουν ευάλωτοι σε παρενοχλήσεις ή πίεσεις από τις κυβερνήσεις από τις οποίες διέφυγαν.
«Το Πακιστάν, επίσης, αυτή τη στιγμή δεν είναι πολύ φιλικό προς τους Αφγανούς δημοσιογράφους», είπε η Λαβενιού. «Τους απελαύνουν πίσω στο Αφγανιστάν. Και οι ευρωπαϊκές χώρες, που συχνά θεωρούνται τελικός τους προορισμός, κλείνουν όλο και περισσότερο τις πόρτες τους, καθιστώντας πιο δύσκολη την απόκτηση βίζας».
Ταυτόχρονα, η ροή δημοσιογράφων που εγκαταλείπουν τις πατρίδες τους συνεχίζεται. «Η πτώση της Καμπούλ ήταν το 2021. Υποτίθεται ότι πρόκειται για μια παλιά κρίση, αλλά δεν είναι», είπε η Λαβενιού. «Και έπειτα, υπάρχει μια νέα γενιά δημοσιογράφων εντός της χώρας, που συνεχίζει να προσπαθεί να αντισταθεί στην λογοκρισία και την καταστολή, και που στη συνέχεια θα πρέπει και εκείνοι να φύγουν».
Η πτώση της Καμπούλ ήταν το 2021. Υποτίθεται ότι πρόκειται για μια παλιά κρίση, αλλά δεν είναι. Yπάρχει μια νέα γενιά δημοσιογράφων εντός της χώρας, που συνεχίζει να προσπαθεί να αντισταθεί στην λογοκρισία και την καταστολή, και που στη συνέχεια θα πρέπει και εκείνοι να φύγουν.
Βικτόρια Λαβενιού, επικεφαλής της ομάδας υποστήριξης των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα.
Νέα ξεκινήματα και ελπίδα για το μέλλον
Για τους δημοσιογράφους σε όλο τον κόσμο, που βρίσκονται στη φυλακή ή αποφυλακίζονται μετά από χρόνια κράτησης, η επιστροφή τους στην καθημερινή ζωή μπορεί να είναι αποπροσανατολιστική. Μετά από 16 χρόνια στη φυλακή Άντρα της Συρίας, κοντά στη Δαμασκό, η δημοσιογράφος Ταλ αλ-Μαλοχί αφέθηκε ελεύθερη στα τέλη του 2024 σε καθημερινές ρουτίνες που μόλις και μετά βίας αναγνώριζε. Αποτελεί παράδειγμα δημοσιογράφου που έπρεπε να αντιμετωπίσει αυτή τη νέα πραγματικότητα.
Το 2024, η CPJ υποστήριξε οικονομικά 15 δημοσιογράφους μετά την αποφυλάκισή τους.
Στη φυλακή, είπε η Γουέστκοτ, πολλοί δημοσιογράφοι έρχονται αντιμέτωποι με βία και απάνθρωπες συνθήκες, ενώ σε ορισμένες χώρες υποχρεώνονται ακόμη και να πληρώνουν για το φαγητό, το νερό και βασικά προϊόντα υγιεινής εντός της φυλακής. Τόνισε ότι διαχειρίζονται την υποστήριξη προς αυτούς τους δημοσιογράφους διαφορετικά και ανα περίπτωση. Σε περιπτώσεις όπου οι δημοσιογράφοι παραμένουν υπό κράτηση και είναι δύσκολο να επικοινωνήσουν απευθείας μαζί τους, οι οργανώσεις συχνά επικοινωνούν μέσω ενδιάμεσων, συνήθως μελών της οικογένειάς τους.
«Ως δημοσιογράφος και εγώ η ίδια, νιώθω συνδεδεμένη με κάθε δημοσιογράφο που έχουμε υποστηρίξει. Θυμάμαι τα ονόματά τους και τις υποθέσεις τους. Πάνω απ’ όλα, νιώθω ευγνωμοσύνη που καταφέραμε να βοηθήσουμε τόσους πολλούς δημοσιογράφους να μείνουν ασφαλείς, να λάβουν ιατρική περίθαλψη, να βελτιώσουν την ψυχική τους υγεία και να ξανασταθούν στα πόδια τους μετά την αποφυλάκισή τους. Αυτό είναι που μας δίνει δύναμη να συνεχίζουμε», είπε η Γουέστκοτ.
Ακόμη και μετά την αποφυλάκισή τους, πρόσθεσε, πολλοί δημοσιογράφοι συνεχίζουν να χρειάζονται υποστήριξη, καθώς προσπαθούν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους, μια πραγματικότητα που αποθαρρύνει όλο και περισσότερο τους νεότερους από το να ασχοληθούν με τη δημοσιογραφία.
Στο φετινό Διεθνές Φεστιβάλ Δημοσιογραφίας στην Περούτζια, όπου η Γουέστκοτ μίλησε για τις βέλτιστες πρακτικές ασφάλειας για δημοσιογράφους, θυμήθηκε πως πρόσεξε μια ομάδα φοιτητών δημοσιογραφίας που στέκονταν κατά μήκος του κεντρικής δρόμου της πόλης, φορώντας κίτρινα γιλέκα και κρατώντας πλακάτ, που έγραφαν: «Πείτε μας γιατί πρέπει να γίνουμε δημοσιογράφοι».
Πλησίασε και τους είπε: «Ποτέ δεν υπήρξε πιο σημαντική στιγμή για να γίνει κανείς δημοσιογράφος».
Μετά από χρόνια ενασχόλησης σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης δημοσιογράφων, η Γουέστκοτ πρόσθεσε, πως αισθάνεται αισιόδοξη. Καθε μέρα είναι μια υπενθύμιση της αξίας του επαγγέλματος, του ρόλου του στην καταγραφή των γεγονότων και στην εξιστόρηση ανθρώπινων ιστοριών. «Θέλω να είμαι αισιόδοξη», είπε, «και θα είμαι».
