H Irene Caselli, δημοσιογράφος πολυμέσων και συγγραφέας, η οποία συν-διευθύνει το Early Childhood Journalism Initiative και θα συμμετάσχει ως μέντορας στο retreat για το τραύμα και την ανθεκτικότητα που συνδιοργανώνουν το Global Center for Journalism & Trauma και το iMEdD, γράφει για τη σημασία της επιβράδυνσης στη δημοσιογραφία.
Η αναγνώριση και η αντιμετώπιση του burnout στις αίθουσες σύνταξης

Μιλώντας στο iMEdD, ειδικοί προειδοποιούν ότι το burnout στον δημοσιογραφικό κλάδο υπερβαίνει την κόπωση και πλέον θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία του Τύπου.
Το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μου το έχω περάσει ως freelance δημοσιογράφος: περισσότερα από 20 χρόνια να ισορροπώ ανάμεσα σε διαφορετικά πρότζεκτ, να τσεκάρω υπερβολικά συχνά το email μου μήπως και είχε απαντήσει κάποια αρχισυνταξία στο pitch μου και να μην ξέρω από πού θα είχα εισόδημα λίγες εβδομάδες ή μήνες αργότερα.
Από την άλλη, αυτή η δουλειά μού έδωσε τη δυνατότητα να ταξιδεύω συχνά, να γνωρίζω ανθρώπους από κάθε γωνιά και κάθε κοινωνικό υπόβαθρο και, τις περισσότερες φορές, να είμαι δίπλα στην οικογένεια και τους φίλους μου όταν με χρειάζονταν – τα καλά της εξ αποστάσεως εργασίας και του ευέλικτου ωραρίου.
To να είσαι, όμως, διαρκώς σε επιφυλακή, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο, τα τηλεφωνήματα στη μία τα ξημερώματα, οι διακοπές που μετατρέπονται σε επαγγελματικά ταξίδια, ενώ παράλληλα ζεις μέσα στην αβεβαιότητα, έχει το τίμημά του. Το ένιωσα ιδιαίτερα όταν ήμουν ανταποκρίτρια στη Λατινική Αμερική, όπου η κάλυψη της έκτακτης επικαιρότητας ήταν η καθημερινότητά μου.
Κάποια στιγμή πίστεψα ότι το πρόβλημα ήμουν εγώ. Δεν άντεχα άλλο αυτήν την ένταση και το απρόβλεπτο και φοβόμουν μήπως κάνω κάποιο σοβαρό λάθος. Ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα που παρακολούθησα το 2018 στο Dart Center, τον προκάτοχο του Global Center for Journalism & Trauma, με βοήθησε να καταλάβω ότι αυτό που περνούσα δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο για δημοσιογράφο που επί χρόνια κουβαλά τις τραυματικές ιστορίες των άλλων και ζει καθημερινά σε φρενήρεις ρυθμούς. Κατάλαβα ότι, εάν ήθελα να συνεχίσω, έπρεπε πρώτα να φροντίσω τον εαυτό μου.
Οι γνώσεις και τα εργαλεία που απέκτησα μέσα από εκείνη την εκπαίδευση μού έδωσαν την ελευθερία να ξανασκεφτώ την πορεία μου στη δημοσιογραφία. Σταδιακά, επαναπροσδιόρισα τη δουλειά μου και άρχισα να ασχολούμαι σχεδόν αποκλειστικά με τα παιδιά και τους ανθρώπους που τα φροντίζουν. Εφόσον η διαρκής κάλυψη της επικαιρότητας με απομάκρυνε από τη δημοσιογραφία που ήθελα να κάνω, αποφάσισα να δημιουργήσω χώρο για νέους, πιο αργούς τρόπους ρεπορτάζ. Έμαθα, επίσης, να αποσυνδέομαι: έκλεισα τις ειδοποιήσεις στο κινητό μου, διέγραψα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όρισα ώρες κατά τις οποίες δεν θα άγγιζα το τηλέφωνό μου και σταμάτησα το ατελείωτο σκρολάρισμα.
Τι σημαίνει, όμως, στην πραγματικότητα «offline» για έναν δημοσιογράφο; Δεν σημαίνει ότι αδιαφορείς για όσα συμβαίνουν γύρω σου. Σημαίνει ότι παίρνεις αρκετή απόσταση από τον αδιάκοπο καταιγισμό πληροφοριών, ώστε να μπορείς να αποφασίσεις τι αξίζει πραγματικά την προσοχή σου.
Καθώς οι αλγόριθμοι εντείνουν τον εθισμό μας και η παραπληροφόρηση που παράγεται από την τεχνητή νοημοσύνη κατακλύζει τις οθόνες μας, έχουμε υποχρέωση να επιβραδύνουμε και να καλλιεργούμε την κρίση μας. Και αυτό δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Όταν έχεις μάθει μια ζωή να αντιδράς γρήγορα, το να σταματήσεις και να πάρεις μια ανάσα μπορεί να μοιάζει σχεδόν παράλογο. Κι όμως, είναι απαραίτητο για εμάς (τόσο ως ανθρώπους όσο ως δημοσιογράφους) αλλά και για το είδος της δημοσιογραφίας που θέλουμε να υπηρετούμε.
Αυτό θα ήθελα να κρατήσουν οι συνάδελφοί μου από αυτό το retreat: το να κατεβάζουμε ρυθμούς και να φροντίζουμε τον εαυτό μας δεν είναι κάτι ξεχωριστό από τη δουλειά μας. Αλλάζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο κάνουμε τη δουλειά μας.
Η Irene Caselli θα εμβαθύνει σε όλα αυτά, ως μέντορας, στο retreat για το τραύμα και την ανθεκτικότητα, το οποίο θα πραγματοποιηθεί τον Οκτώβριο του 2026 στη Βαμβακού Λακωνίας, από το Global Center for Journalism and Trauma και το iMEdD.
