Εν μέσω ενός ακόμα κύματος δολοφονιών δημοσιογράφων στο Μεξικό τους τελευταίους μήνες, δημοσιογράφοι από τη χώρα μιλούν στο iMEdD για τις πιέσεις που δέχονται από καρτέλ ναρκωτικών και κρατικούς αξιωματούχους, για το καθεστώς ατιμωρησίας και για τις «ζώνες σιωπής».
Κεντρική εικόνα: Ευγένιος Καλοφωλιάς
Μετάφραση: Ανατολή Σταυρουλοπούλου
Eξαφανίσεις στο Μεξικό: ασφαλής δημοσιογραφία, ασφαλέστερες ζωές

Η ερευνήτρια δημοσιογράφος και συνιδρύτρια του Quinto Elemento Lab, Marcela Turati, αναλύει το φαινόμενο των εξαφανίσεων στο Μεξικό, τον ανεπαρκή κρατικό μηχανισμό και τα μέτρα που μπορούν να λάβουν οι δημοσιογράφοι.
Κάρλος Κάστρο (Carlos Castro), Ροξάνα Γκουσμάν (Roxana Guzmán), Λουίς Άνχελ Λόπες (Luis Ángel López), Άλεξ Σέρνα (Alex Serna), Χοσουέ Μαρτίνεζ (Josué Martínez), Αλεχάντρο Λέιβα Αγκιλάρ (Alejandro Leyva Aguilar), Ρικάρδο Σούνιγα (Ricardo Zúñiga). Εφτά δολοφονίες δημοσιογράφων στο Μεξικό — οι έξι μέσα σε διάστημα μόλις τριών μηνών, μεταξύ Ιουνίου και Σεπτεμβρίου — είναι ο απολογισμός της φετινής χρονιάς μέχρι στιγμής, σύμφωνα με την Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ). Οι πρόσφατες αυτές δολοφονίες έρχονται να προστεθούν σε μια κρίση που ταλανίζει το Μεξικό εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες. Από το 2006, 153 δημοσιογράφοι έχουν δολοφονηθεί στη χώρα, σύμφωνα με την CPJ. Το 2025 εννέα δημοσιογράφοι σκοτώθηκαν στο Μεξικό — ο δεύτερος υψηλότερος αριθμός παγκοσμίως σε απόλυτα μεγέθη μετά τη Γάζα, σύμφωνα με στοιχεία των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (RSF).
Όπως επισημαίνει ο εκπρόσωπος της CPJ στο Μεξικό, Γιαν-Άλμπερτ Χούτσεν (Jan-Albert Hootsen) μιλώντας στο iMEdD, οι αριθμοί αυτοί συνήθως παραπέμπουν σε μέρη που βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, όπως η Υεμένη, η Ουκρανία και η Γάζα. «Το Μεξικό βρίσκεται αντιμέτωπο με μια διαρκή κρίση της ελευθερίας της έκφρασης» μας λέει ο Χούτσεν, τονίζοντας ότι οι τελευταίες δολοφονίες εντάσσονται σε ένα διαχρονικό μοτίβο επιθέσεων κατά δημοσιογράφων στη χώρα.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον Χούτσεν, υπάρχει μια «σημαντική παράμετρος που πρέπει να ληφθεί υπόψη»: όπως αναφέρει, στη σύγχρονη πολιτική ιστορία του Μεξικού, η βία τείνει να μειώνεται κατά τον πρώτο χρόνο μιας νέας προεδρικής θητείας και να αυξάνεται απότομα τον δεύτερο, ιδιαίτερα απέναντι σε δημοσιογράφους και υπέρμαχους των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Καθώς το 2026 αποτελεί τη δεύτερη χρονιά της Κλαούντια Σέινμπαουμ στην προεδρία, ο Χούτσεν εκτιμά ότι οι πρόσφατες δολοφονίες ενδέχεται να αποτελούν μέρος ενός τέτοιου «κύματος βίας του δεύτερου έτους». Η υπόθεσή του αυτή, για την αύξηση της βίας, συνδέεται με τη σχέση μεταξύ οργανωμένου εγκλήματος και κρατικών αξιωματούχων: κάθε νέα κυβέρνηση φέρνει μαζί της νέα πρόσωπα σε θέσεις εξουσίας, δίνοντας στις εγκληματικές ομάδες την ευκαιρία να διερευνήσουν τη δυνατότητα δημιουργίας σχέσεων συνεργασίας μαζί τους, προτού καταφύγουν ξανά στη βία, εκτιμά ο Χούτσεν. Μέχρι τη δεύτερη χρονιά, οι συσχετισμοί ισχύος έχουν σε μεγάλο βαθμό αναδιαμορφωθεί. «Όλα τα πιόνια έχουν τοποθετηθεί στη σκακιέρα», όπως λέει ο ίδιος, και η βία αρχίζει και πάλι να αυξάνεται.
Στη σύγχρονη πολιτική ιστορία του Μεξικού, η βία τείνει να μειώνεται κατά τον πρώτο χρόνο μιας νέας προεδρικής θητείας και να αυξάνεται απότομα τον δεύτερο, ιδιαίτερα απέναντι σε δημοσιογράφους και υπέρμαχους των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Γιαν-Άλμπερτ Χούτσεν, εκπρόσωπος της CPJ στο Μεξικό
Ποιοι επιτίθενται στον μεξικανικό Τύπο
Οι δύο αυτοί παράγοντες ευθύνονται και για τις περισσότερες επιθέσεις κατά του Τύπου στη χώρα. Ο ρόλος των οργανωμένων εγκληματικών ομάδων στο Μεξικό είναι ήδη γνωστός, αλλά, όπως μας λέει ο Χούτσεν, «οι κρατικοί αξιωματούχοι πολύ συχνά αποτελούν μέρος αυτής της δυναμικής». Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Article 19, οι κρατικοί φορείς ευθύνονταν για περισσότερες από τις μισές επιθέσεις κατά του Τύπου που καταγράφηκαν το 2025.
«Εμπιστεύομαι περισσότερο αυτούς τους τύπους, τους εγκληματίες, παρά τους αστυνομικούς» λέει στο iMEdD ο Ουλίσες Εσκαμίγια (Ulises Escamilla), τοπικός παραγωγός και φίξερ, οποίος ζει στην Πόλη του Μεξικού και έχει συνεργαστεί με διεθνή μέσα ενημέρωσης όπως το BBC και το Sky News. «Οι εγκληματίες δίνουν τον λόγο τους και τον τηρούν, εάν τηρείς κι εσύ τον δικό σου» συνεχίζει.
Ο Εσκαμίγια θυμάται ότι, πριν από περίπου δύο χρόνια, τον ακολουθούσε ένα άτομο που πιστεύει ότι ήταν αστυνομικός. Εκείνη την περίοδο, ο Εσκαμίγια συνεργαζόταν με το VICE για ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τον θάνατο του Χεσούς Οσιέλ Μπαένα, του πρώτου ανοιχτά non-binary δικαστικού λειτουργού στο Μεξικό, ο οποίος είχε βρεθεί νεκρός στο σπίτι του στην πολιτεία Αγουασκαλιέντες, στο κεντρικό Μεξικό. Το άτομο αυτό —που παρακολουθούσε τον Εσκαμίγια για κάποιο διάστημα— εξαφανίστηκε, όταν εκείνος προσπάθησε να το φωτογραφίσει. «Είμαι βέβαιος ότι στην υπόθεση αυτή η κυβέρνηση μπορεί να είχε σχέση με τη δολοφονία», τονίζει ο Εσκαμίγια, ο οποίος πιστεύει ότι αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο παρακολουθούνταν.
Συχνά κρατικοί αξιωματούχοι και καρτέλ ναρκωτικών δρουν σε συνεργασία: «Σε ορισμένες περιοχές της χώρας, είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τις εγκληματικές οργανώσεις από τις τοπικές Αρχές, γιατί μερικές φορές πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα» λέει ο Αρμάντο Ταλαμάντες (Armando Talamantes), εκτελεστικός διευθυντής του Quinto Elemento Lab, ενός μεξικανικού μη κερδοσκοπικής οργανισμού ερευνητικής δημοσιογραφίας.
Η πρόσφατη δολοφονία της δημοσιογράφου Ροξάνα Γκουσμάν στην ανατολική πολιτεία Βερακρούς, νωρίτερα φέτος το καλοκαίρι, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Τέσσερις από τους οκτώ υπόπτους που συνελήφθησαν για την υπόθεση είναι δημοτικοί αστυνομικοί, οι οποίοι κατηγορούνται ότι παρείχαν υλικοτεχνική υποστήριξη στην εγκληματική οργάνωση που απήγαγε τη δημοσιογράφο στις 2 Ιουνίου 2026 και εν συνεχεία τη δολοφόνησε. Στις αρχές Αυγούστου, το Κογκρέσο της Βερακρούς ήρε την ασυλία του Ραούλ Γκονσάλες Μαρτίνες, δημάρχου της Ιξουατλάν ντελ Σουρέστε (πόλη κοντά στη Ναντσιτάλ, όπου ζούσε η Γκουσμάν), ανοίγοντας τον δρόμο για την ποινική του δίωξη για τον φερόμενο ρόλο του ως «εγκεφάλου» πίσω από την απαγωγή και τη δολοφονία της Γκουσμάν.

Ατιμωρησία στο 98%
Είτε πρόκειται για κρατικούς αξιωματούχους είτε για καρτέλ ναρκωτικών, υπάρχει ένας παράγοντας που συνδέει όλες αυτές τις επιθέσεις, σύμφωνα με τον Χούτσεν: η ατιμωρησία. «Το κοινό στοιχείο όλων αυτών είναι ότι οι επιθέσεις σημειώνονται σε περιοχές όπου οι πιθανότητες να τιμωρηθούν οι δράστες για τα εγκλήματά τους είναι σχεδόν μηδενικές». Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Περίπου το 98% των θανατηφόρων εγκλημάτων κατά του μεξικανικού Τύπου μένουν ατιμώρητα, τονίζει ο Χούτσεν, ενώ το ποσοστό ατιμωρησίας είναι ακόμη υψηλότερο για τα μη θανατηφόρα εγκλήματα και αγγίζει το 100% στις υποθέσεις εξαφάνισης δημοσιογράφων. «Το καθεστώς ατιμωρησίας ενθαρρύνει τις επιθέσεις κατά του Τύπου», αναφέρει.
Γιατί, λοιπόν, οι μεξικανικές Αρχές δεν οδηγούν τους δράστες στη δικαιοσύνη; Πρόκειται για αδυναμία ή για απροθυμία; Σύμφωνα με τον Χούτσεν, «εάν υπάρχει η πολιτική βούληση, το μεξικανικό κράτος έχει τη δυνατότητα να διώξει τους δράστες». Για τον Χούτσεν, η ατιμωρησία οφείλεται στην αδιαφορία του κράτους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις —όταν εμπλέκονται κρατικοί αξιωματούχοι— υπάρχει ακόμη και κίνητρο για συγκάλυψη. Η κυβέρνηση είναι πιο πιθανό να δράσει, όταν μια επίθεση εξελίσσεται σε «πρόβλημα δημοσίων σχέσεων». Αυτό συνέβη στην περίπτωση της Γκουσμάν, όταν το βίντεο της απαγωγής της διαδόθηκε ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης του Μεξικού, προκαλώντας «θύελλα αντιδράσεων στη χώρα», όπως περιγράφει ο Χούτσεν.
Ο Τύπος που δεν σωπαίνει στη Γεωργία: η ανεξάρτητη δημοσιογραφία υπό πολιορκία

Με τη Γεωργία να έχει κατρακυλήσει στην 135η θέση του Παγκόσμιου Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου το 2026, το iMEdD μίλησε με εκπροσώπους τεσσάρων ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης για όσα αντιμετωπίζει η δημοσιογραφία στη χώρα: φυλακίσεις, επιθέσεις, νόμους περί «ξένων πρακτόρων» και το πρόβλημα της επιβίωσης.
Περιορισμένη πρόσβαση στην πληροφορία και νομικές πιέσεις
Η Λίλια Σαούλ Ροντρίγκες (Lilia Saúl Rodriguez ), ερευνήτρια δημοσιογράφος που ζει στην Πόλη του Μεξικού και εργάζεται στο Organized Crime and Corruption Reporting Project (ΟCCRP), μιλά για ακόμη μία σημαντική πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι δημοσιογράφοι στη χώρα: «Η πρόσβαση στην πληροφορία στο Μεξικό γίνεται ολοένα και περισσότερο κενό γράμμα», γράφει σε email της προς το iMEdD. Παρόλο που το δικαίωμα της πρόσβασης στη δημόσια πληροφορία διευρύνθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 με την ψήφιση σχετικών νόμων για τη διαφάνεια, η κατάσταση έχει έκτοτε επιδεινωθεί. Στα τέλη του 2024, η κυβέρνηση της Σέινμπαουμ αποφάσισε να καταργήσει το INAI (Εθνικό Ινστιτούτο Διαφάνειας, Πρόσβασης στην Πληροφορία και Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων), το οποίο, όπως εξηγεί ο Ταλαμάντες, λειτουργούσε ως ανεξάρτητος «διαιτητής», όταν οι κρατικές υπηρεσίες αρνούνταν να ικανοποιήσουν αιτήματα για πρόσβαση σε δημόσιες πληροφορίες.
Η πρόσβαση στην πληροφορία στο Μεξικό γίνεται ολοένα και περισσότερο κενό γράμμα.
Λίλια Σαούλ Ροντρίγκες, ερευνήτρια δημοσιογράφος στο ΟCCRP
Το Quinto Elemento έχει επανειλημμένα χρησιμοποιήσει αιτήματα πρόσβασης σε δημόσιες πληροφορίες. Ο Ταλαμάντες περιγράφει την προσπάθεια της ομάδας να εξασφαλίσει δημόσια έγγραφα στο πλαίσιο της έρευνας του Quinto Elemento για το σκάνδαλο διαφθοράς της Odebrecht: «Οι εισαγγελίες μάς είπαν “θα σας τα δώσουμε αν μας πληρώσετε – δύο εκατομμύρια πέσος, ας πούμε”». Οι δημοσιογράφοι προσέφυγαν στο INAI, το οποίο αποφάνθηκε ότι τα έγγραφα έπρεπε να παραχωρηθούν δωρεάν. Σήμερα αυτή η δυνατότητα δεν υπάρχει, μας λέει ο Ταλαμάντες. Η εποπτεία του δικαιώματος πρόσβασης στη δημόσια πληροφορία από το INAI έχει πλέον μεταφερθεί σε υπηρεσία του υπουργείου Καταπολέμησης της Διαφθοράς, γεγονός που εγείρει σοβαρές ανησυχίες για την ανεξαρτησία της. Το ιστορικό αρχείο του INAI, συμπεριλαμβανομένου του αρχείου των παλαιότερων αιτημάτων για παροχή πληροφοριών και των αντίστοιχων απαντήσεων, έχει «χαθεί κάπου στο cloud, και δεν είναι πλέον προσβάσιμο από το κοινό», λέει η Σαούλ Ροντρίγκες.
Η δικαστική παρενόχληση επιβαρύνει επίσης σημαντικά τα μεξικανικά μέσα ενημέρωσης, λέει ο Ταλαμάντες. Σύμφωνα με την Article 19, μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Ιουλίου 2025, κατά μέσο όρο κάθε τέσσερις ημέρες, ασκούνταν μια νέα δικαστική ή διοικητική δίωξη σε βάρος δημοσιογράφων και μέσων ενημέρωσης. Ο Ταλαμάντες λέει ότι το Quinto Elemento έχει βρεθεί στο παρελθόν αντιμέτωπο με αγωγές, αν και τα τελευταία χρόνια δεν έχει αντιμετωπίσει τέτοιες προσφυγές. Σήμερα, για να προστατευτεί από πιθανές δικαστικές ενέργειες, το μέσο συνεργάζεται με μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, όπως η Article 19 και η Propuesta Civica για νομική υποστήριξη, ενώ συμμετέχει και στο «Reporters Shield», ένα πρόγραμμα που προσφέρει νομική βοήθεια στα μέλη του και οικονομική στήριξη σε μέσα ενημέρωσης που βρίσκονται αντιμέτωπα με αγωγές που στοχεύουν στη φίμωσή τους.

«Ζώνες σιωπής»
Σε ορισμένες περιοχές του Μεξικού, οι πιέσεις που δέχονται οι δημοσιογράφοι έχουν πάρει ακόμη πιο ακραίες διαστάσεις. Αντιμέτωποι με τη βία και τον εκφοβισμό, κυρίως από το οργανωμένο έγκλημα, οι δημοσιογράφοι αναγκάζονται να περιορίσουν ή ακόμη και να εγκαταλείψουν εντελώς την κάλυψη ευαίσθητων θεμάτων, όπως το εμπόριο ναρκωτικών. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως «ζώνες σιωπής».
Αντιμέτωποι με τη βία και τον εκφοβισμό, κυρίως από το οργανωμένο έγκλημα, οι δημοσιογράφοι αναγκάζονται να περιορίσουν ή ακόμη και να εγκαταλείψουν εντελώς την κάλυψη ευαίσθητων θεμάτων, όπως το εμπόριο ναρκωτικών. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό ως «ζώνες σιωπής».
Η Ιγουάλα, πόλη στην πολιτεία Γκερέρο στο νοτιοδυτικό Μεξικό, έχει μετατραπεί σε τέτοια ζώνη σιωπής «αφενός λόγω της ισχυρής παρουσίας του οργανωμένου εγκλήματος, αφετέρου λόγω της διαπλοκής των κρατικών Αρχών με το οργανωμένο έγκλημα» λέει σε μήνυμά του στο WhatsApp προς το iMEdD ο Τζόναθαν Κουέβας (Jonathan Cuevas), δημοσιογράφος που έχει δουλέψει τόσο για μεξικανικά όσο και για διεθνή μέσα και ζει στην πόλη. Για τη συντριπτική πλειονότητα των δημοσιογράφων, αυτό σημαίνει ότι αποφεύγουν να καλύπτουν θέματα που θίγουν τα συμφέροντα του οργανωμένου εγκλήματος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, συγκεκριμένων κρατικών αξιωματούχων, σύμφωνα με τον Κουέβας. «Η αυτολογοκρισία είναι υποχρεωτική για όλους μας» προσθέτει.
Η αυτολογοκρισία είναι υποχρεωτική για όλους μας.
Τζόναθαν Κουέβας, Μεξικανός δημοσιογράφος
Στην πολιτεία Σιναλόα, στο βορειοδυτικό Μεξικό, η δημοσιογραφική δραστηριότητα έχει περιοριστεί σημαντικά σχεδόν στη μισή έκταση της πολιτείας, ενώ σε ορισμένους δήμους δεν υπάρχουν καθόλου τοπικοί δημοσιογράφοι, σύμφωνα με μελέτη του 2025 της Iniciativa Sinaloa, μιας μη κερδοσκοπικής οργάνωσης της κοινωνίας των πολιτών, με έδρα την πρωτεύουσα της πολιτείας, την Κουλιακάν. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή των Αρχών, αυτό οφείλεται στην έλλειψη εμπορικού ενδιαφέροντος για τους συγκεκριμένους δήμους, λέει στο iMEdD η Σιμπέλι Κανιέδο (Sibely Cañedo), συντονίστρια προγραμμάτων της Iniciativa Sinaloa και δημοσιογράφος που ζει στην πόλη Μαζατλάν. Ωστόσο, οι δημοσιογράφοι και οι ακτιβιστές που συμμετείχαν στην έρευνα της Iniciativa Sinaloa επισημαίνουν και την παρουσία του οργανωμένου εγκλήματος ως σημαντικό παράγοντα, μας λέει.
Ο αιματηρός πόλεμος για τον έλεγχο των περιοχών επιρροής που ξέσπασε τον Σεπτέμβριο του 2024 ανάμεσα σε αντίπαλες φατρίες του καρτέλ της Σιναλόα, μίας από τις μεγαλύτερες οργανώσεις διακίνησης ναρκωτικών στον κόσμο, είναι η πιο πρόσφατη εξέλιξη πίσω από τη «ζώνη σιωπής» στην περιοχή. Ωστόσο, το φαινόμενο έχει πολύ βαθύτερες ρίζες. Η Κανιέδο το χρονολογεί τουλάχιστον από το 2008, όταν μια νέα εσωτερική ρήξη στο καρτέλ της Σιναλόα πυροδότησε έξαρση της βίας στην πολιτεία. Ούτε στην Ιγουάλα η «ζώνη σιωπής» είναι καινούργιο φαινόμενο· υπήρχε ήδη πολύ πριν να ξεκινήσει ο Κουέβας να εργάζεται ως δημοσιογράφος, το 2007, όπως μας λέει.
Ορισμένες φορές, η πρόσβαση σε συγκεκριμένες περιοχές της Σιναλόα είναι πλήρως περιορισμένη. Σύμφωνα με την Κανιέδο, στο παρελθόν, σε παράνομα σημεία ελέγχου, ένοπλες ομάδες έχουν σταματήσει δημοσιογράφους και τους έχουν απαγορεύσει την είσοδο. Η ίδια η Κανιέδο δεν κατάφερε τον περασμένο μήνα να φτάσει σε μια κοινότητα του βόρειου δήμου Τσόις της Σιναλόα. Κανείς δεν δέχτηκε να τη μεταφέρει εκεί, λόγω της ιδιότητάς της ως δημοσιογράφου. Ακόμη και στην Κουλιακάν, όπου η πολυφωνία στον Τύπο έχει σε κάποιο βαθμό διατηρηθεί, οι δημοσιογράφοι καταφεύγουν συστηματικά στην αυτολογοκρισία, όταν καλύπτουν τη δράση του οργανωμένου εγκλήματος. «Δεν μπορούν να αναφέρουν τα ονόματα των εγκληματικών ομάδων. Μιλούν μόνο για το οργανωμένο έγκλημα, αλλά δεν λένε “Λος Τσαπίτος” (Los Chapitos) ή “Λα Μαΐζα” (La Mayiza)» σημειώνει η Κανιέδο, αναφερόμενη στις δύο αντίπαλες φατρίες του καρτέλ της Σιναλόα.
Όσοι επιμένουν να καλύπτουν ευαίσθητα θέματα μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με απειλές και ξυλοδαρμούς, να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους ή ακόμα και να χάσουν τη ζωή τους, μας λέει ο Κουέβας. Ο ίδιος χρειάστηκε να φύγει από την Ιγουάλα και να εγκατασταθεί στην Πόλη του Μεξικού από το 2020 έως το 2023, καθώς τον Οκτώβριο του 2020 είχε δεχτεί σειρά απειλητικών μηνυμάτων και ένα τηλεφώνημα, με την προειδοποίηση ότι θα τον σκότωναν και θα τον άφηναν «διαμελισμένο στον δρόμο ή σε κάποιο κανάλι», όπως λέει στο iMEdD. Τελικά, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Ιγουάλα, καθώς η απομάκρυνσή του από την περιοχή του στέρησε σχεδόν το 70% του εισοδήματός του.
Το 2021, ενώ βρισκόταν στην Πόλη του Μεξικού, ο Κουέβας πληροφορήθηκε ότι οι δημοτικές Αρχές της Ιγουάλα «είχαν ζητήσει από μια εγκληματική οργάνωση να με δολοφονήσει και προσέφεραν 25.000 πέσος, όπως προκύπτει από μια σειρά screenshot που μου στάλθηκαν μέσω WhatsApp», μας λέει σήμερα. Ο ίδιος πιστεύει ότι αυτό συνδεόταν με δημοσιεύματά του σχετικά με οικονομικές ατασθαλίες στη δημοτική αρχή της Ιγουάλα. Πίσω στη Γκερέρο, η οικογένειά του δεχόταν παρενοχλήσεις και βρισκόταν υπό παρακολούθηση. «Έφτασαν στο σημείο ένοπλοι άνδρες να σταματήσουν την αδελφή μου και τον σύντροφό της, να τους απειλήσουν και, με τα όπλα στραμμένα στα κεφάλια τους, να τους δώσουν ένα μήνυμα για μένα», περιγράφει.

Οι «ζώνες σιωπής» έχουν διαταράξει τη σχέση μεταξύ δημοσιογράφων και κοινού. «Ο κόσμος δεν εμπιστεύεται τα μέσα ενημέρωσης» λέει στο iMEdD ο Ααρόν Ιμπάρα (Aarón Ibarra), ανεξάρτητος δημοσιογράφος με έδρα την Κουλιακάν, εξηγώντας πως το κοινό υποπτεύεται ότι τα μέσα ενημέρωσης μπορεί να αποκρύπτουν την αλήθεια και αποφεύγουν εντελώς ορισμένα θέματα. Για τον Χούτσεν, οι συνέπειες αγγίζουν την ίδια τη δημοκρατία. «Κάθε φορά που πλησιάζουν εκλογές, είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουν οι ψηφοφόροι εάν οι υποψήφιοι είναι διεφθαρμένοι και εάν χρηματίζονται από το οργανωμένο έγκλημα. Εάν εξαφανιστεί η ανεξάρτητη δημοσιογραφία, οι ψηφοφόροι δεν θα μπορούν να γνωρίζουν τι πραγματικά συμβαίνει, γιατί δεν θα υπάρχουν πλέον δημοσιογράφοι να καλύπτουν αυτά τα θέματα».
Λογοδοσία ή λογοκρισία;
Στο ήδη εξαιρετικά επικίνδυνο περιβάλλον για την ελευθεροτυπία στο Μεξικό, η νέα ρύθμιση για την προστασία των δικαιωμάτων του κοινού άνοιξε ένα διαφορετικό, θεσμικό μέτωπο: Η σειρά κανονισμών, με τίτλο «Γενικές κατευθυντήριες γραμμές για την προστασία των δικαιωμάτων του κοινού», που υιοθετήθηκε στα τέλη Αυγούστου 2026 από την Κανονιστική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών του Μεξικού (CRT), μεταξύ άλλων, υποχρεώνει τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα ενημέρωσης να διαθέτουν μηχανισμούς υποβολής καταγγελιών και υπερασπιστές των δικαιωμάτων του κοινού. Αν και, κατόπιν αντιδράσεων, η τελική εκδοχή των κανόνων είναι ηπιότερη σε σχέση με την αρχικά προτεινόμενη από την κυβέρνηση Σέινμπαουμ, το πραγματικό ερώτημα που θέτει η επικείμενη εφαρμογή του νέου θεσμικού πλαίσιου φαίνεται ότι εξακολουθεί να είναι πώς διασφαλίζεται ότι η προσπάθεια για μεγαλύτερη λογοδοσία των ΜΜΕ δεν θα μετατραπεί σε έναν ακόμη μοχλό πίεσης προς τους δημοσιογράφους.
Εν τω μεταξύ, νωρίτερα μέσα στο καλοκαίρι, η νομική σύμβουλος της μεξικανικής κυβέρνησης, Λουίσα Μαρία Αλκάλδε (Luisa María Alcalde), είχε παρουσιάσει έναν κατάλογο δημοσιογράφων, μέσων ενημέρωσης και στελεχών της αντιπολίτευσης που επιτίθενται στην κυβέρνηση Σέινμπαουμ, σύμφωνα με την ίδια. Η Σαούλ Ροντρίγκες λέει στο iMEdD ότι αναφέρθηκαν «τα πλήρη ονόματα [των δημοσιογράφων] και οι λογαριασμοί τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γεγονός που τους καθιστά άμεσους στόχους και ανοίγει τον δρόμο για επιθέσεις εναντίον τους».
Η μεξικανική δημοσιογραφία έχει αποδείξει ότι διαθέτει απίστευτες αντοχές […] Οι δημοσιογράφοι δεν το βάζουν κάτω, παθιάζονται με τη δουλειά τους και έχουν μεγάλο πείσμα. Όσο περισσότερο τους πιέζεις, τόσο περισσότερο αντιδρούν.
Γιαν-Άλμπερτ Χούτσεν, εκπρόσωπος της CPJ στο Μεξικό
Πάντως, αν και μέσα σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο πιέσεων, «η μεξικανική δημοσιογραφία έχει αποδείξει ότι διαθέτει απίστευτες αντοχές», τονίζει ο Χούτσεν. «Οι δημοσιογράφοι δεν το βάζουν κάτω, παθιάζονται με τη δουλειά τους και έχουν μεγάλο πείσμα. Όσο περισσότερο τους πιέζεις, τόσο περισσότερο αντιδρούν. Και είναι εξαιρετικά δύσκολο για τις κυβερνήσεις και τα εγκληματικά δίκτυα να ξεμπερδέψουν οριστικά με τη δημοσιογραφία. Η δημοσιογραφία πάντα βρίσκει τρόπο να επιστρέψει».
Πώς προστατεύονται οι δημοσιογράφοι στο Μεξικό
Ο φόβος για την ασφάλειά της έχει αναγκάσει τη Σαούλ Ροντρίγκες να βάλει φρένο σε ορισμένες έρευνες. Μας μιλά για την περιοχή Λα Γέσκα και Ελ Ναγιάρ, στη δυτική πολιτεία Ναγιαρίτ, η οποία, όπως λέει, «έχει ουσιαστικά εγκαταλειφθεί από το κράτος». Υπάρχει μόνο ένα στρατιωτικό φυλάκιο για την προστασία των κατοίκων. Τα διαστήματα, ωστόσο, που το προσωπικό του λείπει για τις ανάγκες ανεφοδιασμού, οι κάτοικοι μένουν απροστάτευτοι απέναντι σε ληστείες, δολοφονίες και σεξουαλικές επιθέσεις από το οργανωμένο έγκλημα. Η Σαούλ Ροντρίγκες λέει ότι έχει σκεφτεί πολύ σοβαρά να μην πάει για κάλυψη του θέματος στην περιοχή, καθώς είναι εξαιρετικά απομακρυσμένη και ορισμένοι δρόμοι της ελέγχονται από το οργανωμένο έγκλημα.
Αν και η ομάδα του Quinto Elemento δεν έχει δεχτεί πρόσφατα απειλές ή παρενοχλήσεις, η ασφάλεια παραμένει κορυφαία προτεραιότητα, ιδιαίτερα για τους ανεξάρτητους δημοσιογράφους, των οποίων τις έρευνες στηρίζει. Όπως μας λέει ο Ταλαμάντες, στα μέτρα προστασίας περιλαμβάνεται η επικοινωνία μέσω Signal αλλά και η διεξαγωγή των ερευνών κατά τη διάρκεια της ημέρας, ώστε να μην τραβούν ιδιαίτερα την προσοχή.
Πριν από δύο χρόνια, το Quinto Elemento αναγκάστηκε να απομακρύνει μία από τις δημοσιογράφους του από την πόλη όπου εργαζόταν, για λόγους ασφαλείας. Η δημοσιογράφος ερευνούσε την εμπλοκή κρατικών αξιωματούχων σε περιστατικά κακοποίησης γυναικών μέσα σε φυλακές. «Φροντίσαμε να φύγει από την πόλη λίγες ημέρες πριν να δημοσιευτεί το ρεπορτάζ» μας λέει ο Ταλαμάντες.
Η συνεργασία με το OCCRP, λέει η Σαούλ Ροντρίγκες, προϋποθέτει συνεχή εκπαίδευση σε θέματα ασφάλειας και συνοδεύεται από μια σειρά μέτρων προστασίας. «Αυτά περιλαμβάνουν τη δημιουργία μιας συνομιλίας στο Signal, τον ορισμό κάποιου που θα παρακολουθεί καθημερινά τις μετακινήσεις μου και τακτικές επικοινωνίες μαζί μου —ανάλογα με την περιοχή, κάθε 15 λεπτά ή κάθε μία ώρα. […] Πρέπει να ενημερώνω για το πρόγραμμά μου λεπτό προς λεπτό, ώστε να γνωρίζουν πού βρίσκομαι και να μπορούν να με παρακολουθούν συνεχώς» λέει στο iMEdD.
Ο Εσκαμίγια δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των πηγών του. Όπως μας λέει, δεν τραβάει ποτέ πλάνα στα σπίτια τους και προτιμά «ουδέτερους χώρους», όπως δωμάτια ξενοδοχείων. Προτεραιότητα αποτελεί, επίσης, η απόκρυψη των χαρακτηριστικών τους, για παράδειγμα με τη χρήση γυαλιών ή κουκούλας, σημειώνει, τονίζοντας ότι έτσι προστατεύονται όχι μόνο οι πηγές του αλλά και ο ίδιος. Εάν αναγνωριστεί μια πηγή, «θα στραφούν πρώτα εναντίον της και μετά θα έρθει η σειρά μου».
