Σκέψεις για τη σχέση δημοσιογραφίας και ντοκιμαντέρ, που δεν είναι απλή ή τυχαία. Αντιθέτως, εργαλεία και οπτικές μεταφέρονται συνεχώς από το ένα πεδίο στο άλλο.
Κεντρική Εικόνα: Κωνσταντίνος Μελιτάς
Σημεία καμπής, λογοκρισία και τεχνολογική αλλαγή: Σκόνη από τα 50s

Μια ψηφιακή έκθεση του International Press Institute φέρνει στο προσκήνιο μόλις ένα μικρό δείγμα από ένα αρχείο-χρυσωρυχείο. Μιλήσαμε με την ομάδα του IPI για το μεγάλο έργο της οργάνωσης και διάθεσης του αρχείου, που αποτελεί την ιστορία της ελευθεροτυπίας ανά τον κόσμο.
Μέσα στις σκοτεινές αίθουσες του Φεστιβάλ, ξαναθυμήθηκα ότι η σχέση ανάμεσα στη δημοσιογραφία και το ντοκιμαντέρ δεν είναι απλή ή τυχαία. Γίνεται όλο και πιο φανερό ότι εργαλεία και οπτικές μεταφέρονται συνεχώς από το ένα πεδίο στο άλλο, αλλάζοντας μορφή αλλά όχι ουσία. Στο φετινό πρόγραμμα του Φεστιβάλ, υπήρχαν ντοκιμαντέρ που ξεκίνησαν ως καθαρά δημοσιογραφικά έργα, αλλά και ταινίες που βασίστηκαν σε χρόνια έρευνα πριν να ξεκινήσει η παραγωγή.
Ενδεικτικά, τρεις ταινίες που ξεκίνησαν ως δημοσιογραφικά έργα, στο πλαίσιο του δεύτερου κύκλου του iMEdD Incubator το 2020, βρέθηκαν φέτος όχι μόνο στο πρόγραμμα αλλά και στα βραβεία του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Το Where Shadows Rest της Μαριάννας Οικονόμου, που πρωτοσχεδιάστηκε στο Incubator (με τον τίτλο Shipwrecked) ως έρευνα για τα εγκαταλελειμμένα ναυάγια και τις κοινωνικο‑περιβαλλοντικές τους προεκτάσεις στην Ελευσίνα, κατέληξε να είναι ένα ατμοσφαιρικό, παρατηρητικό ντοκιμαντέρ και βραβεύτηκε από την Επιτροπή Νεότητας ως Καλύτερη Ελληνική Ταινία. Το EXILE(S), Tales From an Island του Γιώργου Ηλιόπουλου, που γεννήθηκε ως δημοσιογραφική διερεύνηση της εμπειρίας της εξορίας και της ταυτότητας σε ένα νησί του Αιγαίου, εξελίχθηκε σε πορτρέτο μνήμης και απέσπασε το βραβείο της ΕΡΤ, το βραβείο FIPRESCI για ελληνικό ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους και Ειδική Μνεία του Human Rights in Motion Award. Αντίστοιχα, το The Way Elsewhere (Αλλού ο δρόμος) της Ειρήνης Βουρλούμη, που ξεκίνησε ως πρότζεκτ παρατήρησης της Αθήνας μέσα από τις διαδρομές τριών οδηγών ταξί (με τον τίτλο The Secrets of the Owl), έκανε παγκόσμια πρεμιέρα στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα, ως βλέμμα πάνω στην πόλη, κερδίζοντας διακριτή παρουσία στην αγορά του φεστιβάλ και θετικές κριτικές.
Ως δημοσιογράφο, η πρώτη σκέψη που με απασχόλησε ήταν ο τρόπος αφήγησης: Ένα καλό ντοκιμαντέρ σπάνια αφηγείται με ευθύ τρόπο: δημιουργεί ρυθμό, αφήνει τους χαρακτήρες να εξελιχθούν, επιστρέφει σε σκηνές και δίνει έμφαση στην ατμόσφαιρα ενός τόπου. Εκεί που το ρεπορτάζ, ειδικά κάτω από την πίεση της καθημερινότητας, συχνά περιορίζεται σε τίτλους και δηλώσεις, το ντοκιμαντέρ ζητά από τον θεατή να μείνει μέσα στην ιστορία, να επικοινωνήσει με τους πρωταγωνιστές και να προσπαθήσει να ζήσει τη δική τους πραγματικότητα. Εάν θέλουμε το κοινό να κατανοήσει την πολυπλοκότητα ενός θέματος, τα bullet points δεν αρκούν. Χρειάζεται πλαίσιο, διαδρομή και χρόνος.
Μια δεύτερη σκέψη αφορά στη γλώσσα της εικόνας. Στο ντοκιμαντέρ, ο σκηνοθέτης δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από μια σύνοψη. Πρέπει να «δείξει», αντί να «πει». Μια κίνηση, ένας σκοτεινός διάδρομος, ένα βλέμμα μπορούν να μεταφέρουν πληροφορία και συναίσθημα. Αυτό είναι μια σημαντική πρόκληση για τα οπτικοακουστικά φορμάτ, από τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ και τα μικρά ντοκιμαντέρ μέχρι τα explainer βίντεο και τα βίντεο στα social media –λιγότερη αφήγηση πάνω στην εικόνα, περισσότερες σκηνές, χαρακτήρες και λεπτομέρειες που ενισχύουν την τεκμηρίωση.
Οχι μόνο τα τρία ντοκιμαντέρ που έχουν υποστηριχθεί από το iMEdD, αλλά και πολλά άλλα που είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω (όπως, εντελώς ενδεικτικά, τα «Γύρω από τον παράδεισο», «Είμαστε αστρόσκονη», «Survivors – Ξαναγράφοντας το μύθο της», «Φταίχτρες») βασίστηκαν σε μακροχρόνιο χτίσιμο εμπιστοσύνης με πρόσωπα και κοινότητες. Οι δημιουργοί επέστρεφαν ξανά και ξανά στο σημείο ενδιαφέροντος, στον ίδιο τόπο, στον ίδιο χώρο, στην ίδια γειτονιά, συναντούσαν τα ίδια άτομα ενδιαφέροντος, άκουγαν και κατέγραφαν ιστορίες και αφηγήσεις. Αυτή η διαφορετική σχέση με τον χρόνο με έκανε να νιώσω πόσο συχνά, στη δημοσιογραφία, ξεχνάμε την αξία του «slow journalism» και της έρευνας.
Ζούμε σε μια εποχή ταχύτητας, όπου το οικοσύστημα της ενημέρωσης πιέζει για «καυτές» απόψεις και γρήγορες απαντήσεις. Τα ντοκιμαντέρ, από την άλλη, δείχνουν να αντιστέκονται σε αυτή τη λογική. Δεν φοβούνται την ησυχία μιας παρατεταμένης σιωπής.
Ζούμε σε μια «τρελή» εποχή ταχύτητας, όπου το οικοσύστημα της ενημέρωσης πιέζει όλο και πιο έντονα για «καυτές» απόψεις και γρήγορες απαντήσεις. Τα ντοκιμαντέρ, από την άλλη, δείχνουν να αντιστέκονται σε αυτή τη λογική. Δεν φοβούνται την ησυχία μιας παρατεταμένης σιωπής και ό,τι αυτή υποδηλώνει, αναγνωρίζοντας ότι ο ρόλος τους δεν είναι απαραίτητα να κλείσουν τη συζήτηση, αλλά μάλλον να εμβαθύνουν. Αυτό ίσως αποτελεί μια πολύ χρήσιμη υπενθύμιση για τη δημοσιογραφία, καθώς το να παραδεχτείς την πολυπλοκότητα ενός θέματος δεν σημαίνει αδυναμία, ειδικά όταν έχεις ασχοληθεί σοβαρά με την τεκμηρίωση.

Από την άλλη, και το ντοκιμαντέρ έχει πολλά να κερδίσει από τη δημοσιογραφία. Η δημοσιογραφική δουλειά συνοδεύεται από συγκεκριμένα εργαλεία για έρευνα, τεκμηρίωση, έλεγχο στοιχείων, διασταύρωση πηγών, χρήση δεδομένων και πρόσβαση σε πληροφορίες. Στις μέρες μας, ακόμη και η έννοια του αληθινού και της κοινής πραγματικότητας αμφισβητείται συνεχώς, και δεν είναι λίγες οι φορές που δεν ξέρουμε εάν αυτό που βλέπουμε είναι αληθινό. Αυτά τα εργαλεία μπορούν να λειτουργήσουν ως άμυνα, ως μια γραμμή προστασίας της αλήθειας. Ένα ντοκιμαντέρ μπορεί να συγκινεί, να γοητεύει και να εντυπωσιάζει, αλλά πρέπει, επίσης, να αντέχει σε ερωτήσεις για λάθη ή παραλείψεις.
Τοπική δημοσιογραφία με αγάπη — και ως αντίδοτο στην αποξένωση

Εάν ο στόχος είναι μια πραγματική, συστημική αλλαγή, τότε η στήριξη μιας τοπικά ριζωμένης, κοινοτικά ενταγμένης δημοσιογραφίας δεν είναι φιλανθρωπία. Είναι κοινή λογική.
Με όλα τα καλά και τα κακά της, η δημοσιογραφία έχει καταφέρει να χτίσει κώδικες δεοντολογίας που σχετίζονται με τη δίκαιη εκπροσώπηση, το δικαίωμα απάντησης και τη διαφάνεια απέναντι στο κοινό. Τα ντοκιμαντέρ που διαπραγματεύονται κοινωνικά και ευαίσθητα θέματα πρέπει με τον δικό τους τρόπο να μπορούν να απαντήσουν σε σειρές ερωτημάτων –από το ποιος κινδυνεύει μέχρι το γιατί είναι οι τάδε στο κάδρο μας, από το ποιος είναι αυτός που μιλάει μέχρι το ποιος είναι αυτός που σιωπά. Αυτή η δημοσιογραφική κουλτούρα λογοδοσίας μπορεί να αποτελέσει σημαντικό οδηγό για τους ντοκιμαντερίστες, με τέτοιο τρόπο που η προσπάθεια ανάδειξης της δυνατής σκηνής να μην επηρεάζει την ευθύνη απέναντι στους πρωταγωνιστές και το κοινό.
Η δημοσιογραφική κουλτούρα λογοδοσίας μπορεί να αποτελέσει σημαντικό οδηγό για τους ντοκιμαντερίστες, ώστε η ανάδειξη μιας δυνατής σκηνής να μην επηρεάζει την ευθύνη απέναντι σε πρωταγωνιστές και κοινό.
Την εβδομάδα του Φεστιβάλ, δεν ήταν λίγες οι φορές που σε διάφορες συζητήσεις άκουσα τη λέξη «impact». Πλέον αρκετοί δημιουργοί δεν σταματούν τη συζήτηση στο τι ιστορία λέμε, αλλά τη συνεχίζουν στο τι επιθυμούμε να αλλάξει η ιστορία που λέμε. Για τους δημοσιογράφους, αυτή η προσέγγιση είναι γνώριμη: σε ποιον αφορά το δημοσίευμα, ποιον άλλο θα επηρεάσει, ανοίγει κάποια ευρύτερη συζήτηση, τι πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές συνέπειες μπορεί να επιφέρει; Εάν υιοθετηθεί αυτή η λογική, ίσως φανεί πολύ χρήσιμη και για τα ντοκιμαντέρ, ανοίγοντας μια ευρύτερη συζήτηση γύρω από τον σχεδιασμό στρατηγικής προβολών, αλλά και πιθανών συνεργειών με οργανώσεις ή τοπικές κοινότητες.
Η δημοσιογραφία έχει πολλές μορφές έκφρασης, από τα κλασικά άρθρα μέχρι τα podcast, τα explainer βίντεο, τις οπτικοποιήσεις δεδομένων. Η υιοθέτηση και η χρήση τέτοιων πρακτικών και από τους ντοκιμαντερίστες, μπορούν να δώσουν μεγαλύτερο χρόνο ζωής σε ένα έργο, ξεπερνώντας την προβολή του σε μια κινηματογραφική αίθουσα.
Σε έναν κόσμο όπου η προσοχή είναι κατακερματισμένη, η συνάντηση των δύο, δημοσιογραφίας και ντοκιμαντέρ, δεν αποτελεί μόνο ζήτημα αισθητικής. Μπορεί να αποτελέσει και μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής επιβίωσης.
