Καλες Πρακτικες

Γυναίκες και ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα στην ερευνητική δημοσιογραφία: Προκλήσεις, στρατηγικές και η επόμενη μέρα

Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά από το Global Investigative Journalism Network στις 29 Ιουνίου 2026. Αναδημοσιεύεται από το iMEdD κατόπιν άδειας. Οποιαδήποτε άδεια αναδημοσίευσης υπόκειται στην έγκριση του αρχικού εκδότη. Διαβάστε το αρχικό άρθρο εδώ.

Κεντρική εικόνα: Στιγμιότυπο οθόνης, TIDETVhamburg/ GIJN
Μετάφραση: Ανατολή Σταυρουλοπούλου 

Θεματα

Μέσα σε τρεις αφγανικές αίθουσες σύνταξης υπό γυναικεία ηγεσία

Τρεις γυναίκες που διευθύνουν αφγανικές δημοσιογραφικές ομάδες εξηγούν τις προκλήσεις του δημοσιογραφικού έργου υπό το καθεστώς των Ταλιμπάν, της αρχισυνταξίας εξ αποστάσεως και του διαρκούς αγώνα για τη λειτουργία των μέσων τους.

Η επαγγελματική καθημερινότητα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων στη δημοσιογραφία συνοδεύεται συχνά από προκλήσεις, όπως οι μισθολογικές διακρίσεις, η υποτίμηση των ικανοτήτων τους ή η έλλειψη αναγνώρισης από ανώτερα στελέχη, αλλά και η ρητορική μίσους και η παρενόχληση. Σύμφωνα με έρευνα της UNESCO και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων, το 73% των γυναικών δημοσιογράφων δηλώνουν ότι έχουν δεχθεί βία στο διαδίκτυο. Παράλληλα, ο τρόπος με τον οποίο το φύλο, η ταυτότητα και ο σεξουαλικός προσανατολισμός συνδυάζεται με άλλους παράγοντες, όπως τα φυλετικά χαρακτηριστικά και η κοινωνική τάξη, διαμορφώνει διαφορετικές εμπειρίες και δημιουργεί επιπλέον προκλήσεις στον εργασιακό χώρο.

Σε ένα πάνελ που υιοθέτησε μια πρωτότυπη μορφή συζήτησης και διεξήχθη στα πλαίσια του συνεδρίου Netzwerk Recherche 2026 στη Γερμανία, τρεις επαγγελματίες μοιράστηκαν τις εμπειρίες τους από την ερευνητική δημοσιογραφία ως γυναίκες, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα και άτομα των οποίων η ταυτότητα διαμορφώνεται από πολλαπλούς παράγοντες. Συζήτησαν την πρόοδο που έχει σημειωθεί, τα εμπόδια που εξακολουθούν να υπάρχουν και τη σημερινή κατάσταση του κλάδου, σε μια περίοδο όπου πολλά μέσα ενημέρωσης περιορίζουν τις δαπάνες τους και υιοθετούν ολοένα και πιο συντηρητικές θέσεις.

Στη συζήτηση, την οποία συντόνισε η Εβαντζελίστα Σι (Evangelista Sie), υπεύθυνη έργων και επικοινωνίας της ACOS Alliance και ιδρύτρια του The Chance, μιας νεοφυούς επιχείρησης (startup), που στηρίζει την εκπροσώπηση των μαύρων επαγγελματιών των ΜΜΕ στην Ευρώπη, συμμετείχαν η Μπίρτε Μάιερ (Birte Meier), επικεφαλής δημοσιογράφος του Stern Investigativ / RTL, η Σάρα Ούλριχ (Sarah Ulrich), ανεξάρτητη ερευνήτρια δημοσιογράφος και πρώην συντάκτρια της γερμανικής έκδοσης του GIJN, και η Γιασεμίν Σαΐντ (Yasemin Said), δημιουργός ντοκιμαντέρ, δημοσιογράφος και ιδρύτρια του PERSPECTIVES, ενός εγχειρήματος με έδρα τη Λειψία που στηρίζει κοινότητες μεταναστών.

Κατά τη διάρκεια της ενότητας των ερωτήσεων, αντί να δοθούν μικρόφωνα στα μέλη του κοινού, οι ομιλήτριες άφησαν μία θέση κενή στη σκηνή για όποιον επιθυμούσε να συμμετάσχει στο πάνελ και να συζητήσει αναλυτικότερα τα ερωτήματα. «Δεν έχουμε εδώ μόνο τρεις εξαιρετικές ειδικούς σε αυτόν τον τομέα, αλλά υπάρχει τεράστια εμπειρία σε ολόκληρη την αίθουσα», εξήγησε η Σι «ανοίγοντας» το session.

Οι γυναίκες και τα queer άτομα εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται στον κόσμο της δημοσιογραφίας.

Σάρα Ούλριχ, Γερμανίδα ανεξάρτητη ερευνητική δημοσιογράφος

Η πρωτοβουλία αυτή οδήγησε σε μια πιο αυθόρμητη και ανοιχτή, αλλά ταυτόχρονα ειλικρινή, συζήτηση, που κάλυψε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων — από τα πιθανά εμπόδια για την είσοδο στο επάγγελμα και τις μισθολογικές διακρίσεις, έως την παρενόχληση, τον σεξισμό, την απομόνωση και τις κοινές εμπειρίες σχετικά με το πώς το φύλο, η σεξουαλικότητα και παράγοντες όπως η φυλή έχουν επηρεάσει τις δημοσιογραφικές πορείες των συμμετεχόντων. Ένα θέμα που επανερχόταν διαρκώς ήταν ο απολογισμός της προόδου που έχει σημειωθεί τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αλλά και το πώς μπορεί η ερευνητική δημοσιογραφία να συνεχίσει να συμπεριλαμβάνει αυτές τις φωνές.

Εκπροσώπηση, πρόσβαση και διάψευση προσδοκιών

Ακόμη και στη Γερμανία, όπου η αρχή «ίση αμοιβή για ίση εργασία» αποτελεί θεμελιώδη κανόνα του Εργατικού Δικαίου και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα προστατεύονται σε ομοσπονδιακό επίπεδο στον χώρο εργασίας, ζητήματα όπως η εκπροσώπηση, η μισθολογική ισότητα και οι σχέσεις εξουσίας εξακολουθούν να αποτελούν πρόβλημα στα δημοσιογραφικά μέσα, σημείωσαν οι συμμετέχουσες στο πάνελ. Ταυτόχρονα, οι οικονομικές πιέσεις που αντιμετωπίζουν πολλά ΜΜΕ περιπλέκουν ακόμα περισσότερο τα πράγματα.

Η ανεξάρτητη δημοσιογράφος Σάρα Ούλριχ, η οποία ασχολείται με τη βία λόγω φύλου και την κατάχρηση εξουσίας —μεταξύ των πρόσφατων πρόυζεκτ της περιλαμβάνεται το The Invisible Front, το οποίο εστιάζει στη σεξουαλική βία κατά των γυναικών στον πόλεμο της Ουκρανίας— εξήγησε ότι η δυσανάλογα μικρή παρουσία γυναικείων και queer ατόμων στον δημοσιογραφικό χώρο έχει ως αποτέλεσμα να απουσιάζουν αυτές οι φωνές και από τα ίδια τα ρεπορτάζ και τις ιστορίες που παρουσιάζονται.

«Οι γυναίκες και τα queer άτομα εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται στον χώρο του ρεπορτάζ και αυτό, φυσικά, είναι συνέπεια της πατριαρχίας, η οποία επηρεάζει και τα MME», είπε η Ούλριχ. «Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να υπάρχουν περισσότερα πρόσωπα, απόψεις ή χαρακτήρες στα ρεπορτάζ που δεν είναι λευκοί, cis άνδρες. Αυτό συχνά δεν λαμβάνεται υπόψη».

Ένα μέλος του κοινού, ο Γκίντερ, συμμετείχε στο πάνελ για να συζητήσει το ζήτημα της πρόσβασης στο δημοσιογραφικό επάγγελμα. Ο Γκίντερ είχε εργαστεί στο παρελθόν στο Netzwerk Recherche και σήμερα εργάζεται στο Academy Waldschlösschen, ένα εκπαιδευτικό και συνεδριακό κέντρο που ιδρύθηκε το 1981 με στόχο την εκπαίδευση και την καταπολέμηση των προκαταλήψεων απέναντι στη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα.

«Η κλασική εικόνα του ερευνητή δημοσιογράφου, όταν ξεκινούσα, ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με μυστικές υπηρεσίες και πράκτορες… Δεν μπορούσα να ταυτιστώ με αυτή την εικόνα», είπε ο Γκίντερ. «Δεν μπορούσα να διανοηθώ πώς θα μπορούσε να γίνει ένας τέτοιος δημοσιογράφος κάποιος σαν εμένα».

«Σε ορισμένες περιπτώσεις χρειάστηκε να περάσουν χρόνια μέχρι να με πάρουν στα σοβαρά… ακόμη και όταν έκανα καλά τη δουλειά μου εξ αρχής. Ίσως δεν έχω τον ίδιο δυναμισμό, την ίδια αυτοπεποίθηση ή την ίδια ευχέρεια στον λόγο με κάποιους άλλους. Όταν σκέφτομαι την πορεία μου εδώ και μια εικοσαετία, αναρωτιέμαι αν αυτό ήταν κάτι που τελικά με εμπόδισε και κατά πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα σήμερα», είπε. «Αν δηλαδή μπορεί κάποιος να τα καταφέρει στο επάγγελμα, κάνοντας απλώς σωστά τη δουλειά του — ακόμα κι αν δεν διαθέτει τα τυπικά ανδρικά χαρακτηριστικά και τις ποιότητες που συνδέονται με την αρρενωπότητα».

«Δεν θα έλεγα ότι η πρόσβαση στο επάγγελμα έχει γίνει ευκολότερη, αλλά οι συζητήσεις που γίνονται γύρω από αυτά τα ζητήματα έχουν αυξηθεί», απάντησε η Ούλριχ. «Ο χώρος αλλάζει και η πίεση αυξάνεται, γιατί πλέον έχουμε παρουσία και διεκδικούμε τη θέση που μας αναλογεί».

Η Ούλριχ εξήγησε ότι, στο ξεκίνημά της, δεν είχε προλάβει ακόμα να δημιουργήσει γύρω της ένα δίκτυο από δημοσιογράφους με παρόμοιες απόψεις ούτε επαφές με φεμινιστικούς κύκλους. «Για μεγάλο διάστημα δυσκολευόμουν να ενσωματώσω στο δημοσιογραφικό μου έργο την προσωπική μου ταυτότητα και τη φεμινιστική μου οπτική, γιατί πίστευα ότι αυτό θα θεωρούνταν αντιεπαγγελματικό. Νομίζω ότι αυτό εξακολουθεί εν μέρει να συμβαίνει. Υπάρχει ακόμη ο κίνδυνος να χαρακτηριστούμε ακτιβιστές» είπε. «Για πολύ καιρό είχα επίσης την αίσθηση ότι τα άτομα FLINTA [γερμανικό ακρωνύμιο για γυναίκες, λεσβίες, καθώς και τα διαφυλικά, μη δυαδικά, τρανς και άφυλα άτομα] στη δημοσιογραφία έπρεπε να καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια για να κερδίσουν την ορατότητα που τους αναλογούσε, γιατί στην πραγματικότητα παλεύαμε για να βρούμε τη θέση μας στον χώρο. Πιστεύω όμως ότι αυτό αλλάζει σταδιακά και πλέον υπάρχουν περισσότερα άτομα σε θέσεις ευθύνης».

Ακόμη και στο δημοσιογραφικό χώρο, σε κάθε περιβάλλον που έχω βρεθεί, έχω βιώσει κάποια μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης.

Γιασεμίν Σάιντ,σκηνοθέτις ντοκιμαντέρ και ιδρύτρια του PERSPECTIVES

Η Γιασεμίν Σάιντ, που ασχολείται με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις δομές εξουσίας και έχει μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης προσεγγίζουν τις μεταναστευτικές κοινότητες, τόνισε ότι η αντιμετώπιση της απομόνωσης είναι καθοριστικής σημασίας.

«Απογοητεύτηκα πολύ και ένιωσα μεγάλη ματαίωση όταν διαπίστωσα ότι ακόμα και στον χώρο της δημοσιογραφίας, όπως και σε κάθε άλλο χώρο που έχω βρεθεί, έχω αντιμετωπίσει κάποια μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης», εξήγησε. «Αυτό έκανε την καθημερινότητα στη δουλειά δύσκολη, καθώς υπήρχαν σχόλια και συμπεριφορές που δημιουργούσαν ένα άβολο κλίμα. Νομίζω ότι αυτός εξακολουθεί κατά κάποιον τρόπο να είναι ο κανόνας… Και πιστεύω ότι αυτή η απομόνωση, αυτή η αίσθηση ότι “πρέπει η καθεμία να βρει μόνη της τρόπο να το διαχειριστεί”, περιορίζει τη δυνατότητά μας να αλλάξουμε τα πράγματα. Αυτό που θα ήθελα είναι να είμαστε περισσότερο συσπειρωμένες».

«Επιλεκτική» ορατότητα

Το πάνελ και το κοινό συζήτησαν επίσης την παρουσία και την ορατότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ δημοσιογράφων στα ΜΜΕ — αλλά και τα όριά της. Η Σάιντ, η οποία συμμετέχει στο πρότζεκτ Reframing Queer Narratives in Media της History Unit, είπε χαρακτηριστικά: «Δεν βλέπω να υπάρχει καθόλου ορατότητα των queer ατόμων [στον χώρο]. Μηδενική. Δεν υπάρχει πουθενά. Είναι τόσο έντονη η απουσία της, ακόμη και στους [μεγάλους δημοσιογραφικούς ομίλους], που αυτό από μόνο του έχει ενδιαφέρον… Ταυτόχρονα όμως, βλέπω ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βοηθούν πολύ στο να συνδεθείς και να γνωρίσεις άλλους ανθρώπους. Αυτό το θεωρώ πολύ θετικό».

Ο Ντάνιελ, μέλος του κοινού και ανοιχτά γκέι άνδρας που εργάζεται ως δημοσιογράφος σε περιφερειακό μέσο, σχολίασε ότι, από τη δική του εμπειρία, η εκπροσώπηση και η ορατότητα των queer ατόμων στη δημοσιογραφία είναι «επιλεκτική», καθώς ορισμένες ομάδες είναι περισσότερο ορατές από άλλες.

«Προσωπικά, νιώθω ότι γνωρίζω πολλούς γκέι άνδρες [στον χώρο], αλλά άλλες ομάδες, ιδιαίτερα μη λευκά άτομα, καθώς και λεσβίες ή τρανς άτομα, φαίνεται να είναι σχεδόν αόρατες… Υπάρχουν ορισμένες ομάδες που εκπροσωπούνται ήδη έντονα, ενώ οι υπόλοιποι κάπως μένουν από έξω. Το ΛΟΑΤΚΙ+ έχει αρκετά γράμματα και αν υπάρχει εκπροσώπηση μόνο για ένα από αυτά, αυτό είναι λυπηρό».

Μισθολογικές ανισότητες, χθες και σήμερα

Η βραβευμένη βετεράνος ερευνήτρια δημοσιογράφος Μπίρτε Μάιερ είναι επίσης υπέρμαχος της μισθολογικής ισότητας. Το 2020 δικαιώθηκε σε μια ιστορική δικαστική διαμάχη υπέρ της ίσης αμοιβής στο Ομοσπονδιακό Εργατικό Δικαστήριο της Γερμανίας, όπου είχε προσφύγει κατά του εργοδότη της, του μεγάλου δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα ZDF, επειδή οι απολαβές της ήταν χαμηλότερες από τους άνδρες συναδέλφους της που εργάζονταν ως ερευνητές δημοσιογράφοι. Έχει επίσης γράψει το βιβλίο Equal Pay Now! (Ίσοι Μισθοί Τώρα!).

Όπως σημείωσε η συντονίστρια Ευαγγελίνε Σι, δεν διαθέτουν όλοι οι εργαζόμενοι τους πόρους για μια δικαστική διαμάχη με τον εργοδότη τους. Το ερώτημα, λοιπόν, ήταν τι συμβουλή θα έδινε η Μάιερ σε άλλους δημοσιογράφους και συναδέλφους που αντιμετωπίζουν μια αντίστοιχη κατάσταση.

«Εξαρτάται από το καθεστώς εργασίας – αν είσαι μισθωτός ή ελεύθερος επαγγελματίας και τι είδους σύμβαση έχεις», εξήγησε. Φυσικά, εξαρτάται επίσης από τη νομοθεσία και τα κατοχυρωμένα δικαιώματα σε κάθε χώρα. Ωστόσο, η μισθολογική ανισότητα εξακολουθεί συχνά να υπάρχει στην πράξη, ιδιαίτερα στα δημοσιογραφικά μέσα.

Στις αίθουσες σύνταξης, όσον αφορά το ποιος λαμβάνει ποιον προϋπολογισμό, ποιος αναλαμβάνει τις μεγάλες έρευνες, ποιος φτάνει στην κορυφή… Δεν βρισκόμαστε σε καμια περίπτωση εκεί που θα έπρεπε να είμαστε, και έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας

Μπίρτε Μάιερ, επικεφαλής δημοσιογράφος του Stern Investigativ

Η Μάιερ προτείνει στους δημοσιογράφους να κάνουν τις ακόλουθες τρεις ερωτήσεις στον εαυτό τους πριν προχωρήσουν σε οποιαδήποτε ενέργεια:

  1. Είναι η θέση εργασίας/τα καθήκοντά μου συγκρίσιμα με αυτά ενός άνδρα συναδέλφου μου;
  2. Μπορώ να αποδείξω ότι ο άνδρας συνάδελφος που εργάζεται στην ίδια θέση αμείβεται περισσότερο;
  3. Υπάρχει κάποιος βάσιμος λόγος για τον οποίο ο άνδρας συνάδελφος αμείβεται περισσότερο;

«Φυσικά, υπάρχουν και βάσιμοι λόγοι για τους οποίους άνδρες και γυναίκες μπορεί να αμείβονται διαφορετικά, για παράδειγμα αν ο άνδρας έχει μεγαλύτερη επαγγελματική εμπειρία. Όχι όμως επειδή απλώς κατάφερε να διαπραγματευτεί καλύτερα. Επομένως, τα πράγματα είναι απλά. Αν δεν μπορείς να αποκλείσεις το ενδεχόμενο άνισης μεταχείρισης, τότε είναι καλό — ακόμη κι αν δεν θέλεις να προσφύγεις στη δικαιοσύνη — να απευθυνθείς σε ένα συμβούλιο εργαζομένων, έναν δικηγόρο, μια υπηρεσία κατά των διακρίσεων, κάποιο συνδικάτο ή οποιοδήποτε κέντρο ενημέρωσης μπορεί να σε βοηθήσει. Γιατί θα δεις ότι είναι πολύ δύσκολο να συνεχίσεις κανονικά τη δουλειά σου, όταν έχεις συνειδητοποιήσει κάτι τέτοιο. Δεν μπορείς πια να αντλήσεις ικανοποίηση από τη δουλειά σου», πρόσθεσε η Σι.

Η Μάιερ αναγνώρισε ότι τα δημοσιογραφικά συνέδρια έχουν αλλάξει σημαντικά σε σχέση με το πώς ήταν στο ξεκίνημα της καριέρας της: «Παλιότερα μας πλησίαζαν μεσήλικες άνδρες που έριχναν ένα βλέφαρο στα καρτελάκια με τα ονόματά μας και μας προσπερνούσαν, εφόσον δεν ήμασταν, ας το πούμε, σημαντικές. Στο σημερινό συνέδριο βλέπεις πολλά διαφορετικά άτομα, ιδιαίτερα νέα άτομα» είπε.

«Πιστεύω όμως, για να μετριάσω λίγο τον ενθουσιασμό, ότι στις αίθουσες σύνταξης, όσον αφορά το ποιος παίρνει ποιον προϋπολογισμό, ποιος αναλαμβάνει τις μεγάλες έρευνες, ποιος φτάνει στην κορυφή και ποιος ασκεί επιρροή εκεί πάνω, τώρα που παντού γίνονται και πάλι περικοπές, εξακολουθούν να ισχύουν οι ίδιοι παλιοί μηχανισμοί. Δεν βρισκόμαστε σε καμία περίπτωση εκεί που θα έπρεπε να είμαστε, και έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας», πρόσθεσε.

Προχωρώντας μπροστά

Η συζήτηση στράφηκε και στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα δημοσιογραφικά μέσα, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο αυτές επηρεάζουν τα θέματα που τελικά επιλέγονται για κάλυψη.

Ένα άτομο από το κοινό ρώτησε πώς θα μπορέσουν οι ερευνητές δημοσιογράφοι να συνεχίσουν το έργο τους σε μια περίοδο όπου οι πόροι μειώνονται και όλο και περισσότερα μέσα ενημέρωσης υιοθετούν συντηρητικές θέσεις.

«Έχω την αίσθηση ότι αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να προτείνω έρευνες για τις συστημικές διακρίσεις που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στη γεωργία, γιατί πολύ απλά αυτό δεν πουλάει», είπε το άτομο από το κοινό. «Αναρωτιέμαι πραγματικά πώς μπορούμε να διατηρήσουμε αυτόν τον χώρο για συζήτηση, αλλά και πώς μπορούμε να συνεχίσουμε αυτού του είδους την ερευνητική δουλειά — γιατί είναι ακριβή, έχει μεγάλο ψυχικό κόστος και πολλές φορές προκύπτουν ζητήματα ασφαλείας. Στο τέλος είμαστε εξουθενωμένοι».

Απαντώντας, η Ούλριχ μοιράστηκε την εμπειρία της από την προσπάθεια που έκανε μαζί με συναδέλφους να δημιουργήσουν ένα φεμινιστικό μέσο ερευνητικής δημοσιογραφίας, ένα εγχείρημα που, σε προχωρημένο στάδιο, δεν κατάφερε τελικά να εξασφαλίσει την απαιτούμενη χρηματοδότηση. «Νομίζω ότι όσοι από εμάς διαθέτουμε ακόμα τους πόρους και τη δύναμη, πρέπει να δημιουργήσουμε κάτι μόνοι μας, γιατί κανείς δεν πρόκειται να μας το δώσει έτοιμο… Δεν πρόκειται να έρθουν σε εμάς οι δημόσιοι ραδιοτηλεοπτικοί φορείς. Πρέπει να το κάνουμε εμείς και να βρούμε μόνοι μας τη χρηματοδότηση», είπε.

Η Σάιντ πρόσθεσε: «Με εμπνέει απίστευτα να βλέπω πώς εργάζονται και πώς οργανώνονται οι γυναίκες ερευνήτριες δημοσιογράφοι σε όλο τον κόσμο και αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε, τουλάχιστον στην αρχή, να οργανωθούμε κι εμείς. Να κάνουμε έρευνα, ενώ παράλληλα έχουμε μια δουλειά που μας επιτρέπει να πληρώνουμε το νοίκι, και στη συνέχεια να αρχίσουμε σιγά σιγά να χτίζουμε κάτι… Νιώθω ότι δεν θέλω πλέον να περιμένω με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα βρεθώ σε ένα μέσο που θα είναι λιγότερο προβληματικό. Θέλω απλώς να το δημιουργήσουμε εμείς οι ίδιες».

Παρακολουθήστε παρακάτω ολόκληρη τη συζήτηση εδώ: