Επίσης νέες έρευνες για: τις προσπάθειες των τοπικών εφημερίδων για οικονομική ενίσχυση, τα χαρακτηριστικά μιας καλής συνέντευξης και τις εξελίξεις στη Meta για τον έλεγχο γεγονότων
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά, στις 10/3/2026, από το μηνιαίο newsletter RQ1 των Mark Coddington, Seth Lewis, Tamar Wilner, και Nick Mathews και αναδημοσιεύθηκε από το NiemanLab στις 12/3/2026. Μεταφράστηκε στα ελληνικά και αναδημοσιεύεται από το iMEdD με την άδεια της ομάδας του RQ1. Οποιαδήποτε άδεια αναδημοσίευσης υπόκειται στον αρχικό εκδότη. Διαβάστε τo πρωτογενές δημοσίευμα εδώ.
Μετάφραση: Εβίτα Λύκου
Κεντρική εικόνα: Shutterstock, Ευγένιος Καλοφωλιάς
Το ρεπορτάζ όταν στο διαδίκτυο πέφτει «μαύρο»

Δημοσιογράφοι παγκοσμίως αντιμετωπίζουν διακοπές διαδικτύου, καταφεύγοντας σε επικίνδυνες λύσεις για μετάδοση ειδήσεων, αποκαλύπτοντας λογοκρισία, βλάβες και κόστος
ο κοινό αναδεικνύει σταθερά τη μεροληψία ως μία από τις σημαντικότερες ανησυχίες του ως προς τα μέσα ενημέρωσης. Εδώ και μισό αιώνα τουλάχιστον διατυπώνεται η κατηγορία ότι οι δημοσιογράφοι τείνουν να προσανατολίζονται προς την Aριστερά. Και σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, αυτή η αντίληψη για τον πολιτικό προσανατολισμό έχει βάση.
Αλλά, αν πιστεύει κανείς ότι αυτό το γεγονός επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς περί μεροληψίας, τότε βιάζεται να καταλήξει σε συμπεράσματα, όπως επισημαίνουν οι Αντρέας Ριντλ (Andreas A. Riedl), Στέφαν Γκάις (Stefan Geiß), Μέλανι Μαγκίν (Melanie Magin), Όλαφ Γιάντουρα (Olaf Jandura) και Μπέργκιτ Σταρκ (Birgit Stark) στη νέα τους μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Political Communication. Εξάλλου, το μοντέλο της αντικειμενικής δημοσιογραφίας περιλαμβάνει κανόνες, αξίες και πρακτικές που έχουν σχεδιαστεί για να ελέγχουν τη μεροληψία. Αυτό το μοντέλο που κυριάρχησε σε πολλές χώρες κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα εξακολουθεί να διέπει και σήμερα πολλούς ειδησεογραφικούς οργανισμούς και νεοσύστατες εταιρείες. Άρα, λοιπόν, παράγουν πράγματι περιεχόμενο με αριστερό προσανατολισμό οι προοδευτικοί δημοσιογράφοι ή κάποια από αυτά τα μέτρα ελέγχου λειτουργούν, για να διατηρείται η ισορροπία του περιεχομένου;
Ο Ριντλ και οι συνεργάτες του εξετάζουν αυτά τα ερωτήματα στο πλαίσιο της Αυστρίας, χρησιμοποιώντας ένα τεράστιο σύνολο δεδομένων: 3.539 δημοσιεύματα τα οποία σχετίζονται με την πολιτική και τη χάραξη πολιτικών από 12 δημοσιογραφικούς οργανισμούς, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν μια ποικιλία μέσων ενημέρωσης και επιχειρηματικών μοντέλων. (Τα άρθρα γνώμης δεν συμπεριλήφθηκαν.) Τα δημοσιεύματα αναλύθηκαν, για να ποσοτικοποιήσουν την εμφάνιση μεροληψίας σε τρεις διαστάσεις. Η πρώτη, η υποκειμενικότητα, εξετάζει κατά πόσο οι δημοσιογράφοι εκφράζουν άποψη στο ειδησεογραφικό άρθρο. Η δεύτερη, η σύνθεση των κομμάτων, εξετάζει αν η εκπροσώπηση των κομμάτων στο άρθρο ήταν ισορροπημένη. Και η τρίτη, η σύνθεση του αξιακού πλαισίου, εξετάζει αν το άρθρο ευνοεί μια συγκεκριμένη θεώρηση των πολιτικών ζητημάτων, η οποία εκφράζεται είτε ως προοδευτική έναντι αυταρχικής, είτε ως εθνική έναντι διεθνούς, είτε ως αντιπαράθεση της αγοράς με το κράτος πρόνοιας. Ο Ριντλ και οι συνεργάτες του ζήτησαν, επίσης, τις απόψεις 160 δημοσιογράφων των οποίων τα δημοσιεύματα περιλαμβάνονταν στο δείγμα.

Επισημαίνουμε ορισμένα από τα βασικά αποτελέσματα στο παραπάνω γράφημα. Ένα βασικό εύρημα: σε γενικές γραμμές, οι αριστεροί δημοσιογράφοι επιδεικνύουν μεγαλύτερη υποκειμενικότητα στα γραπτά τους. Ωστόσο, προτού ξεσηκωθεί η αυστριακή εκδοχή του Newsmax –η συνολική πολιτική κάλυψη στη χώρα εξακολουθεί να είναι κεντρώα με ελαφρά δεξιά μεροληπτική τάση. Πώς είναι αυτό δυνατόν;
Ίσως έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο οι δημοσιογράφοι αντιλαμβάνονται τον ρόλο τους και το πόσο μεγάλη αυτονομία έχουν. Και επιπλέον, οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι οι μηχανισμοί αυτοί φαίνεται να λειτουργούν διαφορετικά για διαφορετικούς τύπους μεροληψίας. Επομένως, το γεγονός ότι οι προοδευτικοί δημοσιογράφοι παρήγαγαν πιο υποκειμενικό περιεχόμενο (τουλάχιστον το 2018, στην Αυστρία), δεν σημαίνει ότι η δουλειά τους είναι μεροληπτική με άλλους τρόπους.
Για παράδειγμα, ας εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στα ιδανικά των δημοσιογράφων που περιορίζουν τη μεροληψία σε σχέση με τον ρόλο τους και στο ποσοστό εκπροσώπησης των κομμάτων στα δημοσιεύματα. Εδώ, βλέπουμε αριστερούς δημοσιογράφους να περιορίζουν τη μεροληψία τους –και μάλιστα ενίοτε σε βαθμό υπερβολής. Οι ερευνητές παρατηρούν: «Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι (μόνο) οι δημοσιογράφοι που έχουν απελευθερωθεί από τους προσανατολισμούς του ρόλου τους νιώθουν ότι έχουν την ελευθερία να (υπερ)αντισταθμίζουν τις δικές τους πεποιθήσεις».
Αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι (μόνο) οι δημοσιογράφοι που έχουν απελευθερωθεί από τους προσανατολισμούς του ρόλου τους νιώθουν ότι έχουν την ελευθερία να (υπερ)αντισταθμίζουν τις δικές τους πεποιθήσεις.
Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη ιδανικών που περιορίζουν τη μεροληψία σχετικά με τον ρόλο του δημοσιογράφου συνδέεται με λιγότερη υποκειμενικότητα για τους δεξιούς δημοσιογράφους. Ανάμεσα στους δημοσιογράφους που απορρίπτουν αυτά τα ιδανικά, όχι απλά οι δεξιοί δημοσιογράφοι τείνουν να γίνονται πιο υποκειμενικοί, αλλά περιέργως και οι αριστεροί δημοσιογράφοι γίνονται λιγότερο υποκειμενικοί. Ίσως, λένε οι ερευνητές, οι αριστεροί δημοσιογράφοι που τείνουν προς μια ακτιβιστική ερμηνεία του ρόλου τους είναι πιο πιθανό να στηρίζουν τις ερμηνείες τους σε εμπειρικά γεγονότα, ενώ οι δεξιοί δημοσιογράφοι πρεσβεύουν μια σπάνια αντικειμενικότητα που σημαίνει ότι δεν παίρνουν θέση, ανεξάρτητα από το ποιος έχει δίκιο.
Εν τω μεταξύ, οι αντιλήψεις για την επαγγελματική αυτονομία συχνά δεν είχαν αντίκτυπο –παρά μόνο όταν επρόκειτο για αξιακά πλαίσια. Οι δημοσιογράφοι με μεγαλύτερη αυτονομία παρουσίασαν εντονότερη ευθυγράμμιση ανάμεσα στην ιδεολογία τους και στα αξιακά πλαίσια που χρησιμοποιούσαν στα δημοσιεύματά τους. «Η ικανότητα επιλογής δηλώσεων και απόψεων που ευθυγραμμίζονται με τις δικές τους αξίες φαίνεται να εξαρτάται από την ύπαρξη ενός αντίστοιχου επιπέδου συντακτικής ελευθερίας», υποθέτουν οι ερευνητές. Οι δημοσιογράφοι που δήλωσαν ότι είχαν περιορισμένη αυτονομία παρήγαγαν δημοσιεύματα που αντανακλούσαν λιγότερο τον πολιτικό τους προσανατολισμό, με αποτέλεσμα ακόμη και προοδευτικοί δημοσιογράφοι να παράγουν θέματα με δεξιό προσανατολισμό.
Η ικανότητα επιλογής δηλώσεων και απόψεων που ευθυγραμμίζονται με τις δικές τους αξίες φαίνεται να εξαρτάται από την ύπαρξη ενός αντίστοιχου επιπέδου συντακτικής ελευθερίας.
Τελικά, τα ευρήματα τονίζουν: η μεροληψία δεν είναι μια ευθεία γραμμή. Η σχέση ανάμεσα στο πώς συναισθανόμαστε τον κόσμο και πώς γράφουμε για τον κόσμο, καθώς προσπαθούμε να σεβαστούμε τους δημοσιογραφικούς κανόνες της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας, είναι αρκετά περίπλοκη. Αυτό δεν πρόκειται ποτέ να γίνει δημοφιλές πολιτικό θέμα συζήτησης, ακόμη και αν ισχύει.
Συνοπτική παρουσίαση ερευνών
Χαμένες ευκαιρίες: Οι αναξιοποίητες δυνατότητες στις εκκλήσεις των τοπικών εφημερίδων των ΗΠΑ για οικονομική στήριξη της Βόλγα Κανανόβιτς (Volha Kananovich) στο Journalism.
Οι τοπικές εφημερίδες στις Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν από τους αναγνώστες τους χρήματα –μέσω συνδρομών, αιτημάτων δωρεάς και μηνυμάτων σε paywall– αλλά θα μπορούσαν να επιχειρηματολογήσουν πιο πειστικά. Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα της μελέτης της Κανανόβιτς, η οποία ανέλυσε ένα αντιπροσωπευτικό σε εθνικό επίπεδο δείγμα τέτοιων εκκλήσεων από τοπικές εφημερίδες στις ΗΠΑ.
Η Κανανόβιτς επεδίωξε να εξετάσει «τον βαθμό στον οποίο [οι εφημερίδες] προβάλλουν την αξία της τοπικής δημοσιογραφίας ως κρίσιμου δημοκρατικού και πολιτικού θεσμού». Ανέλυσε τις εκκλήσεις τους προς τους αναγνώστες μέσα από δύο άξονες: τις σπουδές δημοσιογραφίας (συγκεκριμένα την έννοια του μεταδημοσιογραφικού λόγου, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο οι δημοσιογράφοι μιλούν για αυτό που κάνουν) και το μάρκετινγκ (βασιζόμενη στις έξι αρχές της πειθούς του Τσιαλντίνι).
Η γενική εικόνα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική. Όταν οι εφημερίδες έκαναν λόγο για την κοινωνική και πολιτική τους αξία, η πιο συνηθισμένη από τις λειτουργίες τους που ανέφεραν ήταν η ενημέρωση του κοινού, η οποία όμως εμφανιζόταν μόλις στο 22,8% των εκκλήσεων. Η καλλιέργεια της αίσθησης της κοινότητας ανήλθε στο 14,6%, η λογοδοσία στο 10%, ενώ η προώθηση της δημόσιας συζήτησης και η ανάπτυξη ενσυναίσθησης ήταν σχεδόν αόρατες με 3,9% και 0,7%, αντίστοιχα. Δημοσιογραφικές αξίες όπως η ακρίβεια ή η ανεξαρτησία εμφανίστηκαν μόνο στο 12,3% των περιπτώσεων.
Όσον αφορά την πειθώ, οι εκκλήσεις ήταν εξίσου φτωχές. Η ανταποδοτικότητα –όπως η υπενθύμιση στους αναγνώστες της προσφοράς από την οποία έχουν ήδη επωφεληθεί– ήταν η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη βασική αρχή, η οποία εμφανίστηκε στο 28,7% των εκκλήσεων. Ο κοινωνικός έλεγχος, όπως η δημοσίευση μαρτυριών ή η παρουσίαση στατιστικών στοιχείων που αποδεικνύουν τη δημοτικότητα, απουσίαζε σχεδόν παντελώς, σε ποσοστό 1,5%.
Υπήρχε ένα φωτεινό σημείο: οι εκκλήσεις για δωρεές ξεπέρασαν τις εκκλήσεις για συνδρομές, τόσο ως προς την παρουσίαση του δημοκρατικού ρόλου της δημοσιογραφίας όσο και ως προς την εφαρμογή τεχνικών πειθούς. Το συνολικό συμπέρασμα, ωστόσο, αποτελεί μια σοβαρή υπενθύμιση: σε μια περίοδο που η επιβίωση των τοπικών ειδήσεων μπορεί να εξαρτάται από τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς που θα πείσουν τις κοινότητες για την αξία τους, πολλές εφημερίδες δυσκολεύονται να προβάλουν αυτό το επιχείρημα.
Ποιοι παράγοντες δημιουργούν μια θετική εμπειρία συνέντευξης; Διαπιστώσεις από συνεντευξιαζόμενους για την αύξηση της αλληλεπίδρασης με τα μέσα ενημέρωσης της Κάθριν Σάιν (Kathryn Shine) στο Journalism Practice.
Οι σπουδές δημοσιογραφίας και η έρευνα έχουν πολλά να πουν για το πώς πρέπει να παίρνουν συνεντεύξεις οι δημοσιογράφοι –αλλά τι πιστεύουν οι άνθρωποι στην άλλη πλευρά της συζήτησης; Αυτή η μελέτη αντιστρέφει το πρίσμα, ερευνώντας 220 Αυστραλούς ειδικούς και εκπροσώπους των μέσων ενημέρωσης σχετικά με το τι χαρακτηρίζει μια καλή (ή κακή) εμπειρία δημοσιογραφικής συνέντευξης. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να το γνωρίζουμε αυτό σε μια εποχή που διαμορφώνεται η αντίληψη ότι η ειδησεογραφική κάλυψη θα πρέπει να περιλαμβάνει περισσότερες διαφορετικές φωνές και ότι οι λευκές, ανδρικές οπτικές τείνουν να υπερεκπροσωπούνται.
Μέσω μιας θεματικής ανάλυσης των απαντήσεων της έρευνας ανοικτού τύπου, η Σάιν εντόπισε πέντε γενικούς παράγοντες που σύμφωνα με τις πηγές έχουν μεγαλύτερη σημασία: προετοιμασία, σεβασμός, σαφήνεια, χρόνος και ανοιχτή σκέψη. Η προετοιμασία αναδείχθηκε ως βασικό ζήτημα –οι συνεντευξιαζόμενοι θέλουν να γνωρίζουν ότι ο δημοσιογράφος έχει κάνει τη δουλειά του πριν επικοινωνήσει μαζί τους, τόσο για να αποδείξει την ικανότητά του όσο και για να δείξει ότι η εμπειρία τους εκτιμάται.
Ο σεβασμός περιελάμβανε τα πάντα, από την επαγγελματική ευγένεια μέχρι τις πρακτικές της μετέπειτα επικοινωνίας, με πολλούς συνεντευξιαζόμενους να δηλώνουν ότι εκτίμησαν το γεγονός ότι έλαβαν σύνδεσμο για το δημοσιευμένο άρθρο ή σχόλια μετά τη συνέντευξη. «Ο σεβασμός επιδείχθηκε μέσω μιας αμοιβαίας και όχι συναλλακτικής αλληλεπίδρασης, με την οποία ο δημοσιογράφος συνέχισε να επικοινωνεί μαζί τους ακόμη και μετά την ολοκλήρωση της συνέντευξης», γράφει η Σάιν.
Ο παράγοντας χρόνος προσέφερε αρκετές αποκαλυπτικές διαστάσεις. Οι συνεντευξιαζόμενοι δεν επιθυμούσαν απαραιτήτως να είναι οι συνεντεύξεις σύντομες –ήθελαν να μην τις αισθάνονται βιαστικές και ήθελαν ευελιξία όσον αφορά τον προγραμματισμό. Αρκετοί εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για τις μακροσκελείς συνεντεύξεις που συμπυκνώθηκαν σε ένα μόνο απόσπασμα ή δεν χρησιμοποιήθηκαν καθόλου. «Κάντε το μου πιο εύκολο. Έχω ελάχιστο χρόνο διαθέσιμο», δήλωσε μια γυναίκα που εργάζεται στον δημόσιο τομέα.
Η ανοιχτή σκέψη, εν τω μεταξύ, αναφέρεται στους δημοσιογράφους που έρχονται στη συνέντευξη χωρίς ένα προκαθορισμένο αφήγημα –οι συνεντευξιαζόμενοι αποθαρρύνονταν όταν αισθάνονταν ότι ένας δημοσιογράφος αναζητούσε μόνο μια ατάκα για να επιβεβαιώσει μια υφιστάμενη οπτική γωνία αντί να ασχοληθεί πραγματικά με αυτά που είχαν να πουν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 77% των ερωτηθέντων περιέγραψε τη συνολική εμπειρία από τις συνεντεύξεις ως θετική (έναντι ενός ποσοστού μόλις 6% που ανέφερε αρνητική εμπειρία), ενώ η προθυμία συμμετοχής ήταν υψηλή σε όλα τα επίπεδα. Ωστόσο, οι γυναίκες ανέφεραν σημαντικά μεγαλύτερη νευρικότητα σχετικά με τη διεξαγωγή συνέντευξης και χαμηλότερη αυτοπεποίθηση σε ό,τι είχαν να προσφέρουν, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι δημοσιογράφοι θα μπορούσαν να προσπαθήσουν περισσότερο να διευκολύνουν τους συνεντευξιαζόμενους να αισθάνονται άνετοι και ικανοί όταν τους καλούν να δώσουν συνέντευξη –και έτσι να συμβάλουν στη μείωση του καλά τεκμηριωμένου χάσματος μεταξύ των δύο φύλων στην αναζήτηση πηγών για τις ειδήσεις.
Ειδήσεις δημοσίων υποθέσεων και τοπική σημασία στην ψηφιακή δημοσιογραφία: Σύγκριση μη κερδοσκοπικών και εμπορικών ψηφιακών ειδησεογραφικών οργανισμών σε διάφορα επίπεδα κοινοτικού πλουραλισμού των Χσιν-Χαν Λι (Hsin-Han Lee) και Γουίλσον Λόουρεϊ (Wilson Lowrey) στο Journalism & Mass Communication Quarterly.
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι τοπικές ειδήσεις είναι πολλές και καλά μελετημένες, αλλά ένα σύνολο αλληλένδετων ερωτημάτων παραμένει ανεξερεύνητο: σε ποιο βαθμό οι μη κερδοσκοπικοί ειδησεογραφικοί ιστότοποι προσφέρουν υψηλότερης ποιότητας τοπική δημοσιογραφία σε σύγκριση με τους αντίστοιχους εμπορικούς ιστότοπους; Και πώς η σύνθεση μιας κοινότητας διαφοροποιεί αυτήν την κατάσταση;
Στη μελέτη αυτή, οι Λι και Λόουρεϊ διεξήγαγαν ανάλυση περιεχομένου 672 ειδήσεων από 16 τοπικές ψηφιακές ειδησεογραφικές ιστοσελίδες νεοφυών εταιρειών –οκτώ μη κερδοσκοπικές και οκτώ εμπορικές– που εξαπλώθηκαν σε κοινότητες με διαφορετικά επίπεδα διαρθρωτικού πλουραλισμού (ουσιαστικά, ένα υποκατάστατο για το μέγεθος της κοινότητας και τη θεσμική πολυπλοκότητα· οι μεγάλες πόλεις τείνουν να έχουν «υψηλό» πλουραλισμό επειδή έχουν μεγαλύτερους πληθυσμούς και μια πιο κατανεμημένη δομή εξουσίας).
Το πλεονέκτημα των μη κερδοσκοπικών οργανισμών ήταν σαφές σε όλους τους τομείς. Οι μη κερδοσκοπικοί ιστότοποι παρήγαγαν σημαντικά περισσότερο τοπικό περιεχόμενο (83,6% έναντι 72,9% για τους εμπορικούς ιστότοπους), περισσότερα πρωτότυπα ρεπορτάζ (95,2% έναντι 80,7%) και σημαντικά μεγαλύτερη κάλυψη των δημόσιων υποθέσεων (87,2% έναντι 62,5%). Όταν οι ερευνητές εξέτασαν άλλους παράγοντες, ο κερδοσκοπικός προσανατολισμός ενός μέσου παρέμεινε σημαντικός παράγοντας πρόβλεψης του τύπου του περιεχομένου –τα μη κερδοσκοπικά δημοσιεύματα είχαν περίπου διπλάσιες πιθανότητες να είναι τοπικής σημασίας και πάνω από έξι φορές περισσότερες πιθανότητες να έχουν γραφτεί από ντόπιο προσωπικό σε σύγκριση με τα εμπορικά δημοσιεύματα.
Ωστόσο, αυτά τα πλεονεκτήματα των μη κερδοσκοπικών αιθουσών σύνταξης ισχύουν και σε μικρότερες αστικές περιοχές ή ισχύουν μόνο για τις μεγάλες μητροπόλεις; Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, ενώ τα πλεονεκτήματα σχετικά με την ποιότητα των ειδήσεων από τους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς ήταν ωφέλιμα και για τους δύο τύπους κοινοτήτων, «οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί ήταν πιο αποτελεσματικοί στις μεγαλύτερες πόλεις. Ίσως, δεδομένων των ισχυρών στόχων τους στον τομέα των δημόσιων σχέσεων, οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί είναι πιο πρόθυμοι και πιο άρτια στελεχωμένοι ώστε να επωφεληθούν από το θεσμικά πλούσιο περιβάλλον των μεγάλων πόλεων και είναι πιο πιθανό να ευδοκιμήσουν δημοσιογραφικά μέσα στη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα και σύγκρουση των ποικίλων θεσμικών πηγών».
Χρηματοδότηση χωρίς όρους: Η περίπτωση του μοντέλου υποστήριξης της ερευνητικής δημοσιογραφίας του IJ4EU του Μάριους Ντράγκομιρ στο Journalism Practice.
Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη αντιμετωπίζει ένα διαρκώς υποβαθμιζόμενο περιβάλλον για την ερευνητική δημοσιογραφία: από την αύξηση των πολιτικών παρεμβάσεων έως την παρακμή των παραδοσιακών επιχειρηματικών μοντέλων των μέσων ενημέρωσης που χρηματοδοτούν τέτοιου είδους έρευνες και τη συρρίκνωση της εμπιστοσύνης του κοινού στη δημοσιογραφία. Είναι ένα μοτίβο που φαίνεται οικείο και σε άλλες περιοχές. Μπορεί να υπάρξει μια προοπτική ανανέωσης στις νέες πρωτοβουλίες που βασίζονται σε δωρητές;
Το πρόγραμμα «Ερευνητική Δημοσιογραφία για την Ευρώπη» (IJ4EU) αποτελεί μια συναρπαστική πειραματική περίπτωση. Το IJ4EU, που ξεκίνησε το 2018 με βασική υποστήριξη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και συγχρηματοδότηση από φιλανθρωπικά ιδρύματα, έχει χρηματοδοτήσει περισσότερες από 150 διεθνείς έρευνες σε 36 χώρες, με αποτελέσματα που έχουν δημοσιευτεί σε περισσότερα από 700 μέσα ενημέρωσης.
Ο Ντράγκομιρ αξιολόγησε το πρόγραμμα μέσω τριών διαδοχικών περιόδων χρηματοδότησης (2020-2022), βασιζόμενος σε μια προσέγγιση μεικτών μεθόδων που περιλάμβανε ανάλυση εγγράφων, ερωτηματολόγια δημοσιογράφων, ημιδομημένες συνεντεύξεις, περιπτωσιολογικές μελέτες και ανάλυση του περιεχομένου των μέσων ενημέρωσης. Τα ευρήματα της μελέτης δίνουν μια γενικά θετική εικόνα – αλλά με επιφυλάξεις. Το μοντέλο διοίκησης του IJ4EU, το οποίο χαρακτηρίζεται από ένα αυστηρό τείχος προστασίας ανάμεσα στους δωρητές και τη λήψη συντακτικών αποφάσεων, απέσπασε επαίνους για την αξιοπιστία, τη διαφάνεια και την έλλειψη γραφειοκρατικής διόγκωσης. Ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ούτε οι ιδιώτες χορηγοί άσκησαν οποιαδήποτε επιρροή στις χρηματοδοτούμενες έρευνες. Η επιλογή των προτάσεων έγινε μέσω μιας ανεξάρτητης κριτικής επιτροπής και οι δικαιούχοι της επιχορήγησης περιέγραψαν τη διαδικασία ως εξορθολογισμένη και φιλική προς τους δημοσιογράφους.
«Η χρηματοδότηση από δωρητές έχει κατηγορηθεί εδώ και καιρό ότι καλλιεργεί την αστάθεια, προκαλεί παρεκκλίσεις από τους στόχους ή ασκεί διακριτικές συντακτικές πιέσεις», γράφει ο Ντράγκομιρ. «Αυτό το άρθρο ισχυρίζεται ότι το μοντέλο του IJ4EU προσφέρει μια αναζωογονητική αντίθετη εκδοχή: ένα δημοσιογραφικά οργανωμένο, ανεξάρτητο πλαίσιο που απομονώνει τις συντακτικές διαδικασίες από την παρέμβαση των χρηματοδοτών, ενώ ενθαρρύνει ενεργά τη διακρατική συνεργασία».
Το πρόγραμμα έχει επίσης κάνει βήματα προς την κατεύθυνση της περιφερειακής ισότητας, ιδίως μέσω του Προγράμματος Υποστήριξης Ανεξάρτητων Δημοσιογράφων (που ξεκίνησε το 2020) και των προσπαθειών για αύξηση της συμμετοχής από την Ανατολική Ευρώπη – όπου οι δημοσιογράφοι αποτέλεσαν το 35% του συνόλου των μελών του προγράμματος το 2022, από 25% το 2021. Ωστόσο, παραμένουν επίμονες ανισότητες: μόνο το 10% των επικεφαλής έργων ήταν από την Ανατολική Ευρώπη το 2022, ποσοστό που μειώθηκε από το 25% σε προηγούμενους κύκλους.
Και ενώ το IJ4EU έχει ανακουφίσει τις άμεσες οικονομικές πιέσεις για πολλούς ερευνητές δημοσιογράφους –σχεδόν τα δύο τρίτα δήλωσαν ότι η χρηματοδότηση ήταν απαραίτητη για την επαγγελματική τους επιβίωση– δεν μπορεί να επιλύσει από μόνο του τη βαθύτερη διαρθρωτική πρόκληση της εξάρτησης από τους δωρητές: δηλαδή ότι οι επιχορηγήσεις παρέχουν «ζωτικής σημασίας σανίδες σωτηρίας, αλλά σπάνια μεταφράζονται σε βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα μόλις τελειώσει η χρηματοδότηση».
Παρόλα αυτά, η μελέτη επισημαίνει τη δυνατότητα του μοντέλου αυτού να βοηθήσει στην υποστήριξη της ερευνητικής δημοσιογραφίας σε όλο τον κόσμο: «Αυτό που κάνει το IJ4EU πραγματικά ξεχωριστό είναι η δυνατότητα αναπαραγωγής του», γράφει ο Ντράγκομιρ. «Ο σχεδιασμός του… προσφέρει ένα πρότυπο που θα μπορούσε να προσαρμοστεί σε όλες τις περιοχές, από τη Νοτιοανατολική Ασία έως τη Λατινική Αμερική. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορούσε να συμβάλει στην αποκατάσταση της δημοσιογραφίας ως δημόσιου αγαθού σε περιβάλλοντα όπου η κατάρρευση της αγοράς ή η πολιτική πίεση έχουν σχεδόν φιμώσει τη δημοσιογραφία που ασκεί έλεγχο».
Από τη μετριοπάθεια στο χάος: Ο έλεγχος των γεγονότων της Meta και η μάχη για την αλήθεια και την ελευθερία του λόγου της Ρετζίνα Καζαμάτα (Regina Cazzamatta) στο New Media & Society.
Στη συλλογική αναστάτωση σχετικά με τον πιθανό αντίκτυπο της παραπληροφόρησης το 2016, στον απόηχο του σκανδάλου Cambridge Analytica, του Brexit και της πρώτης εκλογής του Τραμπ, η Meta (τότε γνωστή ως Facebook) επιστράτευσε ομάδες ελεγκτών γεγονότων σε όλο τον κόσμο για να βοηθήσουν. Τελικά, το πρόγραμμα ελέγχου γεγονότων από τρίτους της Meta επεκτάθηκε σε 119 χώρες και χρηματοδότησε ανεξάρτητους οργανισμούς διαπιστευμένους από το Διεθνές Δίκτυο Ελέγχου Γεγονότων (IFCN).
Όλα, όμως, διαλύθηκαν στις αρχές του 2025. Η Meta, ανταποκρινόμενη κυρίως σε δεξιές λαϊκιστικές κατηγορίες για μεροληψία στον έλεγχο των γεγονότων, ανακοίνωσε ότι καταργεί την πρωτοβουλία της για τον έλεγχο των γεγονότων υπέρ ενός συστήματος τύπου Community Notes. Αυτό εγείρει ένα ερώτημα: τι έκαναν στην πραγματικότητα οι ελεγκτές γεγονότων στο πλαίσιο της παλιάς διευθέτησης που διήρκεσε σχεδόν μία δεκαετία;
Η μελέτη αυτή προσφέρει μια σημαντική ματιά πίσω από τα παρασκήνια. Βασίζεται σε μια ανάλυση περιεχομένου 2.053 διαψευστικών άρθρων που παρήχθησαν από 16 συνεργάτες της Meta για τον έλεγχο γεγονότων σε οκτώ χώρες της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής (δύο περιοχές όπου ο Μαρκ Ζούκερμπεργκ κατηγόρησε τους ελεγκτές για υπερβολική λογοκρισία), καθώς και σε 30 συνεντεύξεις από ειδικούς με τους ίδιους τους ελεγκτές γεγονότων. (Παρενθετικά, αξίζει να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με τη δημοφιλή πεποίθηση, οι ελεγκτές γεγονότων δεν έχουν την εξουσία να αφαιρούν ή να λογοκρίνουν περιεχόμενο- ο ρόλος τους είναι να συμβάλλουν στην επαλήθευση.)
Τα ευρήματα της μελέτης αμφισβητούν τις συνήθεις εικασίες σε πολλαπλά μέτωπα. Πρώτον, η άμεση αφαίρεση περιεχομένου ήταν σχετικά σπάνια –συνέβαινε περίπου στο 30% των περιπτώσεων στις περισσότερες χώρες, αν και παραμένει ασαφές αν οι αφαιρέσεις πραγματοποιήθηκαν από τις πλατφόρμες ή από τους ίδιους τους χρήστες της αρχικής ανάρτησης. Τις περισσότερες φορές, αφού οι ελεγκτές γεγονότων έκαναν τη δουλειά τους, οι πλατφόρμες χαρακτήριζαν τις επίμαχες αναρτήσεις ως παραπλανητικές ή απλώς τις άφηναν να εμφανίζονται. Αυτό απέχει πολύ από το αφήγημα περί λογοκρισίας που οι επικριτές έχουν διατυπώσει για το πρόγραμμα της Meta. Οι ελεγκτές γεγονότων που συμμετείχαν στη μελέτη τάχθηκαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία υπέρ της διαφάνειας και της αντιλογίας έναντι της διαγραφής, υποστηρίζοντας σε μεγάλο βαθμό τις εξαιρέσεις σε περιπτώσεις που αφορούν παράνομο περιεχόμενο, παραπληροφόρηση για την υγεία, ψευδείς ποινικές κατηγορίες ή υποκίνηση σε βία.
Όσον για το Community Notes –το εμπνευσμένο από το X πληθοποριστικό υποκατάστατο που προωθείται τώρα από τη Meta– οι ελεγκτές γεγονότων ήταν επιφυλακτικοί. Εξέφρασαν ανησυχίες σχετικά με την πολιτικοποίηση και τη δυνατότητα χειραγώγησης από συντονισμένες ομάδες, συμπεριλαμβανομένων των bot, καθώς και την αντικατάσταση της εκπαιδευμένης, επαγγελματικής επαλήθευσης από απλούς χρήστες. Σε μια εποχή που το μέλλον του ελέγχου περιεχομένου είναι σε μεγάλο βαθμό υπό αμφισβήτηση, η μελέτη αυτή παρέχει μια χρήσιμη εμπειρική βάση για το πώς λειτούργησε στην πράξη το μοντέλο του ελέγχου γεγονότων – και τι μπορεί να χαθεί χωρίς αυτό.