Καθώς η διεθνής χρηματοδότηση στερεύει, οι δημοσιογράφοι καταλήγουν να οδηγούν ταξί και να πωλούν φαγητό για να μπορέσουν να συνεχίσουν να καταγράφουν τον εμφύλιο πόλεμο της χώρας.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά από το Reuters Institute στις 11 Μαΐου 2026. Mεταφράστηκε στα ελληνικά και αναδημοσιεύεται από το iMEdD κατόπιν άδειας. Οποιαδήποτε άδεια αναδημοσίευσης υπόκειται στην έγκριση του αρχικού εκδότη. Διαβάστε το πρωτογενές άρθρο εδώ.
Κεντρική εικόνα: Ευγενική παραχώρηση Pho Thar/ Reuters Institute.
Μετάφραση: Εβίτα Λύκου
Στα «επείγοντα» της ελευθερίας του Τύπου

Τρία μέλη ομάδων έκτακτης ανάγκης μίλησαν στο iMEdD για το τι έχει αλλάξει και τι απαιτείται πλέον για να διασφαλιστεί η ασφάλεια των δημοσιογράφων.
Το Μάε Σοτ είναι μια εμπορική πόλη γεμάτη σκόνη στα σύνορα Ταϊλάνδης και της Μιανμάρ. Τελευταία, έχει επίσης μετατραπεί σε ένα επισφαλές καταφύγιο για εκατοντάδες εξόριστους δημοσιογράφους και εργαζόμενους στα μέσα ενημέρωσης της Μιανμάρ, οι οποίοι βρίσκονται αρκετά κοντά ώστε να μπορούν να ακούσουν τα πυρά του πυροβολικού για τα οποία κάνουν ρεπορτάζ, ενώ παραμένουν νομικά, ψυχολογικά και οικονομικά ανασφαλείς σε μια ξένη χώρα.
Στην «αίθουσα σύνταξης-σπίτι» όπου ζουν και εργάζονται οι δημοσιογράφοι του CJ Platform, ο Μιν Του Γουίν Χτουτ (Min Thu Win Htut), ο ιδρυτής του μέσου, συχνά δεν μπορεί να κοιμηθεί. «Γύρω στις 23:00, όταν σταματώ να δουλεύω, νιώθω το μέλλον να μαυρίζει», δήλωσε ο Μιν Του. «Είναι σαν να έχω καταλήξει σε ένα μέλλον όπου δεν ξέρω τι θα κάνω μετά. Αυτό συμβαίνει σχεδόν κάθε βράδυ».

Ο Μιν Του δεν είναι ο μόνος που παλεύει. Αυτές οι ανησυχίες αντανακλούν την επιδεινούμενη δομική κρίση που αντιμετωπίζουν τα εξόριστα μέσα ενημέρωσης της Μιανμάρ πέντε χρόνια μετά την έναρξη του εμφυλίου πολέμου που διαλύει τη χώρα.
Αφού το πραξικόπημα του 2021 στη Μιανμάρ εξαφάνισε το μοντέλο εσόδων τους, οι ανεξάρτητοι ειδησεογραφικοί οργανισμοί της Μιανμάρ κατέληξαν να εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη διεθνή υποστήριξη. Πιο πρόσφατα, οι περικοπές της χρηματοδότησης από τις ΗΠΑ το 2025 και η μείωση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτών, όπως η Σουηδία, το 2026, τους έχουν οδηγήσει σε κρίση.
Τα εξόριστα MME της Μιανμάρ περιλαμβάνουν σήμερα περίπου 60 ειδησεογραφικά μέσα, με περισσότερους από 200 δημοσιογράφους να εδρεύουν στην Ταϊλάνδη, σύμφωνα με στοιχεία των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (RSF). «Τα εξόριστα μέσα ενημέρωσης της Μιανμάρ βρίσκονταν σε δεινή κατάσταση, ακόμη και πριν από τις περικοπές χρηματοδότησης», δήλωσε ο Άρθουρ Ροσερό (Arthur Rochereau), εκπρόσωπος του Γραφείου Ασίας-Ειρηνικού των RSF.
Τα εξόριστα ειδησεογραφικά μέσα αντιμετωπίζουν αυξανόμενες προκλήσεις καθώς οι γεωπολιτικές προτεραιότητες μετατοπίζονται, η ξένη χρηματοδότηση μειώνεται και η εξάρτηση από τους ασταθείς αλγόριθμους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αυξάνεται. Η οικονομική πίεση που προέκυψε ως αποτέλεσμα της κατάστασης αναγκάζει τις αίθουσες σύνταξης να συρρικνωθούν, ωθώντας τους δημοσιογράφους σε δεύτερες δουλειές, για να βρουν τρόπους να βιοποριστούν, ενώ παράλληλα δημιουργεί ανησυχίες ότι η ποιότητα και η επιβίωση του ανεξάρτητου ρεπορτάζ για τον εμφύλιο πόλεμο στη Μιανμάρ κινδυνεύει.
Το CJ Platform ιδρύθηκε μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 2021 και σχεδιάστηκε ως ένας ψηφιακός κόμβος για την παροχή βασικής δημοσιογραφικής εκπαίδευσης σε εκατοντάδες δημοσιογράφους-πολίτες και τη διάθεση των ρεπορτάζ τους από το μέτωπο και το πεδίο. Ωστόσο, με τις σοβαρές περικοπές της αμερικανικής χρηματοδότησης το 2025, η επιβίωση του οργανισμού απειλήθηκε αμέσως.
Ο Μιν Του είπε ότι οι μισθοί αρχικά μειώθηκαν κατά 50%. Μέσα σε έναν μήνα, οι περικοπές έφτασαν το 70% και η ομάδα δεν μπορούσε πλέον να συντηρήσει ασφαλή σπίτια. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο οργανισμός έχει υποχρεώσει το εναπομείναν προσωπικό να μετακομίσει στο γραφείο όπου συμβιώνουν όλοι μαζί.
Τελικά, η μείωση του προσωπικού κατέστη αναπόφευκτη. Το CJ Platform, ένας οργανισμός που στο παρελθόν λειτουργούσε με 17 άτομα στο δυναμικό του, τώρα λειτουργεί μόνο με έξι.
Τα εξόριστα ειδησεογραφικά μέσα αντιμετωπίζουν αυξανόμενες προκλήσεις καθώς οι γεωπολιτικές προτεραιότητες μετατοπίζονται, η ξένη χρηματοδότηση μειώνεται και η εξάρτηση από τους ασταθείς αλγόριθμους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αυξάνεται.
1. Η παγίδα του αλγορίθμου
Κάθε πρωί, ο πρώτος έλεγχος ρουτίνας του Μιν Του είναι η ανάγνωση των μετρήσεων απόδοσης στο Facebook και στο YouTube.
«Με το που ανοίγω τα μάτια μου, τρέχω να ελέγξω: ποια ανάρτηση είναι κερδοφόρα; Ποια δεν τα πηγαίνει καλά; Ποια έχει χάσει το κοινό; Αντί για την ποιότητα των ειδήσεων, σκεφτόμαστε πρώτα τι αρέσει στο κοινό», είπε. «Το clickbait και η σκανδαλοθηρική δημοσιογραφία», πρόσθεσε, «είναι αυτά που αρέσουν στους περισσότερους ανθρώπους στις πλατφόρμες και αυτά είναι που εξασφαλίζουν τη μεγαλύτερη αλληλεπίδραση».
Σε μια περίπτωση, είπε, το μέσο του κοινοποίησε ένα βίντεο που είχε αναρτηθεί στο Facebook από έναν φιλο-στρατιωτικό σχολιαστή κατά την προεκλογική περίοδο της δικτατορίας και το οποίο είχε ένα εκατομμύριο προβολές. Στον αντίποδα, οι ίδιοι εργάστηκαν τρεις μήνες για την κάλυψη των εκλογών και το ρεπορτάζ τους έτυχε ελάχιστου ενδιαφέροντος.
Και όμως, ακόμη και η επιδίωξη μιας στρατηγικής clickbait αποφέρει ελάχιστο όφελος. Για παράδειγμα, ένα εκατομμύριο προβολές απέφεραν λιγότερα από 50 δολάρια, ποσό πολύ χαμηλότερο από άλλες αγορές. Ακόμα και με τέτοιες μηδαμινές αποδοχές, ωστόσο, αυτό το εισόδημα καλύπτει το ηλεκτρικό ρεύμα, τη διαμονή και τη διατροφή.
«Φοβόμαστε ότι αυτό το εισόδημα θα μειωθεί», δήλωσε ο Μιν Του.
Αυτό σημαίνει ότι, για λόγους επιβίωσης, οι δημοσιογράφοι και τα εξόριστα ειδησεογραφικά μέσα που στερούνται πόρων πρέπει συχνά να επικεντρωθούν στην αύξηση της απήχησης και στην προσαρμογή στις προτιμήσεις του κοινού, προκειμένου να εξασφαλίσουν διαδικτυακά έσοδα. Το γεγονός αυτό επιφέρει ένα αίσθημα δυσφορίας. «Στο κάτω-κάτω, είμαστε δημοσιογράφοι», δήλωσε ο Μιν Του. «Αισθανόμαστε μια κάποια ντροπή γι’ αυτό».
Περισσότεροι από δώδεκα δημοσιογράφοι και ιδρυτές μέσων ενημέρωσης της Μιανμάρ, από τους οποίους πήρα συνέντευξη για το παρόν άρθρο, εξέφρασαν παρόμοιες ανησυχίες, προσθέτοντας ότι η δημοσιογραφική ποιότητα αναπόφευκτα πλήττεται. Οι περισσότεροι από τους ερωτηθέντες εξέφρασαν την απογοήτευσή τους βλέποντας αυτή την αυξανόμενη τάση.
2. Επιβιώνουν οδηγώντας ταξί και δουλεύοντας σε καντίνες φαγητού
Ο Μιν Του είπε ότι μερικές φορές χρησιμοποιούν το αυτοκίνητο του γραφείου ως υπηρεσία ταξί όταν λαμβάνουν κλήσεις για μεταφορές εντός της πόλης. «Αν κάποιος τηλεφωνήσει για μια κούρσα, φεύγω από το γραφείο και μπορώ να κερδίσω γύρω στα 1.000 μπατ (περίπου 31 δολάρια)», είπε.
Ένα παρόμοιο μοτίβο παρατηρείται σε ολόκληρο τον κλάδο. Την ημέρα, ο Τάιζερ Άουνγκ (Tayzar Awng), ιδρυτής του εθνικού διαδικτυακού ειδησεογραφικού περιοδικού Arakha Times, επιμελείται και συντονίζει άρθρα με δημοσιογράφους που βρίσκονται στην Πολιτεία Ραχίν, στα σύνορα του Μπαγκλαντές. Τη νύχτα, διατηρεί μια καντίνα στη νυχτερινή αγορά του Μάε Σοτ.
Μέρος των εσόδων της καντίνας χρησιμοποιείται για την πληρωμή των αμοιβών των ντόπιων δημοσιογράφων στη Ραχίν· κυρίως για τη χρηματοδότηση και τη διατήρηση της διαδικτυακής του αίθουσας σύνταξης.
Μετά τις περικοπές της αμερικανικής βοήθειας το 2025, πολλά μικρά διαδικτυακά ειδησεογραφικά μέσα αναγκάστηκαν να λειτουργήσουν με μηδενικό προϋπολογισμό.
Η Σου Μιατ (Su Myat), σύμβουλος μέσων ενημέρωσης του Than Lwin Khet, επιβεβαίωσε ότι οι δημοσιογράφοι δεν πληρώνονται πλέον σε συστηματική βάση. Πέντε συνεντευξιαζόμενοι που διευθύνουν άλλα μικρά διαδικτυακά ειδησεογραφικά μέσα διηγήθηκαν μια παρόμοια ιστορία.
Μεταξύ των ερωτηθέντων, άλλοι πέντε ιδρυτές μικρών διαδικτυακών ειδησεογραφικών μέσων και τέσσερις ρεπόρτερ δήλωσαν ότι κάνουν δεύτερες δουλειές, όπως εργασία σε καντίνες, λογιστική μερικής απασχόλησης, εμπορική επεξεργασία βίντεο, υπηρεσίες voice-over για εμπορικά podcast και δουλειά σε φούρνους, για να τα βγάλουν πέρα ή για να πληρώσουν τους δημοσιογράφους. Όλοι οι ερωτηθέντες δήλωσαν ότι είναι πλέον κανόνας για τους εξόριστους δημοσιογράφους να κάνουν δεύτερες δουλειές.
Ο Κιο Κιο Μιν (Kyaw Kyaw Min), υψηλόβαθμος δημοσιογράφος που διευθύνει το Democratic Press, ένα ειδησεογραφικό μέσο στο Facebook, αναφέρει ότι δεν έχουν εισπράξει καθόλου χρήματα εδώ και έναν χρόνο. «Κάνω μια δεύτερη δουλειά ως λογιστής τη νύχτα», είπε.
Η Μο Τζέι (Maw Jay), υψηλόβαθμη δημοσιογράφος και ανύπαντρη μητέρα που τώρα έχει γίνει αρτοποιός, μου είπε ότι «το ρεπορτάζ είναι πλέον χόμπι» για εκείνη. Συνεχίζει να κάνει αναλυτικά ρεπορτάζ για το Mandaing, ένα δωρεάν ειδησεογραφικό μέσο της Μιανμάρ, όπου όλοι οι δημοσιογράφοι και οι συντάκτες είναι έμπειροι και παρόλα αυτά κάνουν ρεπορτάζ χωρίς αμοιβή.

3. Η ανατομία μιας τέλειας καταιγίδας
«Το πραξικόπημα του 2021 εξαφάνισε ουσιαστικά τα κάποτε ακμάζοντα μέσα ενημέρωσης της Μιανμάρ στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας, ενώ οι πρόσφατες περικοπές της εξωτερικής βοήθειας επηρέασαν σοβαρά τα εξόριστα μέσα ενημέρωσης της Μιανμάρ», μου ανέφερε η Μπε Λι Γι (Beh Lih Yi), διευθύντρια για την Ασία και τον Ειρηνικό στην Επιτροπή Προστασίας των Δημοσιογράφων (CPJ), σε ηλεκτρονικό μήνυμα.
Πριν από το πραξικόπημα, η δεκαετία της δημοκρατικής μετάβασης αποτέλεσε μια χρυσή εποχή για τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης της Μιανμάρ, μετά από πέντε δεκαετίες στρατιωτικής δικτατορίας από το 1962.
Από το 2011 έως το 2021, αναδείχθηκε μια νέα και παθιασμένη γενιά δημοσιογράφων και τα μέσα ενημέρωσης μπόρεσαν να δημιουργήσουν βιώσιμες ροές εσόδων. Μετά το πραξικόπημα, η χώρα έχει βυθιστεί σε έναν βίαιο και ανυποχώρητο εμφύλιο πόλεμο και η ανεξάρτητη δημοσιογραφία έχει ουσιαστικά τεθεί εκτός νόμου.
Το πραξικόπημα του 2021 εξαφάνισε ουσιαστικά τα κάποτε ακμάζοντα μέσα ενημέρωσης της Μιανμάρ στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ασίας, ενώ οι πρόσφατες περικοπές της εξωτερικής βοήθειας επηρέασαν σοβαρά τα εξόριστα μέσα ενημέρωσης της Μιανμάρ.
Μπε Λι Γι (Beh Lih Yi), διευθύντρια για την Ασία και τον Ειρηνικό στην Επιτροπή Προστασίας των Δημοσιογράφων (CPJ).
Η δικτατορία της Μιανμάρ αποτελεί σήμερα ένα από τα χειρότερα καθεστώτα καταστολής του Τύπου παγκοσμίως και η χώρα έχει τον δεύτερο μεγαλύτερο αριθμό δημοσιογράφων σε φυλακές παγκοσμίως, σύμφωνα με την τελευταία ετήσια απογραφή της CPJ για τις φυλακές. Πάνω από 200 δημοσιογράφοι έχουν συλληφθεί, ενώ ορισμένοι έχουν βασανιστεί, βιαστεί και σκοτωθεί στη φυλακή, σύμφωνα με το International Centre For Not-For-Profit Law. Η Μιανμάρ κατατάσσεται πλέον στην 169η θέση μεταξύ 180 χωρών στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου των RSF.
Με την ανεξάρτητη δημοσιογραφία να έχει τεθεί ουσιαστικά εκτός νόμου, οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί συνέχισαν να κάνουν ρεπορτάζ από την εξορία στην Ταϊλάνδη, από περιοχές της ζούγκλας που ελέγχονται από τους αντάρτες ή μυστικά σε περιοχές που ελέγχονται από τη δικτατορία. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με έκθεση του Media Development Investment Fund, οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί έχουν χάσει το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων τους. Μέχρι το 2023, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι της Μιανμάρ είχαν εγκαταλείψει το επάγγελμα, σύμφωνα με τις συνεντεύξεις που διεξήγαγα με συναδέλφους για την εργασία που εκπόνησα κατά τη διάρκεια της υποτροφίας μου στο Ινστιτούτο Reuters.
Ο Λόρκαν Λόβετ (Lorcan Lovett), δημοσιογράφος που καλύπτει τη Μιανμάρ, ο οποίος επισκέφθηκε αρκετές αίθουσες σύνταξης και συνέταξε ένα άρθρο για το Nieman Reports μετά τις περικοπές της αμερικανικής χρηματοδότησης το 2025, δήλωσε ότι οι εξόριστοι δημοσιογράφοι της Μιανμάρ βρίσκονταν ήδη σε «επισφαλή θέση».
«Όταν επήλθαν οι περικοπές της χρηματοδότησης στις ΗΠΑ, δεν ήταν μόνο το μέγεθος του σοκ, αλλά και η απότομη εξέλιξη», είπε, τονίζοντας ότι πολλά μέσα ενημέρωσης «δεν είχαν μαξιλάρι για να αντέξουν αυτό το χτύπημα».
Σε ρεπορτάζ του Guardian μετά τις περικοπές διαπιστώθηκε, επίσης, ότι μια δύσκολη κατάσταση είχε μετατραπεί σε υπαρξιακή κρίση. Σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε η Διεθνής Ομοσπονδία Δημοσιογράφων (IFJ) το 2025, έχει περικοπεί η στήριξη έως και 250 δημοσιογράφων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω στις αρχές του 2026, καθώς οι Ευρωπαίοι χορηγοί εφάρμοσαν απροσδόκητα τις δικές τους περικοπές.
Ακόμη και οι μεγαλύτεροι εθνικοί ειδησεογραφικοί οργανισμοί αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρές ελλείψεις. Πάρτε για παράδειγμα τη Δημοκρατική Φωνή της Βιρμανίας (DVB). Το μέσο βρίσκεται σε μια από τις πλεονεκτικότερες θέσεις, με βασική χρηματοδότηση από τη Νορβηγία. Ωστόσο, οι υφιστάμενες οικονομικές πηγές τους «δεν επαρκούν για το τρέχον έτος», σύμφωνα με τον επικεφαλής της DVB, Μιίντ Ζο (Myint Zaw). Η DVB λαμβάνει, επίσης, χρηματοδότηση από τη Σουηδία, η οποία αποφάσισε να σταματήσει κάθε χορηγία προς τα μέσα ενημέρωσης της Μιανμάρ από τον Ιούλιο του 2026.
Ένα άλλο μέσο σε αναμφισβήτητα ισχυρή θέση είναι το περιδικό Frontier Myanmar, η αίθουσα σύνταξης την οποία διευθύνω τώρα. Το Frontier Myanmar έχει ένα κορυφαίο συνδρομητικό μοντέλο, με καθημερινά ενημερωτικά δελτία και αναλυτικά ρεπορτάζ σε στιλ περιοδικού. Ωστόσο, ακόμα και μετά την περικοπή των μισθών κατά 25% νωρίτερα φέτος, τα έσοδα από τους αναγνώστες καλύπτουν μόνο το ήμισυ περίπου του προϋπολογισμού για το επόμενο έτος.
Μιλώντας για τη στήριξη των εναπομεινάντων δωρητών, ο Τομ Κιν (Tom Kean), πρώην αρχισυντάκτης και νυν editor at large του Frontier, δήλωσε: «Χρειάζεται ουσιαστική στήριξη για να επιβιώσουν οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί και επίσης στήριξη για τη σοβαρή ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών μοντέλων».
Ο Τύπος που δεν σωπαίνει στη Γεωργία: η ανεξάρτητη δημοσιογραφία υπό πολιορκία

Με τη Γεωργία να έχει κατρακυλήσει στην 135η θέση του Παγκόσμιου Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου το 2026, εν μέσω πρωτοφανούς εχθρότητας απέναντι στους δημοσιογράφους στην πρόσφατη Ιστορία της, το iMEdD μίλησε με εκπροσώπους τεσσάρων ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης για όσα αντιμετωπίζει η δημοσιογραφία στη χώρα: φυλακίσεις, επιθέσεις, νόμους περί «ξένων πρακτόρων» και το πρόβλημα της επιβίωσης.
4. Κατάρρευση ηθικού
Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί δεν είναι μόνο το μέγεθος των περικοπών χρηματοδότησης, αλλά και η απότομη εφαρμογή τους, η οποία αυξάνει την ανασφάλεια και ρίχνει το ηθικό.
Για παράδειγμα, τον Ιανουάριο του 2026, η Γουατάν (Watthan), παραγωγός του podcast Doh Athan του Frontier, έλαβε μια διετή υποτροφία με την υποστήριξη ενός Γερμανού δωρητή. Η υποτροφία μόλις που επαρκούσε για να καλύψει τα βασικά της έξοδα διαβίωσης και ήταν χαμηλότερη από την αμοιβή που λάμβανε ήδη από το 2018. Το Doh Athan είναι το πρώτο podcast της Μιανμάρ με ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Μόλις δύο μήνες μετά την έναρξη της υποτροφίας, ο δωρητής την ενημέρωσε ότι η σύμβαση τερματίζεται λόγω αλλαγής των προτεραιοτήτων χρηματοδότησης. Παρά την αρχική δέσμευση 24 μηνών, τελικά εισέπραξε το ποσό μόνο για τρεις μήνες (από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 2026). Στη συνέχεια, το Frontier κατάφερε να συνεχίσει να απασχολεί τη Γουατάν με την υποστήριξη του κύριου δωρητή του Doh Athan, Fondation Hirondelle.
Η ίδια δήλωσε ότι αυτή η ξαφνική απώλεια της στήριξης την έκανε να αναρωτηθεί γιατί επέλεξε αυτήν τη σταδιοδρομία. «Ψυχολογικά και οικονομικά, δεν είναι σωστό», είπε. Την ίδια στιγμή, η Γουατάν βρίσκεται σε μια σχετικά ευνοϊκή θέση και προσφέρει σε προσφάτως άνεργους δημοσιογράφους κάποια χρήματα για να αγοράσουν ρύζι για να τραφούν.
Το Δίκτυο Βοήθειας Δημοσιογράφων της Μιανμάρ, που εδρεύει στο Μάε Σοτ, δρομολόγησε μια αποστολή βοήθειας έναν μήνα μετά τις περικοπές της αμερικανικής χρηματοδότησης, για να παράσχει βασική βοήθεια, όπως ρύζι, λάδι, αυγά και απορρυπαντικά, σε 30-40 οικογένειες εξόριστων δημοσιογράφων που είχαν ανάγκη.
«Οι άνθρωποι έχουν τεράστιο πρόβλημα μετά τις περικοπές του Τραμπ», δήλωσε η Μιατ Μον (Myat Mon), διοργανώτρια του δικτύου.
Στην αρχή, πάνω από 40 δημοσιογράφοι συνεισέφεραν από 2-35 δολάρια ο καθένας μηνιαίως στο πρόγραμμα. Τώρα απομένουν μόνο 13.
Η Έσθερ Τζ (Esther J) είναι μια έμπειρη ανεξάρτητη δημοσιογράφος που έχει εργαστεί για το Al Jazeera και έχει λάβει υποτροφία από το Pulitzer Center. Έχει περάσει περισσότερα από δύο χρόνια καλύπτοντας τον εμφύλιο πόλεμο στην πρώτη γραμμή και πρόσφατα επέστρεψε στην Ταϊλάνδη. Δυσκολεύεται να εξασφαλίσει μια θέση εργασίας στον εξόριστο κλάδο των μέσων ενημέρωσης και βρίσκεται τώρα σε μια κατάσταση όπου πρέπει να ζυγίσει αν θα παραμείνει στο επάγγελμα ή θα πρέπει να βρει κάτι άλλο να κάνει.
Η Έσθερ μού είπε ότι διστάζει να συνεργαστεί με ορισμένα τοπικά μέσα ενημέρωσης, επικαλούμενη κακές εργασιακές πρακτικές και την αυξανόμενη εστίαση στον όγκο και στο εντυπωσιακό περιεχόμενο.
«Ο κόσμος έχει κουραστεί να ακούει τις ειδήσεις, απολαμβάνει τα δημοσιεύματα των influencer που δίνουν ψεύτικες ελπίδες», δήλωσε η ίδια. Όταν οι ΗΠΑ απήγαγαν τον Μαδούρο από τη Βενεζουέλα, είπε, ο κόσμος στην περιοχή ζητωκραύγαζε, καθώς οι influencer ισχυρίζονταν, χωρίς αποδείξεις, ότι ο επόμενος στόχος του Τραμπ ήταν ο [δικτάτορας της Μιανμάρ] Μιν Αούνγκ Χλάινγκ (Min Aung Hlaing) λόγω των παράνομων κέντρων εξαπάτησης στη χώρα.
Η έλλειψη ορατού αντίκτυπου από τη δουλειά της είναι, επίσης, ένας παράγοντας. Θυμάται τον αντίκτυπο ενός ρεπορτάζ για ένα παιδί στρατιώτη που δημοσίευσε το 2019. Το παιδί αφέθηκε ελεύθερο μετά τη δημοσίευση του ρεπορτάζ. «[Τώρα] τι διαφορά κάνει το αν δημοσιεύουμε ρεπορτάζ;» είπε. «Καθώς μεγαλώνω, θέλω, επίσης, σταθερότητα».
Η Έσθερ και η Γουατάν δεν είναι οι μόνες που σκέφτονται να εγκαταλείψουν το επάγγελμα -τουλάχιστον προς το παρόν.
Ο Τ, ένας ντόπιος δημοσιογράφος, έχει την έδρα του στη Μιανμάρ και προτιμά να χρησιμοποιεί αυτό το ψευδώνυμο για λόγους ασφαλείας. Εργάζεται για ένα εθνικό εξόριστο μέσο ενημέρωσης και περιγράφει την τρέχουσα κατάσταση ως «απογοητευτική» και «όλο και πιο αποκαρδιωτική».
Ο T είχε απευθυνθεί στο Radio Free Asia (RFA) και στη Φωνή της Αμερικής (VOA) ως ασφαλείς αίθουσες σύνταξης, οι οποίες θα μπορούσαν να προσφέρουν εργασιακή σταθερότητα. «Ποτέ δεν θα πίστευα ότι οργανισμοί όπως το RFA και η VOA θα κατέρρεαν και οι δημοσιογράφοι τους θα αντιμετώπιζαν προβλήματα», είπε, προσθέτοντας ότι δεν υπάρχει πλέον καμία προοπτική εξέλιξης της καριέρας τους.
«Πολλοί δημοσιογράφοι είναι πολύ ευάλωτοι», δήλωσε ο Κιν. «Δεν υπάρχει νομικό καθεστώς. Δεν μπορούν απαραίτητα να επιστρέψουν στη Μιανμάρ. Υπάρχει ένα είδος ανθρώπινου κόστους».
Σε μια σειρά εργαστηρίων που πραγματοποίησα με δεκάδες εξόριστους δημοσιογράφους της Μιανμάρ το 2025, οι περισσότεροι συμμετέχοντες ανέφεραν ότι πάλευαν με θέματα όπως το στρες, το άγχος και η κατάθλιψη.
Σύμφωνα με τη δρ Γκρέις (Dr Grace), κορυφαία ψυχολόγο της Μιανμάρ που εργάζεται με την εξόριστη κοινότητα της Μιανμάρ, «ένα πρωταρχικό ζήτημα είναι η στέρηση της ταυτότητας» από την απώλεια της πατρίδας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την απώλεια του επαγγέλματος, με τους ανθρώπους να χρειάζεται να στραφούν σε πιο στοιχειώδεις μορφές εργασίας.
Αυτή η απώλεια ταυτότητας μπορεί επίσης να βιωθεί από δημοσιογράφους που εργάζονται μυστικά στο εσωτερικό της Μιανμάρ.
Ο Τ δεν μπορεί πλέον να αυτοπροσδιοριστεί ως δημοσιογράφος. Όταν οι γείτονες ρωτούν για το επάγγελμά του, τους λέει ότι βοηθά στην επιχείρηση των γονιών του. Πρέπει ακόμη να υπενθυμίσει στη μικρή του κόρη να μη λέει σε άλλους ότι ο μπαμπάς της είναι δημοσιογράφος ή συγγραφέας. «Κάποιοι λένε ότι το επάγγελμα της δημοσιογραφίας είναι κατάλληλο μόνο για εργένηδες, όχι για άτομα με οικογένεια», μου είπε. «Τώρα νομίζω ότι μάλλον έχουν δίκιο».
Ένα άλλο μείζον ζήτημα είναι το έμμεσο και το πρωτογενές τραύμα που βιώνουν οι δημοσιογράφοι από το ρεπορτάζ για έναν βάναυσο εμφύλιο πόλεμο. «Συμπληρώνουν το ένα το άλλο και δεν υπάρχει κανένα προβλέψιμο τέλος στην κατάσταση», δήλωσε ο Έντουαρντ Μπλέικινι (Edward Blakeney), ψυχοθεραπευτής που εργάζεται με την εξόριστη κοινότητα της Μιανμάρ.
Πολλοί δημοσιογράφοι είναι πολύ ευάλωτοι. Δεν υπάρχει νομικό καθεστώς. Δεν μπορούν απαραίτητα να επιστρέψουν στη Μιανμάρ. Υπάρχει ένα είδος ανθρώπινου κόστους.
Τομ Κιν (Tom Kean), πρώην αρχισυντάκτης και νυν editor at large του περιοδικού Frontier.
5. Μπορεί να χρειαστούν χρόνια για την ανοικοδόμηση
Μετά από έναν ακόμη γύρο περικοπών χρηματοδότησης που έχει προγραμματιστεί για τον Ιούλιο, αυτήν τη φορά από τη Σουηδία, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος κατάρρευσης για τις ανεξάρτητες αίθουσες σύνταξης της Μιανμάρ. Οι περικοπές αυτές μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση των δημοσιογράφων που θα καλύπτουν τα όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό μιας χώρας η οποία συνεχίζει να βυθίζεται όλο και περισσότερο στον εμφύλιο πόλεμο, με τον στρατό να διαπράττει εκτεταμένα εγκλήματα πολέμου.
Η στρατιωτική χούντα μετά τον Απρίλιο του 2026 φόρεσε πολιτικά ρούχα με εικονικές εκλογές και ενέτεινε την προπαγάνδα της. Αυτό περιλαμβάνει τη χρήση λογαριασμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τη διάδοση ψευδών πληροφοριών, σύμφωνα με έκθεση του 2024 της DW Akademie.
Η διαδικτυακή εφημερίδα Irrawaddy έγραψε το 2025 ότι μια επίσημη δεξαμενή σκέψης (think tank) προχώρησε σε συνεργασία με το κρατικό κινεζικό πρακτορείο ειδήσεων Xinhua. Την ίδια στιγμή η δικτατορία υπέγραφε συμφωνία πολλών εκατομμυρίων δολαρίων με εταιρεία δημοσίων σχέσεων με έδρα την Ουάσιγκτον, σύμφωνα με το Reuters.
Χωρίς καμία αντίδραση στην προπαγάνδα της δικτατορίας, λέει ο Λόβετ, «το μόνο που απομένει στους ανθρώπους είναι η προπαγάνδα του καθεστώτος… Αυτό θα ήταν τρομερό για τον χώρο της πληροφορίας. Η κατάσταση είναι ήδη πολύ ζοφερή». Και ο Κιν εξέφρασε την ίδια άποψη: «Απλά θα μαθαίνουμε λιγότερα για το τι συμβαίνει στη Μιανμάρ».
«Αν αυτό το οικοσύστημα καταρρεύσει», καταλήγει ο Λόβετ, «μπορεί να χρειαστούν χρόνια για την ανοικοδόμησή του. Χάνεις τις πηγές και τη θεσμική εμπιστοσύνη».
Ωστόσο, παρά την κατάσταση που επικρατεί, όλοι οι δημοσιογράφοι με τους οποίους συνομίλησα δήλωσαν ότι τελικά δεν θα ήθελαν να τα παρατήσουν, ακόμη και αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να συνεχίσουν να ασκούν τη δημοσιογραφία τους χωρίς αμοιβή, βρίσκοντας παράλληλα άλλους τρόπους βιοπορισμού.
«Η καταστολή και οι περικοπές χρηματοδότησης δεν επηρεάζουν μόνο τις ζωές των δημοσιογράφων, αλλά συνεπάγονται επίσης ότι ο κόσμος δεν θα μάθει ποτέ την πλήρη αλήθεια για το τι συμβαίνει στη Μιανμάρ, σε μια εποχή που δεν έχουμε την πολυτέλεια να κοιτάμε αλλού», δήλωσε η Γι.
Μιλώντας για τους συναδέλφους του στο CJ Platform, ο Μιν Του είπε: «Ζούμε και διαχειριζόμαστε τις καθημερινές μας ανάγκες μαζί, και μέσα σε όλα αυτά δουλεύουμε μαζί».
