Θεματα

Το διχασμένο μιντιακό τοπίο του Ιράν δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την πρόσβαση στην πληροφόρηση σε καιρό πολέμου

Εν μέσω διαδηλώσεων, απεργιών και πολιτικής αναταραχής, οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν το Ιράν αντιμετωπίζουν τη λογοκρισία, τις συλλήψεις και ένα τοπίο ενημέρωσης στο οποίο κυριαρχούν τα κρατικά μέσα ενημέρωσης.

Αυτό το άρθρο της Sanam Mahoozi (Ερευνητική Συνεργάτις, City St George’s, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου) δημοσιεύθηκε αρχικά από το The Conversation στις 6/3/2026. Με την άδειά του, μεταφράστηκε στα ελληνικά από το iMEdD και αναδημοσιεύεται εδώ. Οποιαδήποτε άδεια αναδημοσίευσης υπόκειται στον αρχικό εκδότη. Διαβάστε το πρωτογενές άρθρο εδώ.

Μετάφραση: Ανατολή Σταυρουλοπούλου
Κεντρική εικόνα: EPA/ABEDIN TAHERKENAREH

Από τη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων του Ιανουαρίου έως τις πρόσφατες επιθέσεις του Ισραήλ και των ΗΠΑ, το Ιράν βρίσκεται εδώ και εβδομάδες στο επίκεντρο της διεθνούς ειδησεογραφίας. Η δημοσιογραφική κάλυψη της χώρας είναι δύσκολη τόσο για όσους βρίσκονται εντός του Ιράν, όσο και για όσους επιχειρούν να διεξάγουν ρεπορτάζ από το εξωτερικό. Σε περιόδους αναταραχής και πολιτικής αστάθειας οι συνθήκες δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο. 

Το μιντιακό τοπίο του Ιράν χωρίζεται σε μέσα που συνδέονται στενά με το κράτος και σε άλλα που θεωρούνται ριζοσπαστικά. Στα φιλοκυβερνητικά μέσα συγκαταλέγονται μιντιακοί οργανισμοί όπως το Islamic Republic of Iran Broadcasting (IRIB), καθώς και τα Tasnim, Fars News και Mehr News. 

Τα συντηρητικά αυτά μέσα συχνά προωθούν το κυβερνητικό αφήγημα του θεοκρατικού κατεστημένου της χώρας. Τα ρεπορτάζ τους ευθυγραμμίζονται με τις θέσεις σκληροπυρηνικών ηγετών, όπως ο ανώτατος ηγέτης Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος σκοτώθηκε στα αρχικά πλήγματα της 28ης Φεβρουαρίου. Άλλα μέσα που συνδέονται με το κράτος, όπως το Mizan, το οποίο διατηρεί δεσμούς με τη δικαστική εξουσία του Ιράν, δημοσιεύουν ρεπορτάζ που παρουσιάζουν την Ισλαμική Δημοκρατία ως θύμα ξένων παρεμβάσεων. 

Υπάρχει, επίσης, μια μικρότερη ομάδα ριζοσπαστικών μέσων, όπως τα Shargh Daily, Ham-Mihan και Donya-e-Eqtesad, τα οποία προσφέρουν μια πιο αναλυτική κάλυψη με κριτική ματιά απέναντι στα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα της χώρας. 

Ωστόσο, τα μέσα αυτά βρίσκονται σε διαρκή πίεση. Στο αποκορύφωμα των διαδηλώσεων στις αρχές Ιανουαρίου, οι ιρανικές αρχές επέβαλαν αυστηρό μπλακάουτ στις επικοινωνίες και το διαδίκτυο. Η πρόσβαση σε πολλά εγχώρια ιντερνετικά μέσα διακόπηκε και μόνο ένας μικρός αριθμός σκληροπυρηνικών εφημερίδων, όπως τα Fars και Tasnim, συνέχισε να πληροφορεί μέσω καναλιών στο Telegram. 

Για περισσότερες από δύο εβδομάδες μεγάλο μέρος των πληροφοριών που προέρχονταν από το Ιράν υποβάθμιζε την έκταση της κυβερνητικής καταστολής των διαδηλώσεων. Αντίθετα, το επίσημο αφήγημα έδινε έμφαση στις «ξένες παρεμβάσεις», κατηγορώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ για τις κινητοποιήσεις. 

Τα ριζοσπαστικά μέσα που αμφισβητούν αυτό το αφήγημα συχνά έρχονται αντιμέτωπα με συνέπειες. Συχνά, οι δημοσιογράφοι συλλαμβάνονται και η λειτουργία πολλών εφημερίδων αναστέλλεται. Τον Ιανουάριο του 2026 οι Αρχές έβαλαν λουκέτο στη Ham-Mihan, μετά τη δημοσίευση ενός άρθρου γνώμης του αρχισυντάκτη της, στο οποίο αναφερόταν στην τρέχουσα πολιτική αναταραχή και στην Επανάσταση του 1979 που έθεσε τέλος στη μοναρχία.

Λόγω των παραπάνω περιορισμών, τα μέσα που συνδέονται με το κράτος συχνά είναι αυτά που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα γεγονότα διεθνώς. 

Προκλήσεις για τα διεθνή μέσα ενημέρωσης 

Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης αντιμετωπίζουν διαφορετικά, αλλά εξίσου πολύπλοκα εμπόδια. Οι ξένοι ανταποκριτές έχουν περιορισμένη παρουσία στο Ιράν, κυρίως λόγω των κινδύνων που αυτή ενέχει. 

Πολλοί δημοσιογράφοι που εργάζονται για μεγάλα μέσα όπως η Washington Post και οι New York Times έχουν προσαχθεί στο παρελθόν από τις ιρανικές αρχές, γεγονός που έχει καλλιεργήσει ένα κλίμα επιφυλακτικότητας και αυτολογοκρισίας μεταξύ των διεθνών ειδησεογραφικών οργανισμών.

Ως αποτέλεσμα, τα μέσα που διαθέτουν ανταποκριτές στο εσωτερικό της χώρας είναι ελάχιστα. Οργανισμοί όπως οι Financial Times και το Al Jazeera έχουν περιορισμένη εκπροσώπηση στο έδαφος, ενώ πολλά άλλα μέσα λειτουργούν μέσω των περιφερειακών τους γραφείων στην Τουρκία ή στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Πρακτορεία όπως τα Reuters, Bloomberg, CNN και CNBC συχνά βασίζονται σε αυτά τα περιφερειακά κέντρα, ενώ άλλα καλύπτουν το Ιράν από την Ευρώπη ή τη Βόρεια Αμερική.   

Ακόμα και από το εξωτερικό, ωστόσο, η συλλογή αξιόπιστων πληροφοριών παραμένει δύσκολη. Πολλές πηγές εντός του Ιράν φοβούνται να μιλήσουν σε ξένα μέσα, καθώς οι Αρχές εκφοβίζουν συστηματικά ή και συλλαμβάνουν όσους επικοινωνούν με διεθνείς δημοσιογράφους. Οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι διστάζουν, επίσης, να μιλήσουν σε ξένους δημοσιογράφους. 

Ταυτόχρονα, οι διακοπές στο ίντερνετ κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων και των πολεμικών συγκρούσεων δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο την κάλυψη των γεγονότων. Με τον περιορισμό αυτό στις επικοινωνίες, οι δημοσιογράφοι βασίζονται συχνά σε πληροφορίες από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δίκτυα ακτιβιστών και επίσημους λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. 

Ένας Ιρανός άνδρας διαβάζει φύλλο της εφημερίδας Seda με τη φωτογραφία του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και μια φράση στα περσικά που λέει «Το Ιράν δεν είναι η Βενεζουέλα» στην Τεχεράνη, στο Ιράν στις 31 Ιανουαρίου 2026. Φωτογραφία: EPA/ABEDIN TAHERKENAREH

Τα ενημερωτικά μέσα της διασποράς, τα οποία λειτουργούν εκτός Ιράν, αλλά εκπέμπουν και δημοσιεύουν στα περσικά, παίζουν κρίσιμο ρόλο στην κάλυψη αυτού του κενού στην πληροφόρηση και απευθύνονται σε κοινό τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας. Μεταξύ αυτών, συγκαταλέγονται το Iran International, το BBC Persian, το IranWire, το Manoto και η Voice of America. Η τελευταία, παρά τη διακοπή χρηματοδότησης από την κυβέρνηση Τραμπ, εξακολουθεί να μεταδίδει ειδήσεις από τις ΗΠΑ στα περσικά. Ωστόσο, έχει κατηγορηθεί από ορισμένους εργαζόμενους ότι λογοκρίνει την κάλυψη του εξόριστου πρίγκιπα Ρεζά Παχλαβί, ο οποίος έχει αναδειχθεί σε ηγετική μορφή της αντιπολίτευσης κατά τη διάρκεια της τελευταίας εξέγερσης. 

Ο Ρεζά Παχλαβί εμφανίζεται συχνά σε άλλα μέσα της διασποράς, τα οποία δίνουν βήμα σε φωνές της αντιπολίτευσης που σπάνια προβάλλονται από τα εγχώρια μέσα του Ιράν, εκτός και αν πρόκειται να αμφισβητηθούν ή να απαξιωθούν.  

Χάρη στα εκτενή δίκτυα πηγών που διαθέτουν μέσα στο Ιράν, τα μέσα της διασποράς είναι συχνά από τα πρώτα που λαμβάνουν βίντεο, φωτογραφίες και μαρτυρίες από διαδηλώσεις ή στρατιωτικές κινητοποιήσεις. Μετά την επαλήθευσή του, το υλικό αυτό αξιοποιείται από διεθνείς ειδησεογραφικούς οργανισμούς όπως οι New York Times, το CNN και το BBC World. 

Τα μέσα αυτά εστιάζουν, επίσης, σε λεπτομέρειες που ενδεχομένως να παραβλέπουν οι ξένοι ανταποκριτές, όπως τα συναισθήματα των Ιρανών απέναντι στον πόλεμο ή τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη. Παρόλο που τα διεθνή μέσα επικεντρώθηκαν, για παράδειγμα, σε όσους θρηνούσαν για τον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, η πραγματικότητα είναι ότι πολλοί Ιρανοί πανηγύριζαν.   

Είτε εργάζονται σε ριζοσπαστικές εφημερίδες εντός του Ιράν, διεθνείς ειδησεογραφικούς οργανισμούς στο εξωτερικό ή μέσα της διασποράς, οι δημοσιογράφοι που καλύπτουν τη χώρα δέχονται τεράστιες πιέσεις. Πολλοί έρχονται αντιμέτωποι με απόπειρες χακαρίσματος, διαδικτυακή παρενόχληση και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμα και απειλές κατά της σωματικής τους ακεραιότητας. Η δουλειά τους είναι ιδιαίτερα ψυχοφθόρα, ιδιαίτερα για τους Ιρανούς δημοσιογράφους που καλύπτουν γεγονότα τα οποία επηρεάζουν την ίδια τους χώρα, τις κοινότητες και τις οικογένειές τους.