Με μια κυβέρνηση εχθρική προς τα μέσα ενημέρωσης που εφαρμόζει επιθετικά τους μηχανισμούς επιβολής του νόμου, δημοσιογράφοι ανά τις ΗΠΑ επανεξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους διαχειρίζονται τις πηγές τους και το υλικό τους.
Μετάφραση: Ανατολή Σταυρουλοπούλου
Κεντρική εικόνα: Ευγένιος Καλοφωλιάς
Oι συνέπειες ήταν άμεσες, λέει ο Μαζίν Σιντάχμεντ (Mazin Sidahmed), συνιδρυτής και γενικός διευθυντής του Documented, ενός μη κερδοσκοπικού δημοσιογραφικού οργανισμού, με έδρα τη Νέα Υόρκη, που εστιάζει στο ρεπορτάζ για τις μεταναστευτικές κοινότητες και δημοσιεύει την ύλη του στα αγγλικά, τα ισπανικά, τα κινεζικά και την αϊτινή κρεολή.
«Αμέσως μετά τη δεύτερη εκλογή Τραμπ, είδαμε μια δραματική μείωση στη διάθεση του κόσμου να μας μιλήσει», λέει ο Σιντάχμεντ στο iMEdD. «Πλέον κυριαρχεί ο φόβος στις κοινότητες που υπηρετούμε. Δεν φοβούνται απλώς να μας μιλήσουν, αλλά ακόμα και να πάνε στις δουλειές τους. Είναι πολύ δύσκολο να δουλέψουμε σε αυτό το περιβάλλον».

Αμέσως μετά τη δεύτερη εκλογή Τραμπ, είδαμε μια δραματική μείωση στη διάθεση του κόσμου να μας μιλήσει. Δεν φοβούνται απλώς να μας μιλήσουν, αλλά ακόμα και να πάνε στις δουλειές τους. Είναι πολύ δύσκολο να δουλέψουμε σε αυτό το περιβάλλον.
Μαζίν Σιντάχμεντ, συνιδρυτής και γενικός διευθυντής, Documented
Το Documented, το οποίο ιδρύθηκε το 2018, κατά την πρώτη θητεία του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, διαθέτει μια ομάδα δημοσιογράφων που είναι αφοσιωμένοι στις κοινότητες που υπηρετούν, μιλούν άπταιστα τις γλώσσες στις οποίες δημοσιεύει το μέσο και επικοινωνούν συχνά με τους αναγνώστες μέσω WeChat, WhatsApp, Nextdoor και ενημερωτικών δελτίων.
Ο Ρόμελ Οχέδα (Rommel Ojeda) εργάζεται σχεδόν πέντε χρόνια ως δημοσιογράφος ισπανόφωνου περιεχομένου στο Documented. Αυτό που τον αιφνιδίασε ήταν το πόσο απότομα απομακρύνθηκαν οι επαφές του, τόσο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και στη δια ζώσης επαφή.
«Συνήθως έπαιρνα 100 με 200 απαντήσεις σε κάθε ερώτημα που έθετα. Μετά την εκλογή του Τραμπ, αυτός ο αριθμός έπεσε στο μισό», λέει ο Οχέδα στο iMEdD, εξηγώντας ότι, ακόμα και άνθρωποι από τους οποίους είχε πάρει συνέντευξη στο παρελθόν και των οποίων τα ονόματα είχαν δημοσιευτεί, πλέον διστάζουν να μιλήσουν επώνυμα. Άλλοι, που παλαιότερα τον είχαν καλέσει στο σπίτι τους, δεν δέχονται ούτε καν να του μιλήσουν στο τηλέφωνο.
«Άρχισαν να μου λένε ότι δεν θέλουν να φανεί το όνομά τους, ότι προτιμούν να αναφέρονται μόνο τα αρχικά τους και ότι δεν θέλουν να γράφονται συγκεκριμένα στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν στην ταυτοποίησή τους. Αυτό ήταν κάτι εντελώς καινούργιο για μένα, γιατί τους ξέρω αυτούς τους ανθρώπους. Τους ξέρω εδώ και τέσσερα χρόνια και με εμπιστεύονται. Το ξέρω ότι με εμπιστεύονται» λέει ο Οχέδα.

Άρχισαν να μου λένε ότι δεν θέλουν να γράφονται συγκεκριμένα στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν στην ταυτοποίησή τους. Αυτό ήταν κάτι εντελώς καινούργιο για μένα, γιατί τους ξέρω αυτούς τους ανθρώπους. Το ξέρω ότι με εμπιστεύονται.
Ρόμελ Οχέδα, δημοσιογράφος, Documented
Κλίμα φόβου
Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για την επανεκλογή του, ο Τραμπ προανήγγειλε μαζικές απελάσεις και δήλωσε ότι θα βάλει τέλος στις παράνομες διελεύσεις των συνόρων. Και την τήρησε την υπόσχεσή του: σύμφωνα με το Deportation Data Project, η άνευ προηγουμένου και έντονα προβεβλημένη επιχείρηση καταστολής της μετανάστευσης που εξαπέλυσε εκτιμάται ότι οδήγησε στην απέλαση σχεδόν 300.000 ανθρώπων μέσα στον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του, υπερτετραπλασιάζοντας τους αντίστοιχους αριθμούς προηγούμενων ετών.
Οι επιθετικές τακτικές που εφάρμοσαν οι ομοσπονδιακοί πράκτορες της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ (United States Immigration and Customs Enforcement, ICE) σε μεγάλες πόλεις όπως το Λος Άντζελες, το Σικάγο και η Νέα Υόρκη, με συλλήψεις στον δρόμο, εφόδους σε χώρους εργασίας, προσαγωγές ανηλίκων και απελάσεις σε τρίτες χώρες (διαφορετικές από τις χώρες καταγωγής των συλληφθέντων), έχουν καλλιεργήσει «ένα γενικευμένο κλίμα φόβου και επιφυλακτικότητας, που κάνει πολλούς ανθρώπους να διστάζουν να μιλήσουν δημόσια», λέει η Πάολα Χαραμίγιο (Paola Jaramillo), συνιδρύτρια και εκτελεστική διευθύντρια του Enlace Latino NC, ενός μη κερδοσκοπικού ισπανόφωνου μέσου ενημέρωσης για τη λατινοαμερικανική κοινότητα της Βόρειας Καρολίνας.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση πηγής που απέσυρε τη συμμετοχή της σε podcast του Enlace Latino NC, με συζητήσεις για μετανάστες από τη Βενεζουέλα, αμέσως μετά την κατάργηση του καθεστώτος Προσωρινής Προστασίας (Temporary Protected Status, TPS) από την κυβέρνηση Τραμπ. Πρόκειται για μια απόφαση που είχε ως αποτέλεσμα περίπου 300.000 άνθρωποι να χάσουν την άδεια διαμονής τους από τη μια μέρα στην άλλη. Ο λόγος για την απόσυρση της συμμετοχής του ατόμου στο podcast ήταν απλός: ο κίνδυνος που θα διέτρεχε, εάν αναγνώριζε κάποιος τη φωνή του.
Όπως σημειώνει η Χαραμίγιο, δεν είναι μόνο οι άνθρωποι χωρίς χαρτιά που αποφεύγουν να μιλήσουν επώνυμα. «Το ίδιο συμβαίνει και με Αμερικανούς πολίτες, μόνιμους κατοίκους αλλά και ανθρώπους με νόμιμο καθεστώς διαμονής, που φοβούνται ότι μπορεί να μπουν στο στόχαστρο», λέει.

Ο Μαρτίν Μαθίας (Martín Macías) είναι δημοσιογράφος στο LA Public Press και καλύπτει διαδηλώσεις από το 2020. Όπως λέει, ποτέ άλλοτε δεν είχε δει τόσο έντονη αστυνομική βία απέναντι σε διαδηλωτές και δημοσιογράφους, όσο τον Ιούνιο του 2025, όταν πράκτορες της ICE πραγματοποίησαν εφόδους στο Λος Άντζελες, προκαλώντας κύμα αντιδράσεων. Τον ίδιο μήνα, προσθέτει, οι άνθρωποι άρχισαν να τον αποφεύγουν. Διαδηλωτές, πλανόδιοι πωλητές, ακόμη και γονείς που περίμεναν τα παιδιά τους έξω από τα σχολεία, αρνούνταν να του μιλήσουν.
«Το πρώτο μου αντανακλαστικό είναι να ρωτάω πάντα “τι δουλειά κάνεις; πόσων χρόνων είσαι;”, αλλά πολύ γρήγορα διαπίστωσα ότι ένιωθαν άβολα να απαντήσουν και ότι φοβούνταν για την ασφάλειά τους», λέει ο Μαθίας στο iMEdD. «Σε αυτό το κλίμα, με αυτήν την κυβέρνηση, τέτοιου είδους λεπτομέρειες μπορούν πολύ εύκολα να χρησιμοποιηθούν εναντίον σου με εξαιρετικά επικίνδυνο τρόπο. Αυτό άνοιξε μια συζήτηση στον δημοσιογραφικό χώρο: πώς προσεγγίζουμε πλέον τις πηγές; Πώς διασφαλίζουμε ότι τις επαληθεύουμε, χωρίς ταυτόχρονα να αγνοούμε την ευάλωτη θέση τους;».
Άνοιξε μια συζήτηση στον δημοσιογραφικό χώρο: πώς προσεγγίζουμε πλέον τις πηγές; Πώς διασφαλίζουμε ότι τις επαληθεύουμε, χωρίς ταυτόχρονα να αγνοούμε την ευάλωτη θέση τους;.
Μαρτίν Μαθίας, δημοσιογράφος, LA Public Press
Σπάζοντας τον κανόνα της ταυτότητας της πηγής
Κατά κανόνα, οι δημοσιογράφοι δημοσιεύουν τα στοιχεία των πηγών τους, όπως το πλήρες όνομα, την ηλικία, το επάγγελμα ή τον τόπο κατοικίας, για λόγους αξιοπιστίας και διαφάνειας. Εξαιρέσεις γίνονται στην περίπτωση των whistleblowers και ανθρώπων που διατρέχουν κίνδυνο, αλλά οι εξαιρέσεις αυτές δεν γίνονται εύκολα και, συνήθως, όσοι δεν θέλουν να δουν το όνομά τους τυπωμένο, μένουν εκτός ρεπορτάζ.
Τον τελευταίο χρόνο, ωστόσο, αρκετά μέσα ενημέρωσης που καλύπτουν το μεταναστευτικό έχουν αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο κατονομάζουν όσους συμμετέχουν σε συνεντεύξεις, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αποθηκεύουν τις πληροφορίες τους.
Και οι τρεις δημοσιογραφικές ομάδες με τις οποίες μίλησε το iMEdD λένε ότι φροντίζουν να υπάρχει συναίνεση κατόπιν πλήρους ενημέρωσης, θέτοντας από την αρχή τα όρια και εξηγώντας στους συνεντευξιαζόμενους τους πιθανούς κινδύνους του να μιλήσουν σε δημοσιογράφους, κάτι που, όπως σημειώνει ο Μαθίας, συχνά οδηγεί τελικά σε αρνητική απάντηση από την πλευρά τους.
Στο LA Public Press, λέει ο ίδιος, αποφασίζουν κατά περίπτωση εάν θα χρησιμοποιήσουν ψευδώνυμο ή μόνο το μικρό όνομα της πηγής και, όπου χρειάζεται, διευκρινίζουν στο άρθρο ότι η πηγή φοβάται για την ασφάλειά της λόγω της ακτιβιστικής της δράσης ή του νομικού της καθεστώτος.
Στο Enlace Latino NC, προσθέτει η Χαραμίγιο, πριν να δημοσιεύσουν το όνομα μιας πηγής, εξετάζουν εάν η μαρτυρία εμπλουτίζει ουσιωδώς το ρεπορτάζ και κατά πόσο η προσθήκη της μπορεί να εκθέσει το άτομο σε κίνδυνο.
Αυτό, όπως σημειώνει, συχνά σημαίνει ότι βασίζονται περισσότερο σε πηγές που δεν κατονομάζουν στη δημοσίευση, ή εκπροσώπους κοινοτήτων, ή μπορεί να προτιμούν να αναφέρονται σε πηγές μόνο με το μικρό τους όνομα.
«Συχνά αφαιρούμε ή γενικεύουμε πληροφορίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση ενός ανθρώπου, ειδικά όταν το ρεπορτάζ αφορά μικρές ή αγροτικές κοινότητες», λέει η Χαραμίγιο.
Στο Documented, αντί για ψευδώνυμα, χρησιμοποιούν συνήθως αρχικά ή μόνο το μικρό όνομα, ενώ συχνά αντικαθιστούν φωτογραφίες με σκίτσα ή εικονογραφήσεις, καθώς οι περισσότεροι δεν θέλουν να φωτογραφηθούν, ούτε καν πλάτη.

«Θυσιάζοντας» τα τεκμήρια
Και οι τρεις συντακτικές ομάδες τονίζουν ότι η ψηφιακή ασφάλεια είναι ύψιστης σημασίας. Έχουν σταματήσει να χρησιμοποιούν υπηρεσίες απομαγνητοφώνησης που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη, υπηρεσίες που δεν είναι κρυπτογραφημένες ή που είναι συνδεδεμένες στο διαδίκτυο. Χρησιμοποιούν το Signal για συνομιλίες με τις πηγές, ενώ διαγράφουν όλα τα δεδομένα, τα μηνύματα στο Slack και τα email μετά από συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Επίσης, δίνουν μεγάλη προσοχή στο τι γράφουν και πώς το γράφουν στο Slack.
Οι δημοσιογράφοι του Documented έχουν καθαρίσει, επίσης, τους προσωπικούς τους λογαριασμούς στο Google και έχουν διαγράψει όλο το υλικό που αφορά τη δουλειά τους. Πλέον χρησιμοποιούν μόνο συσκευές της εταιρείας.
Ο Οχέδα λέει ότι, ακόμα και αν ξέρει το όνομα κάποιου, στο σημειωματάριό του γράφει απλώς «πηγή αριθμός 2», για να είναι ασφαλής, σε περίπτωση που συλληφθεί και του κατασχεθούν οι σημειώσεις.
«Το κόστος είναι μεγάλο», λέει. «Πρέπει πάντα να είμαι δέκα βήματα μπροστά, για να προβλέψω πιθανά προβλήματα, αλλά προτιμώ να παίρνω αυτήν την προφύλαξη, γιατί δεν είναι αστείο. Μια φράση σε ένα άρθρο αρκεί για να καταστρέψει τη ζωή κάποιου».
«Συμβόλαιο» και ηθικό καθήκον
Ο δικηγόρος Τζέιμς Γουίτον (James Wheaton), ο οποίος ειδικεύεται σε θέματα Πρώτης Τροπολογίας, εκπροσωπεί δημοσιογράφους σε δικαστικές υποθέσεις και διδάσκει νομικά των μέσων ενημέρωσης σε φοιτητές δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ και στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ για περισσότερα από 25 χρόνια. Λέει ότι οι δημοσιογράφοι σήμερα πρέπει να σκέφτονται σαν κατάσκοποι.

«Ως δημοσιογράφος, πρέπει να είσαι εξίσου καλός σε αυτό που κάνεις με έναν μυστικό πράκτορα του FBI ή έναν πράκτορα της CIA», λέει ο Γουίτον. «Διότι, όταν υπόσχεσαι σε μια πηγή ότι θα την προστατεύσεις, εάν σου δώσει πληροφορίες, αυτό είναι συμβόλαιο. Και πάνω από όλα, είναι ηθικό καθήκον».
Ως δημοσιογράφος, πρέπει να είσαι εξίσου καλός σε αυτό που κάνεις με έναν μυστικό πράκτορα του FBI ή έναν πράκτορα της CIA.
Tζέιμς Γουίτον, δικηγόρος
Η δημοσιογραφία ως επάγγελμα προστατεύεται ρητά από το Σύνταγμα των ΗΠΑ. Η Πρώτη Τροπολογία αναφέρει ξεκάθαρα ότι «Το Κογκρέσο δεν δύναται να θεσπίσει νόμο […] που να περιορίζει την ελευθερία του λόγου ή την ελευθερία του Τύπου». Σχεδόν όλες οι πολιτείες (49 από τις 50) διαθέτουν νόμους που προστατεύουν τους δημοσιογράφους από την αποκάλυψη εμπιστευτικού υλικού ενώπιον δικαστηρίου. Επιπλέον, ο Νόμος Προστασίας της Ιδιωτικότητας του 1980 ορίζει ρητά ότι κανένα ένταλμα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί, για να κατασχεθούν υλικά που ανήκουν σε δημοσιογράφο, εκτός εάν υπάρχει βάσιμη υπόνοια ότι ο δημοσιογράφος έχει διαπράξει έγκλημα. Μόνο με κλήτευση (subpoena) μπορεί να υποχρεωθούν δημοσιογράφοι να παραδώσουν στοιχεία, αλλά αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί στο δικαστήριο, ενώ ο οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι είναι εκείνοι που θα παραδώσουν τα συγκεκριμένα έγγραφα ή τεκμήρια που αναφέρονται στην κλήτευση –και όχι οι Αρχές.
Παρά τη θέσπιση αυτών των ισχυρών μέτρων, τόσο οι προηγούμενες κυβερνήσεις όσο και οι Aρχές στρέφονται συχνά εναντίον δημοσιογράφων και των πηγών τους.
Ο Γκέιμπ Ρότμαν (Gabe Rottman), Αντιπρόεδρος Πολιτικής της Επιτροπής Δημοσιογράφων για την Ελευθερία του Τύπου (Reporters Committee for Freedom of the Press, RCFP), λέει ότι κατά τη διάρκεια της θητείας του Προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης αύξησε τις έρευνες και τις διώξεις κατά κυβερνητικών πληροφοριοδοτών (όπως η Τσέλσι Μάνινγκ και ο Έντουαρντ Σνόουντεν), με βάση τον Νόμο Κατασκοπείας του 1917.
Η πρώτη διακυβέρνηση Τραμπ συνέχισε αυτήν την πρακτική, ασκώντας διώξεις κατά αρκετών πληροφοριοδοτών και, κυρίως, εγκρίνοντας τη χρήση δικαστικών εντολών για την απόκτηση τηλεφωνικών και ηλεκτρονικών αρχείων τουλάχιστον οκτώ δημοσιογράφων από τρία διαφορετικά μέσα.
«Η ανησυχία είναι σαφώς μεγαλύτερη τόσο μεταξύ των δημοσιογράφων όσο και των νομικών που ασχολούνται με τα μέσα ενημέρωσης», λέει ο Ρότμαν. «Έχοντας πλέον την εμπειρία της πρώτης διακυβέρνησης Τραμπ, ήμαστε προϊδεασμένοι».
Έφοδος και κατάσχεση
Τον Ιανουάριο του 2026, πράκτορες του FBI, έχοντας εξασφαλίσει ένταλμα, πραγματοποίησαν έφοδο στο σπίτι της Χάνα Νάτανσον, δημοσιογράφου της Washington Post, και κατάσχεσαν όλες τις ηλεκτρονικές της συσκευές, προσωπικές και επαγγελματικές. Τυπικά, η έρευνα αφορούσε έναν πρώην κυβερνητικό εργολάβο, ο οποίος κατηγορούνταν για παράνομη κατοχή διαβαθμισμένου υλικού. Στην πράξη, όμως, οι Αρχές απέκτησαν πρόσβαση σε ονόματα και αδημοσίευτες μαρτυρίες χιλιάδων ομοσπονδιακών υπαλλήλων που είχαν χάσει τη δουλειά τους τους προηγούμενους μήνες, στο πλαίσιο μαζικών περικοπών, οι οποίοι είχαν μιλήσει στη Νάτανσον για σειρά ρεπορτάζ που δημοσίευσε για το θέμα.
Όταν αποχαρακτηρίστηκε η ένορκη δήλωση, βάσει της οποίας εκδόθηκε το ένταλμα, έγινε σαφές ότι δεν υπήρχε καμία αναφορά ούτε στη δημοσιογραφική της ιδιότητα ούτε στο θεσμικό πλαίσιο που την προστατεύει, πράγμα που καθιστούσε την έρευνα, στην πράξη, παράνομη.
Δικαστής εξέδωσε προσωρινή εντολή που απαγορεύει στις Αρχές να εξετάσουν το υλικό και λίγο αργότερα, στις 24 Φεβρουαρίου, αποφάσισε ότι θα πραγματοποιηθεί ανεξάρτητος δικαστικός έλεγχος. «Εν τω μεταξύ, χιλιάδες πηγές έχουν, όμως, τρομοκρατηθεί τώρα», λέει ο Γουίτον. «Και κάθε υπάλληλος της κυβέρνησης που είναι δυσαρεστημένος, θυμωμένος ή σκέφτεται να αποχωρήσει, θα φοβάται τα αντίποινα. Ποιος θα μιλήσει σε δημοσιογράφο, ακόμα και μέσω ασφαλούς σύνδεσης, πλέον; Αυτός είναι ο στόχος, όμως. Εκφοβισμός και φόβος. Ναι, υπάρχουν νόμοι που σε προστατεύουν, αλλά οι αρμόδιοι δεν τους τηρούν».

Και, όπως σημειώνει η Χαραμίγιο, ο εκφοβισμός μπορεί να επηρεάσει τόσο τις πηγές όσο και τις συντακτικές ομάδες, «ενθαρρύνοντας την αυτολογοκρισία και αποδυναμώνοντας την ικανότητα των μέσων να πραγματοποιούν έρευνες και να ασκούν έλεγχο στην εξουσία».
[O εκφοβισμός] μπορεί να επηρεάσει τις συντακτικές ομάδες, ενθαρρύνοντας την αυτολογοκρισία και αποδυναμώνοντας την ικανότητα των μέσων να πραγματοποιούν έρευνες και να ασκούν έλεγχο στην εξουσία.
Πάολα Χαραμίγιο, συνιδρύτρια και εκτελεστική διευθύντρια, Enlace Latino NC
Μια δυστοπική ισορροπία
Ο Γουίτον λέει ότι ο μόνος τρόπος να αντισταθείς στις ενέργειες που προσπαθούν να απομονώσουν ή να εκφοβίσουν τις πηγές είναι να οργανώνεις σωστά και με ασφάλεια την πληροφορία σου. Στα μαθήματά του, λέει στο iMEdD, πλέον δίνει μεγαλύτερη έμφαση στις πρακτικές προστασίας των στοιχείων παρά στις λεπτομέρειες του νόμου.
«Λέω στους φοιτητές μου ότι μπορώ να τους εξηγήσω τι λέει ο νόμος, αλλά να μην περιμένουν να τους σώσω εγώ μετά τη ζημιά. Εάν δεν τηρούν οι ίδιες οι Αρχές τον νόμο, δεν μπορείς να κάνεις και πολλά. Αυτοί έχουν τη δικαιοδοσία, τα όπλα και τις χειροπέδες».
Ο Γουίτον συμβουλεύει τους φοιτητές του να μην παίρνουν ποτέ κινητό σε διαδηλώσεις (οι Αρχές χρησιμοποιούν ειδικούς ανιχνευτές κινητών τύπου «stingray»). Τους προτρέπει να καταστρέφουν τις σημειώσεις τους ή να τις φυλάσσουν στο σπίτι φίλων και σε θυρίδες ασφαλείας, καθώς και να επικοινωνούν πάντα μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών. Τους λέει, επίσης, να μη συναντιούνται με πηγές στο σπίτι ή στον χώρο εργασίας τους και, σε καμία περίπτωση, σε κάποιο πάρκινγκ, όπως έκανε ο «Deep Throat» με τον δημοσιογράφο της Washington Post, Μπομπ Γούντγουορντ, για να αποκαλύψει το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ. Πλέον υπάρχουν κάμερες.
Το βασικό που πρέπει να θυμάται κανείς: «Εάν κάτι δεν είναι καταγεγραμμένο, δεν μπορεί να αποδειχθεί», λέει o Γουίτον, αναδεικνύοντας έτσι το παράδοξο με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπη η δημοσιογραφία σήμερα: αντί να διασφαλίζει τα τεκμήριά της, είναι έτοιμη να τα καταστρέψει για το κοινό καλό, εάν χρειαστεί.
Δημοσιογραφία πιο συνεργατική και πιο σκεπτόμενη
Ο Σιντάχμεντ λέει ότι η έφοδος στο σπίτι της Νάτανσον ήταν μεν «σοκαριστική αλλά όχι εντελώς απροσδόκητη». Επισημαίνει ότι πολλά από τα πρωτόκολλα ασφαλούς διαχείρισης δεδομένων που εφάρμοσε το Documented τους τελευταίους δώδεκα μήνες είχαν σχεδιαστεί ακριβώς για τέτοιες περιπτώσεις.
«Βλέπουμε ότι αυτή η κυβέρνηση ωθεί στα άκρα τα νομικά της όρια», λέει ο Μαθίας από το Λος Άντζελες. «Είναι μια περίοδος τρομακτική και εξοργιστική για όσους δουλεύουμε ως δημοσιογράφοι, αλλά νιώθω καλά προετοιμασμένος. Έχω αλεξίσφαιρο γιλέκο, κράνος και εξοπλισμό. Αυτό με βοηθάει να καλύπτω τα γεγονότα, αλλά ο κίνδυνος είναι υπαρκτός καθημερινά».
Από το καλοκαίρι του 2025, ο Μαθίας έχει και μια επιπλέον στήριξη: πέντε ακόμα ειδησεογραφικά μέσα που είναι στο πλευρό του. Στη διάρκεια των διαδηλώσεων κατά της ICE στο Λος Άντζελες, έξι ανεξάρτητα μέσα της πόλης συνεργάστηκαν σε σειρά ρεπορτάζ υπό τον τίτλο LA vs ICE. Πέρα από τα άρθρα που έγραψαν, οι δημοσιογράφοι γνωρίστηκαν μεταξύ τους και εξακολουθούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες και συμβουλές.
«Μοιραζόμαστε ειδοποιήσεις για το πού βρίσκεται η ICE και ανταλλάσσουμε υλικά και πληροφορίες. Ήταν κάτι πολύ ξεχωριστό και δείχνει μια τεράστια διαφορά σε σχέση με τον τρόπο που συνήθως λειτουργούν τα μέσα, όπου κυριαρχεί έντονος ανταγωνισμός».
Για τον Οχέδα, η νέα αυτή πραγματικότητα στην οποία πλέον δουλεύουν οι δημοσιογράφοι αποτελεί μια ευκαιρία να βελτιώσουν τα μέσα την ψηφιακή τους ασφάλεια και τον τρόπο αποθήκευσης και διαχείρισης των δεδομένων τους. «Πιστεύω ότι χωρίς αυτήν την κυβέρνηση, πολλά μέσα δεν θα το είχαν σκεφτεί ποτέ. Ξέρεις, είμαστε δημοσιογράφοι ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά, όχι μόνο όταν νιώθουμε ότι κινδυνεύουμε».
Βασικές πρακτικές ασφαλείας για δημοσιογράφους
- Χρησιμοποιήστε το Signal ή άλλες εφαρμογές κρυπτογραφημένης επικοινωνίας, για να μιλάτε με τις πηγές σας.
- Μη βγάζετε screenshots από συνομιλίες στο Signal ή άλλες εφαρμογές, γιατί μπορεί να ανέβουν στο cloud – δεν έχετε τον έλεγχο του cloud και οι εταιρείες που το διαχειρίζονται μπορούν να δώσουν τις πληροφορίες σας στις Αρχές χωρίς την πρότερη συμφωνία σας και χωρίς να λάβετε γνώση.
- Κάνετε ανάλυση κινδύνου και ζυγίστε τι είναι πιο σημαντικό: οι δικές σας αποδείξεις ή ασφάλεια των πηγών. Εάν χρειάζεται, σκεφτείτε να καταστρέψετε τις γραπτές σημειώσεις σας ή/και να διαγράψετε τις συνομιλίες μετά τη δημοσίευση του ρεπορτάζ.
- Χρησιμοποιήστε ψευδώνυμα ή αρχικά στις σημειώσεις σας.
- Μη χρησιμοποιείτε αναγνώριση προσώπου για το κλείδωμα του κινητού σας (ώστε να αποφύγετε την πιθανότητα, σε περίπτωση σύλληψης, να ξεκλειδώσουν το τηλέφωνό σας χωρίς τη συναίνεσή σας).
- Απενεργοποιήστε την κοινοποίηση θέσης στο κινητό στη διάρκεια συναντήσεων με πηγές.
- Πάρτε μαζί σας ένα κινητό προσωρινής χρήσης τύπου «burner» σε διαδηλώσεις, όχι το προσωπικό σας.
- Μη συναντιέστε ποτέ με εμπιστευτικές πηγές στο σπίτι ή στον χώρο εργασίας τους.
- Μη χρησιμοποιείτε προσωπικές συσκευές για επαγγελματική εργασία.
Πηγές για περαιτέρω υποστήριξη και συμβουλές
- Η RCFP προσφέρει δωρεάν γραμμή νομικής υποστήριξης για δημοσιογράφους στις ΗΠΑ.
- Η Επιτροπή Προστασίας Δημοσιογράφων (CPJ) έχει δημιουργήσει ένα υπολογιστικό φύλλο , με πόρους που βοηθούν τους δημοσιογράφους στις ΗΠΑ να προστατευθούν από επιθέσεις.
- Tο Electronic Frontier Foundation διαθέτει έναν ολοκληρωμένο οδηγό, με κατευθυντήριες γραμμές για την ασφαλέστερη επικοινωνία δημοσιογράφων στο διαδίκτυο, σε όποιο σημείο του κόσμου και αν βρίσκονται.

