Θεματα

Live journalism στο Reid Hall: έξι ιστορίες αντίστασης επί σκηνής  

Μια πιανίστρια στην άκρη της σκηνής μπροστά από το πιάνο, λιτός θεατρικός φωτισμός, ένας προτζέκτορας και έξι δημοσιογράφοι που ανεβαίνουν διαδοχικά στο μικρόφωνο και αφηγούνται ιστορίες αντίστασης: έτσι διαμορφώθηκε, το βράδυ της 27ης Μαρτίου στο Reid Hall, έδρα του Columbia Global Centers στο Παρίσι, η ατμόσφαιρα μιας εμπειρίας live journalism που δύσκολα ξεχνά κανείς.

Το «Journalism and Crisis: Stories of Resistance», μια συμπαραγωγή του Columbia Global Paris Center, του Institute for Ideas and Imagination και του Live Magazine, έφερε στο Reid Hall μια αγγλόφωνη εκδοχή του φορμάτ που τα τελευταία χρόνια γεμίζει θέατρα σε όλη την Ευρώπη. Η ιδέα είναι απλή αλλά ριζοσπαστική: αντί για σελίδες εφημερίδας ή οθόνες κινητών, οι ιστορίες παρουσιάζονται ζωντανά, επί σκηνής, από τους ίδιους τους ανθρώπους που τις έζησαν ή τις ερεύνησαν –χωρίς καμία ηχογράφηση ή βιντεοσκόπηση, χωρίς «rewind» ή «replay». Το Live Magazine αυτοπροσδιορίζεται ως μια «ζωντανή εφημερίδα»: ό,τι συμβαίνει, συμβαίνει μία φορά και το μόνο ίχνος που μένει είναι η μνήμη των ιστοριών. 

Σε αυτήν την έκδοση, το κοινό άκουσε «ιστορίες αντίστασης» μέσα από τις φωνές έξι δημοσιογράφων και δημιουργών, που έχουν γνωρίσει τον πόλεμο και την εξορία, έχουν κινηθεί, λόγω της δουλειάς τους, στον κόσμο της παραπληροφόρησης, της ακροδεξιάς, ή έχουν βιώσει απειλές κατά ρεπόρτερ. Κάθε ιστορία συνοδευόταν από προσεκτικά επιλεγμένο οπτικό υλικό, φωτογραφίες, αρχειακά πλάνα, χειρόγραφες σημειώσεις, και από μια ξεχωριστή μουσική σύνθεση στο πιάνο, γραμμένη και εκτελεσμένη, ειδικά για τη βραδιά, από την πιανίστρια Μαγκνταλένα Μπατσέφσκα (Magdalena Baczewska). 

Η πιανίστρια Μαγκνταλένα Μπατσέφσκα.
Φωτογραφία: © Columbia Global Paris Center

Οι ιστορίες της βραδιάς 

Το πρόγραμμα άνοιξε με μια ιστορία πολέμου, όπου o Φιλ Τσέτβιντ (Phil Chetwynd), διευθυντής του τμήματος διεθνών ειδήσεων στο Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων (AFP), μίλησε για το πώς «η πρώτη απώλεια στον πόλεμο είναι η αλήθεια» και τι σημαίνει αυτό όταν η δουλειά σου είναι να την κυνηγάς κάθε μέρα, μέσα σε προπαγάνδα, εικόνες σοκ και διαρκή κούραση. Ακολούθησε μια προσωπική διαδρομή επιστροφής στην έννοια του «σπιτιού» από μια φωτογράφο που έχει περάσει χρόνια καλύπτοντας συγκρούσεις, μόνο και μόνο για να συνειδητοποιήσει ότι το τραύμα δεν μένει ποτέ μόνο στα κάδρα των εικόνων της. 

Η φωτορεπόρτερ Νίνα Μπέρμαν.
Φωτογραφία: © Columbia Global Paris Center

Η φωτορεπόρτερ Νίνα Μπέρμαν (Nina Berman) περιέγραψε στο iMEdD τη δική της σχέση με την έννοια της «αντίστασης»: 

Αντίσταση σημαίνει να δίνεις το “παρών” και να κάνεις τη δουλειά σου, με όποιο μέσο κι αν επιλέγεις, δείχνοντας θάρρος στον τρόπο που αφηγείσαι τις ιστορίες σου.

Νίνα Μπέρμαν, φωτορεπόρτερ

Για εκείνη, η αντίσταση δεν είναι ένα μεγάλο σύνθημα, αλλά η επιμονή να εμφανίζεσαι και να κάνεις τη δουλειά, σε όποιο μέσο κι αν δουλεύεις, με γενναιότητα στην αφήγηση. 

Όταν τη ρωτήσαμε πώς είναι να λέει την ιστορία της από σκηνής, αντί μέσα από τις συνήθεις φόρμες της δουλειάς της, απάντησε: «Το απόλαυσα πραγματικά. Δεν είναι και τόσο διαφορετικό από το να κάνεις μια διάλεξη, αλλά το ξεχωριστό ήταν ότι βρέθηκα ανάμεσα σε μια ομάδα αφηγητών και δημοσιογράφων τόσο ταλαντούχων και αφοσιωμένων. Και το γεγονός ότι συντέθηκε πρωτότυπη μουσική, ειδικά για την ιστορία μου, ήταν απλώς μαγικό».  

Η Μπέρμαν εξήγησε, επίσης, τι αλλάζει όταν η δημοσιογραφική δουλειά μετουσιώνεται σε προφορική αφήγηση: «Έπρεπε να αφαιρέσω πολλά περιττά στοιχεία και να συμπυκνώσω τις επιμέρους ιστορίες σε πολύ σύντομες φράσεις, που θα μπορούσαν να ειπωθούν με συνομιλητικό τρόπο, αλλά να έχουν νόημα ως ολοκληρωμένη αφήγηση. Έπρεπε, επίσης, να δουλέψω τον ρυθμό και τον τόνο της αφήγησης, και σε αυτό έλαβα πολύτιμη βοήθεια από το Live Magazine, την οποία εκτίμησα πραγματικά». Για να σταθεί μια ιστορία πάνω στη σκηνή, χρειάζεται συμπύκνωση, απλές και καθαρές προτάσεις, προσοχή στον ρυθμό και στον τόνο· μια άλλη μορφή επιμέλειας, την οποία υποστήριξε ενεργά η ομάδα του Live Magazine. 

Η δημοσιογράφος Χάνα Λιουμπάκοβα.
Φωτογραφία: © Columbia Global Paris Center

Σε μια από τις πιο φορτισμένες στιγμές της βραδιάς, μια δημοσιογράφος από τη Λευκορωσία μίλησε για το πώς είναι να χάνεις το σχολείο σου, τη δουλειά σου, τελικά την ίδια σου τη χώρα, επειδή επέλεξες να αντισταθείς. «Αντίσταση σημαίνει να επιλέγεις να ξεβολεύεσαι», είπε η Χάνα Λιουμπάκοβα (Hanna Liubakova), περιγράφοντας πώς, στα 14 της, όταν το καθεστώς έκλεισε το λύκειο (ένα από τα καλύτερα της χώρας) στο οποίο μόλις είχε καταφέρει να μπει, επέλεξε να μη «συμμορφωθεί»: το σχολείο συνέχισε να λειτουργεί υπογείως, σε νοικιασμένα διαμερίσματα, με την επίσημη εκδοχή να είναι πως έλαβε διδασκαλία «κατ’ οίκον». Αυτή η πρώτη επιλογή έξω από το σύστημα, όπως εξήγησε, οδήγησε σε όλα όσα ακολούθησαν: δημοσιογραφία, ακτιβισμό, εξορία, δίωξη, ταμπέλα «τρομοκράτισσας». 

Αντίσταση σημαίνει να επιλέγεις να ξεβολεύεσαι […] Δεν είναι εύκολη· συχνά είναι άβολη. Κι όμως, είναι αυτό που δίνει νόημα στη ζωή. Το να ξέρεις ότι όσα κάνεις έχουν πραγματικό αντίκτυπο, αυτό είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση.

Χάνα Λιουμπάκοβα, δημοσιογράφος, non-resident senior fellow στο Atlantic Council

«Η αντίσταση δεν είναι εύκολη· συχνά είναι άβολη. Κι όμως, είναι αυτό που δίνει νόημα στη ζωή. Το να ξέρεις ότι όσα κάνεις έχουν πραγματικό αντίκτυπο, αυτό είναι η μεγαλύτερη ικανοποίηση», είπε, συνοψίζοντας ίσως την κοινή γραμμή όλων των ιστοριών της βραδιάς. 

Για εκείνη, το να ανεβαίνει στη σκηνή δεν είναι απλώς άλλο ένα φορμάτ: «Κάθε φορά, πρόκειται για μια ευθύνη». Στην περίπτωση της ίδιας, όπως πρόσθεσε, σημαίνει να αντιπαλέψει την κλισέ εικόνα της Λευκορωσίας: «ένας δικτάτορας, διαδηλώσεις που “απέτυχαν” και μετά σιωπή». «Αυτή δεν είναι, όμως, η πραγματική ιστορία», τόνισε. Η πραγματική ιστορία, όπως είπε, είναι το τι κάνουν οι άνθρωποι τώρα: πώς δεν εγκαταλείπουν, πώς χτίζουν θεσμούς στην εξορία, πώς τα ανεξάρτητα μέσα εξακολουθούν να φτάνουν σε εκατομμύρια ανθρώπους μέσα στη χώρα, παρότι λειτουργούν από το εξωτερικό. 

Όταν μεταφέρει τη δουλειά της σε προφορική αφήγηση, επιλέγει τη λιτότητα: «Στη σκηνή δεν εξηγείς τα πάντα – αφήνεις τον κόσμο να το νιώσει. Λες λιγότερα, πιο απλά, και εμπιστεύεσαι τα συναισθήματά σου να μεταφέρουν το νόημα». Σημείωσε ότι η προσοχή του κοινού είναι εύθραυστη· κάθε λέξη πρέπει να κερδίζει τη θέση της. Και πρόσθεσε κάτι ακόμα: «Αρνούμαι να αφήσω τους ανθρώπους με απόγνωση. Η κατάσταση είναι δύσκολη, ναι – αλλά υπάρχει και δύναμη, αξιοπρέπεια και ελπίδα. Αυτό που θέλω να δουν οι άνθρωποι είναι ότι οι απλοί άνθρωποι, όταν αντιμετωπίζουν αδύνατες επιλογές, επιλέγουν το θάρρος ξανά και ξανά. Αυτή είναι η αντίσταση. Και είναι πιο δυνατή από οποιοδήποτε αυταρχικό καθεστώς». 

Και η βραδιά είχε πολύ ενδιαφέρουσα συνέχεια. Ο εικαστικός καλλιτέχνης, φωτογράφος και μέλος στο VII Photo Agency, Τόμας βαν Χούτριβ (Tomas van Houtryve), μάς προσκάλεσε σε ένα φωτογραφικό ριψοκίνδυνο ταξίδι στην Βόρεια Κορέα, όπου υποδυόμενος τον εκπρόσωπο μεγάλης σοκολατοβιομηχανίας που μπορεί να φέρει την ευρωπαϊκή τεχνογνωσία για την παραγωγή σοκολάτας στην χώρα, κατάφερε να επισκεφθεί εργοστάσια και να καταγράψει σπάνιο υλικό. H Ντοάν Μπούι (Doan Bui), ρεπόρτερ στο γαλλικό περιοδικό Le Nouvel Obs, μάς σύστησε στον κόσμο των «flat‑earthers» και των θεωριών συνωμοσίας, όχι για να τους γελοιοποιήσει, αλλά για να δείξει ότι όλα αυτά είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης εμπιστοσύνης στα μέσα ενημέρωσης. Τέλος, η Αΐντα Ντελπουές (Aïda Delpuech), δημοσιογράφος και υψίφωνος από την Τυνησία, συνέθεσε τη φωνή της με τις ιστορίες της, μιλώντας για το δικαίωμα στον λόγο και στην ελευθερία έκφρασης σε χώρες όπου η δημοσιογραφία παραμένει επικίνδυνη δραστηριότητα. 

Μυσταγωγία χωρίς φίλτρα 

Αυτό που έκανε την παράσταση να ξεχωρίζει δεν είναι μόνο τα θέματα αλλά και ο τρόπος που ξετυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια μας. Οι αφηγητές μόνοι πάνω στη σκηνή, χωρίς πόντιουμ, χωρίς ότοκιου, με ένα απλό μικρόφωνο και τις εικόνες τους να προβάλλονται πίσω τους. Η μουσική δεν λειτουργεί ως «χαλί» αλλά ως δεύτερη φωνή που σχολιάζει, υπογραμμίζει ή αντιστέκεται στο κείμενο. Οι παύσεις, τα γέλια του κοινού, η «παγωμάρα» σε δύσκολες στιγμές, όλα γίνονται μέρος μιας κοινής εμπειρίας. 

Η αίσθηση μέσα στην αίθουσα είναι σχεδόν μυσταγωγική: σε αντίθεση με τις κλασικές δημοσιογραφικές εκδηλώσεις, όπου κυριαρχούν τα πάνελ και οι συζητήσεις, εδώ ο κόσμος κάθεται σιωπηλός, σχεδόν σαν σε θεατρική παράσταση, αλλά με τη συνείδηση ότι αυτό που ακούει είναι αληθινό, ελεγμένο, δημοσιογραφικά τεκμηριωμένο. Κάθε ιστορία κλείνει με ένα σύντομο χειροκρότημα, αλλά όσο προχωρά η βραδιά, τα χειροκροτήματα γίνονται πιο ζεστά, πιο παρατεταμένα, σαν το κοινό να αναγνωρίζει κάτι πολύ προσωπικό σε αυτά που ακούει. 

Αριστερά: Η Μαρί Βόλκια Ντούζεμα, Paris Global Center Senior Special Projects Manager. Δεξιά: Η Σλοέ Έμπερχαρντ, δημοσιογράφος στο Live Magazine. Φωτογραφία: © Columbia Global Paris Center

Η Μαρί Βόλκια Ντούζεμα (Marie Volkea Doezema), από την ομάδα που συνδιαμορφώνει το πρόγραμμα, εξηγεί γιατί το θέμα της αντίστασης επανήλθε ως κεντρικός άξονας για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά: «Οι δημοσιογράφοι δέχονται ολοένα και περισσότερες επιθέσεις σε όλο τον κόσμο, και η αποδυνάμωση της ελευθερίας του Τύπου καθιστά το θέμα της αντίστασης πιο επίκαιρο – και πιο επείγον – από ποτέ. Γι’ αυτό επιστρέψαμε σε αυτό για το φετινό Live Magazine στο Reid Hall. Η αντίσταση δεν είναι απαραίτητη μόνο για όσους καλύπτουν ειδήσεις, αλλά και για τους θεσμούς και τις ελευθερίες που στηρίζουν τη δημοκρατική κοινωνία. Είναι κρίσιμη για το μέλλον της δημοσιογραφίας, της ακαδημαϊκής κοινότητας και της ίδιας της δημοκρατίας». 

Η αντίσταση δεν είναι απαραίτητη μόνο για όσους καλύπτουν ειδήσεις, αλλά και για τους θεσμούς και τις ελευθερίες που στηρίζουν τη δημοκρατική κοινωνία. Είναι κρίσιμη για το μέλλον της δημοσιογραφίας, της ακαδημαϊκής κοινότητας και της ίδιας της δημοκρατίας.

Μαρί Βόλκια Ντούζεμα, Paris Global Center Senior Special Projects Manager

Ο ενθουσιασμός του κοινού και η υπόσχεση του live journalism 

Μετά από 90 λεπτά, το πιο εντυπωσιακό στοιχείο δεν ήταν μόνο οι ίδιες οι ιστορίες αλλά η ενέργεια που δημιούργησαν. Οι θεατές συζητούσαν ζωηρά, αναφέρονταν σε συγκεκριμένες φράσεις, εικόνες ή νότες, μοιράζονταν προσωπικές αναμνήσεις που τους «ξύπνησαν» οι αφηγήσεις. Πολλοί μιλούσαν για την ανακούφιση του να βλέπουν τη δημοσιογραφία έξω από οθόνες και timelines, σε μια μορφή που τους επιτρέπει να συγκινηθούν, να γελάσουν, να σκεφτούν, χωρίς να νιώθουν ότι «καταναλώνουν περιεχόμενο». 

Η Ντούζεμα περιγράφει τι πιστεύει ότι αλλάζει στην αντίληψη του κοινού για τη δημοσιογραφία όταν τη βλέπει πάνω στη σκηνή: «Το φορμάτ του live journalism – η δημοσιογραφία στη σκηνή, όπως στο Live Magazine – με ενθουσιάζει πολύ. Πρόκειται για ένα πραγματικά νέο είδος, που προσφέρει έναν διαφορετικό τρόπο σύνδεσης με τους δημοσιογράφους, τα γεγονότα και το ίδιο το ρεπορτάζ. Είναι μια συλλογική και συχνά καθαρτική εμπειρία σε μια εποχή που τέτοια στιγμιότυπα γίνονται ολοένα και πιο σπάνια». Η ζωντανή δημοσιογραφία, λέει, με πολύ απτό τρόπο, ενισχύει την εμπιστοσύνη και τη διαφάνεια ανάμεσα στο κοινό και τους δημοσιογράφους. 

[Το live journalism] είναι μια συλλογική και συχνά καθαρτική εμπειρία σε μια εποχή που τέτοια στιγμιότυπα γίνονται ολοένα και πιο σπάνια.

Μαρί Βόλκια Ντούζεμα, Paris Global Center Senior Special Projects Manager

Το Live Magazine, όπως το παρουσιάζει η ομάδα του, γεννήθηκε ως ένα «μικρό πείραμα» σε μια σκηνή του Παρισιού – μια παρέα δημοσιογράφων που τόλμησε να ανέβει στο σανίδι για να πει ιστορίες που δεν χωρούσαν αλλού. Όπως μας είπε και η Φλοράνς Μαρτέν Κέσλερ (Florence Martin Kessler) founder και CEO του Live Magazine, «Η ζωντανή δημοσιογραφία δημιουργήθηκε στο Σαν Φρανσίσκο πριν από σχεδόν 20 χρόνια από τον Douglas McGray, με την επωνυμία Pop Up Magazine. Με την υποστήριξη και τις ενθαρρύνσεις του, ξεκίνησα το Live Magazine στο Παρίσι το 2013. Όταν τον συνάντησα και έμαθα για όσα είχε δημιουργήσει – χωρίς καν να έχω παρακολουθήσει κάποια παράσταση – έμεινα άφωνη από το θάρρος της ιδέας: ένα απλό και κλασικό, αλλά ταυτόχρονα απολύτως καινοτόμο φορμάτ· η σαφήνεια και η αποτελεσματικότητά του· η δύναμη της μη-λογοτεχνικής αφήγησης· και η ανεπανάληπτη υπόσχεση να βρεθούμε όλοι μαζί στο σκοτάδι ενός θεάτρου, μοιραζόμενοι μια συναισθηματική εμπειρία».  

«Ως υπεύθυνοι προγραμμάτων, επιμελητές, “script doctors” και καλλιτεχνικοί διευθυντές, δεν θεωρούμε αυτό που κάνουμε ως προφορική τέχνη. Δεν έχει να κάνει με το να είσαι ευφράδης ή “καλός ομιλητής”. Ψάχνουμε ανθρώπους που είναι οι μόνοι στον κόσμο που μπορούν να αφηγηθούν μια συγκεκριμένη, τεκμηριωμένη ιστορία. Και μετά συνθέτουμε και παρουσιάζουμε ζωντανή μουσική, επεξεργαζόμαστε οπτικοακουστικό υλικό, αναλαμβάνουμε σκηνογραφία και φωτισμό· αλλά, φυσικά, η καρδιά της δουλειάς μας παραμένει η παλιά, δοκιμασμένη τέχνη της αφήγησης. Είμαστε ειδικοί στις πολυμεσικές αφηγήσεις».  

Δώδεκα χρόνια μετά, το Live Magazine έχει ταξιδέψει σε πόλεις από τη Μασσαλία και τις Βρυξέλλες μέχρι τη Βηρυτό και το Λάγος, αποδεικνύοντας ότι το live journalism δεν είναι ένα απλό τέχνασμα αφήγησης, αλλά μια σοβαρή απόπειρα να επανασυνδεθεί η δημοσιογραφία με τα σώματα και τις φωνές τόσο των αφηγητών όσο και των ακροατών. 

Η βραδιά που ζήσαμε στο Reid Hall μάς θύμισε κάτι που συχνά ξεχνάμε: μέσα σε όλο αυτόν τον θόρυβο από πληροφορία και οθόνες, καμιά φορά το πιο δυνατό είναι το πιο απλό. Να βρεθούμε σε έναν χώρο, να αφήσουμε για λίγο τα κινητά και να ακούσουμε μια ιστορία και μετά να τη μοιραστούμε με άλλους. 

Creative Commons license logo