Θεματα

Ο Τύπος που δεν σωπαίνει στη Γεωργία: η ανεξάρτητη δημοσιογραφία υπό πολιορκία

Με τη Γεωργία να έχει κατρακυλήσει στην 135η θέση του Παγκόσμιου Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου το 2026, εν μέσω πρωτοφανούς εχθρότητας απέναντι στους δημοσιογράφους στην πρόσφατη Ιστορία της, το iMEdD μίλησε με εκπροσώπους τεσσάρων ανεξάρτητων μέσων ενημέρωσης για όσα αντιμετωπίζει η δημοσιογραφία στη χώρα: φυλακίσεις, επιθέσεις, νόμους περί «ξένων πρακτόρων» και το πρόβλημα της επιβίωσης.

«Από τότε που ξεκίνησα να εργάζομαι ως δημοσιογράφος το 1997, δεν θυμάμαι άλλη περίοδο στην πρόσφατη ιστορία της Γεωργίας με τόσο εχθρικό κλίμα απέναντι στους δημοσιογράφους, τους εργαζόμενους στα μέσα ενημέρωσης και την κοινωνία των πολιτών». Με αυτά τα λόγια η Ταμάρ Ρουχάτζε (Tamar Rukhadze), αναπληρώτρια διευθύντρια των γεωργιανών μέσων Batumelebi και Netgazeti, περιγράφει σε συνέντευξή της στο iMEdD την κατάσταση της ελευθερίας του Τύπου στη χώρα, χαρακτηρίζοντας τη σημερινή κατάσταση ως τη «χειρότερη» που έχει βιώσει στην επαγγελματική της πορεία.

Τα ανησυχητικά σχόλια της Ρουχάτζε αποτυπώνονται με σαφήνεια στον φετινό Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (RSF), όπου η Γεωργία κατατάσσεται στην 135η θέση ανάμεσα σε 180 χώρες, έχοντας υποχωρήσει κατά 21 θέσεις σε σχέση με το 2025. Η κυβέρνηση της χώρας, υπό την ηγεσία του κόμματος «Γεωργιανό Όνειρο», έχει εντείνει τα τελευταία χρόνια, ιδίως από το 2023 και μετά, την πίεση προς τα μέσα ενημέρωσης, με μια σειρά από περιοριστικούς νόμους που έχουν ως στόχο την αποδυνάμωση των ανεξάρτητων ΜΜΕ. Την ίδια ώρα, οι Γεωργιανοί δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν διαρκείς απειλές, είτε μέσω νομικών πιέσεων και οικονομικού εκφοβισμού είτε μέσω εκστρατειών δυσφήμισης και σωματικών επιθέσεων.

Από τότε που ξεκίνησα να εργάζομαι ως δημοσιογράφος το 1997, δεν θυμάμαι άλλη περίοδο στη σύγχρονη ιστορία της Γεωργίας με τόσο εχθρικό κλίμα απέναντι στους δημοσιογράφους, τους εργαζόμενους στα μέσα ενημέρωσης και την κοινωνία των πολιτών.

Ταμάρ Ρουχάτζε, αναπληρώτρια διευθύντρια των Batumelebi και Netgazeti

Η επιδείνωση της ελευθερίας του Τύπου στη Γεωργία εντάσσεται σε μια ευρύτερη διαδικασία δημοκρατικής οπισθοδρόμησης που βρίσκεται σε εξέλιξη στη χώρα. Στο πλαίσιο αυτό, έχει περιοριστεί σημαντικά το δικαίωμα στην ειρηνική διαμαρτυρία, έχουν οδηγηθεί στη φυλακή πολιτικοί της αντιπολίτευσης, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης έχει συρρικνωθεί, ενώ το αποτέλεσμα των εκλογών του Οκτωβρίου του 2024 ήταν διαμφισβητούμενο.

Αν και η Γεωργία είναι χώρα-υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ από το 2023, το κυβερνών κόμμα «Γεωργιανό Όνειρο», με ιδρυτή τον ολιγάρχη Μπιτζίνα Ιβανισβίλι (Bidzina Ivanishvili), έχει στρέψει τα τελευταία χρόνια την εξωτερική πολιτική της χώρας προς τη Ρωσία. Ωστόσο, μεγάλα τμήματα της γεωργιανής κοινωνίας παραμένουν έντονα φιλοευρωπαϊκά, ενώ κύμα διαδηλώσεων μαίνεται στη χώρα μετά τις αμφισβητούμενες εκλογές του Οκτωβρίου 2024 και την απόφαση της κυβέρνησης να αναστείλει τις προσπάθειες για την προώθηση της ενταξιακής πορείας της Γεωργίας στην ΕΕ έως το 2028, με διαδηλώσεις να πραγματοποιούνται καθημερινά εδώ και σχεδόν 17 μήνες.

Καθώς οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι στη Γεωργία εντείνονται σε αυτό το ολοένα πιο κατασταλτικό πολιτικό και νομικό περιβάλλον, άλλο τόσο ενισχύεται και η αποφασιστικότητά τους να επιβιώσουν.

Υποστηρικτές της γεωργιανής αντιπολίτευσης συμμετέχουν σε διαδήλωση κατά του νομοσχεδίου για τους «ξένους πράκτορες» στην Τιφλίδα της Γεωργίας, 1 Μαΐου 2024. Φωτογραφία: EPA / DAVID MDZINARISHVILI.

Η CEO στη φυλακή, οι συνάδελφοί της στις επάλξεις

Τα Batumelebi και Netgazeti έχουν πληρώσει βαρύ το τίμημα της ανεξάρτησιας. Η συνιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλος των δύο μέσων, Μζία Αμαγκλομπέλι (Mzia Amaglobeli), συνελήφθη στις 12 Ιανουαρίου 2025, μετά από επεισόδιο διαπληκτισμού με αξιωματούχο της αστυνομίας στο Μπατούμι, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Γεωργίας. Ακολούθησε δικαστική διαμάχη που χαρακτηρίστηκε ως «πολιτικά υποκινούμενη» από οργανώσεις υπεράσπισης της ελευθερίας του Τύπου, οι οποίες χαρακτήρισαν «δυσανάλογες» τις κατηγορίες εναντίον της Αμαγκλομπέλι. Η διευθύντρια των μέσων καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δύο ετών. Εν τω μεταξύ, τον Δεκέμβριο 2025, τιμήθηκε με το Βραβείο Ζαχάρωφ για την Ελευθερία της Σκέψης του Ευρωπαϊκού Κονοβουλίου. Η ίδια συνεχίζει να κρατείται υπό άθλιες συνθήκες. Η όρασή της, η οποία ήταν ήδη επιβαρυμένη πριν από τη φυλάκισή της, έχει πλέον σχεδόν χαθεί ολοκληρωτικά, λέει η Ρουχάτζε στο iMEdD, ενώ οι δικηγόροι της χρειάστηκαν έξι μήνες, για να εξασφαλίσουν άδεια, ώστε να εξεταστεί σε κλινική της επιλογής της, καθώς οι ιατρικές υπηρεσίες που παρέχονται από το σωφρονιστικό σύστημα δεν διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό, προσθέτει.

«Δεν είμαστε οι ίδιοι που ήμαστε πριν από αυτή τη φυλάκιση», λέει η Ρουχάτζε στο iMEdD, περιγράφοντας τις σοβαρές ψυχολογικές επιπτώσεις που είχε η καταδίκη της Αμαγκλομπέλι στα μέσα: «Το να γίνεσαι εσύ ο ίδιος είδηση είναι ο εφιάλτης κάθε δημοσιογράφου». Ακόμα και η κάλυψη της υπόθεσής της τους είναι δύσκολη, καθώς είναι σχεδόν αδύνατο για τους δημοσιογράφους των Batumelebi και Netgazeti να διαχωρίσουν τους εαυτούς τους από την Αμαγκλομπέλι. «Είναι σαν να κάνεις ρεπορτάζ για τον εαυτό σου», συνεχίζει.

Δεν είμαστε οι ίδιοι που ήμαστε πριν από αυτή τη φυλάκιση […] Το να γίνεσαι εσύ ο ίδιος είδηση είναι ο εφιάλτης κάθε δημοσιογράφου.

Ταμάρ Ρουχάτζε, αναπληρώτρια διευθύντρια των Batumelebi και Netgazeti

Την ίδια ώρα, η φυλάκισή της έχει λειτουργήσει ως κίνητρο για τους συναδέλφους της, οι οποίοι είναι αποφασισμένοι να μην εγκαταλείψουν τη δουλειά τους, τονίζει η Ρουχάτζε. Αρνούμενοι να αυτολογοκριθούν, οι δημοσιογράφοι των Batumelebi και Netgazeti συνεχίζουν αδιάλειπτα το έργο τους. «Το πρώτο πράγμα που έκανε η Μζία μετά τη σύλληψή της ήταν να στείλει ένα μήνυμα από τη φυλακή, καλώντας την ομάδα της να κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: ηθική δημοσιογραφία που ελέγχει την εξουσία και δίνει φωνή σε όσους τη χρειάζονται περισσότερο», σημειώνει.

Η Ταμάρ Ρουχάτζε, αναπληρώτρια διευθύντρια των Batumelebi και Netgazeti, στο Εφετείο του Κουταΐσι πριν από μία από τις ακροάσεις της Μζία Αμαγλομπέλι. Στα χέρια της κρατά την ειδική έκδοση των δύο μέσων με τίτλο «Μζία Αμαγλομπέλι – Κατηγορούμενη για την Αλήθεια», η οποία συγκεντρώνει τίτλους δημοσιευμάτων των Batumelebi και Netgazeti από περισσότερα από 20 χρόνια λειτουργίας τους. Ευγενική παραχώρηση: Ταμάρ Ρουχάτζε.

Όταν ο νόμος εργαλειοποιείται

Οι προσαγωγές και οι συλλήψεις δεν είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο η γεωργιανή κυβέρνηση χρησιμοποιεί τη νομοθεσία για να καταστείλει τα ανεξάρτητα μέσα της χώρας. Η Νίνο Μπακράτζε (Nino Bakradze), συνιδρύτρια και αρχισυντάκτρια του ερευνητικού μέσου iFact, λέει στο iMEdD ότι έχουν χάσει το 90% των εσόδων τους από τον Μάιο του 2025, εξαιτίας μιας σειράς νόμων που έχουν περιορίσει την πρόσβαση του μέσου σε χρηματοδότηση από το εξωτερικό, η οποία μέχρι τότε αποτελούσε την κύρια πηγή εσόδων του.

Τα γεωργιανά μέσα ενημέρωσης, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα άτομα που λαμβάνουν χρηματοδότηση από το εξωτερικό υποχρεούνται να εγγράφονται ως «ξένοι πράκτορες» βάσει νόμου του 2025 για την καταχώριση ξένων πρακτόρων (FARA), ενώ η μη συμμόρφωση επισύρει ποινικές κυρώσεις. Όταν αυτές οι διατάξεις συνδυάζονται με τις τροποποιήσεις του 2025 στον νόμο για τις επιχορηγήσεις, βάσει των οποίων απαιτείται κυβερνητική έγκριση πριν από τη χορήγηση επιχορηγήσεων από ξένους δωρητές σε Γεωργιανούς, οι λόγοι πίσω από τα οικονομικά προβλήματα του iFact γίνονται σαφείς.

Επειδή οι ξένες επιχορηγήσεις αποτελούσαν επί χρόνια βασική πηγή χρηματοδότησης για τα διαδικτυακά μέσα της Γεωργίας, όπως εξηγεί η Ρουχάτζε, τα οικονομικά προβλήματα του iFact δεν αποτελούν μεμονωμένη περίπτωση. Το Batumelebi και το Netgazet αντιμετωπίζουν αντίστοιχες οικονομικές δυσκολίες: «Προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να επιβιώσουμε, γιατί δεν μιλάμε για ανάπτυξη, για ένα φωτεινό μέλλον ή για επέκταση και επαγγελματική εξέλιξη. Μιλάμε απλώς για επιβίωση», τονίζει. Για τον Σουλχάν Μεσχιτζέ (Sulkhan Meskhidze), ιδρυτή και δημοσιογράφο του περιφερειακού μέσου Adjara Times, οι νόμοι αυτοί έχουν στερήσει τη δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης του μέσου στο οποίο εργάζεται, το οποίο ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 2023, όπως λέει στο iMEdD. Σήμερα παραμένει ο μοναδικός εργαζόμενος του μέσου, στηριζόμενος αποκλειστικά σε διαφημίσεις από τοπικές επιχειρήσεις.

Δεν μιλάμε για ανάπτυξη, για ένα φωτεινό μέλλον ή για επέκταση και επαγγελματική εξέλιξη. Μιλάμε απλώς για επιβίωση.

Ταμάρ Ρουχάτζε, αναπληρώτρια διευθύντρια των Batumelebi και Netgazeti.

Τον Μάρτιο του 2026, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση από το εξωτερικό περιορίστηκε ακόμη περισσότερο, όταν το γεωργιανό κοινοβούλιο ενέκρινε νέες τροποποιήσεις στον νόμο για τις επιχορηγήσεις, διευρύνοντας τον ορισμό της «επιχορήγησης». Οι αλλαγές αυτές αποτελούν την πιο πρόσφατη εξέλιξη σε μια διαδικασία που ξεκίνησε το 2023, όταν η κυβέρνηση του Γεωργιανού Ονείρου επιχείρησε να περάσει νόμο που θα υποχρέωνε μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που λαμβάνουν άνω του 20% της χρηματοδότησής τους από το εξωτερικό να εγγράφονται ως «ξένοι πράκτορες». Παρότι η ψήφιση του νομοσχεδίου παρεμποδίστηκε αρχικά μετά το κύμα διαδηλώσεων που ξέσπασε, ο «Νόμος για τη Διαφάνεια της Ξένης Επιρροής» – ευρύτερα γνωστός ως «ρωσικός νόμος», λόγω της ομοιότητάς του με τον ρωσικό νόμο περί «ξένων πρακτόρων» – τελικά εγκρίθηκε τον Μάιο του 2024. Τα Batumelebi και Netgazeti έχουν αρνηθεί να εγγραφούν ως ξένοι πράκτορες, λέει η Ρουχάτζε, όπως και τα περισσότερα ανεξάρτητα γεωργιανά μέσα.

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό νομικοπολιτικό περιβάλλον, η εμπιστοσύνη ανάμεσα σε πηγές και δημοσιογράφους έχει κλονιστεί, λέει η Μπακράτζε. Οι πολίτες στη Γεωργία είναι συχνά απρόθυμοι να μιλήσουν στους δημοσιογράφους του iFact και ζητούν να διατηρηθεί η ανωνυμία τους, φοβούμενοι τις πιθανές συνέπειες. Υπάρχουν, όπως σημειώνει, περιπτώσεις όπου άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους ή την πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές, καθώς άσκησαν δημόσια κριτική στην κυβέρνηση. Η περιορισμένη πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα — λόγω κυβερνητικών περιορισμών — έχει αναδειχθεί σε μία ακόμα σημαντική πρόκληση για το ερευνητικό μέσο, επιβραδύνοντας τη διεξαγωγή ρεπορτάζ. Πλέον, το iFact βασίζεται συχνά σε διεθνείς βάσεις δεδομένων για την άντληση πληροφοριών, όπως λέει η Μπακράτζε στο iMEdD.

 Νίνο Μπακράτζε, συνιδρύτρια και αρχισυντάκτρια του iFact. Ευγενική παραχώρηση: Νίνο Μπακράτζε.

Επιθέσεις, εκστρατείες δυσφήμισης και παρακολουθήσεις

Η άσκηση της δημοσιογραφίας γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη για τους δημοσιογράφους στη Γεωργία. Από το 2023 έχουν καταγραφεί 65 περιστατικά σωματικών επιθέσεων και 83 λεκτικών επιθέσεων κατά Γεωργιανών δημοσιογράφων, σύμφωνα με την πλατφόρμα Mapping Media Freedom του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ελευθερία του Τύπου και των Μέσων Ενημέρωσης (ECPMF).

Ο Σουλχάν Μεσχιτζέ, ο οποίος ξεκίνησε να εργάζεται ως δημοσιογράφος το 2010, έχει έρθει πολλές φορές αντιμέτωπος με σωματική και λεκτική παρενόχληση, ενώ την τελευταία πενταετία τα περιστατικά έχουν ενταθεί, λέει στο iMEdD, επισημαίνοντας ότι σχεδόν σε κάθε δεύτερη αποστολή του στο πεδίο για τις ανάγκες ρεπορτάζ γίνεται στόχος επιθέσεων. Σε ένα από τα πιο πρόσφατα περιστατικά, στις 7 Μαΐου 2026, ο Μεσχιτζέ αναφέρει πως δέχθηκε επίθεση από ομάδα ατόμων που εργάζονταν στο Δημαρχείο του Δήμου Χελβατσαούρι στο Μπατούμι, ενώ προσπαθούσε να ασκήσει τα επαγγελματικά του καθήκοντα. Ένας από τους δράστες της επίθεσης, συνεχίζει., επιχείρησε να του αφαιρέσει και να του σπάσει το μικρόφωνο.

Η σοβαρότερη επίθεση που έχει δεχθεί ο Μεσχιτζέ σημειώθηκε τον Φεβρουάριο του 2025, ενώ κάλυπτε τον θάνατο δύο παιδιών σε εργοτάξιο δημόσιου έργου υποδομής, σε περιοχή του Μπατούμι με την ονομασία «Dream City». Κατά τη διεξαγωγή έρευνας για τους υπεύθυνους της τραγωδίας, ομάδα ατόμων άρχισε να του πετά πέτρες, απαιτώντας να αποχωρήσει. Σύμφωνα με τον Μεσχιτζέ, οι δράστες ήταν κάτοικοι της περιοχής και υποστηρικτές της κυβέρνησης.

Και στα δύο περιστατικά, η αστυνομία ήταν παρούσα, όπως λέει ο Μεσχιτζέ, αλλά δεν έκανε απολύτως τίποτα για να τον προστατεύσει. Ακόμα και όταν — σε άλλες περιπτώσεις —κατάφερε να καταγράψει αποδεικτικά στοιχεία για τις επιθέσεις και να τα δημοσιοποιήσει, οι αρχές παρέμειναν αδιάφορες. «Ουσιαστικά είμαι απροστάτευτος», τονίζει.

Το iFact πρόσφατα βρέθηκε αντιμέτωπο με μια διαφορετική μορφή επίθεσης, αυτή των εκστρατειών δυσφήμισης. Όπως περιγράφει η Μπακράτζε, μετά τη δημοσίευση έρευνας του μέσου για τη διακίνηση ρωσικού πετρελαίου μέσω γεωργιανών λιμανιών παρά τις διεθνείς κυρώσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να συμπεριλάβει το λιμάνι Κουλέβι της Γεωργίας σε μια πιθανή λίστα κυρώσεων. Στη συνέχεια, τον Μάρτιο του 2026, φιλοκυβερνητικά μέσα «μας χαρακτήρισαν πράκτορες της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών, επειδή η βρετανική κυβέρνηση είναι ιδιαίτερα ενεργή στο ζήτημα των κυρώσεων», εξηγεί η Μπακράτζε.

Αυτή ήταν μία μόνο από τις εκστρατείες δυσφήμισης που δέχθηκε το iFact τον Μάρτιο, καθώς το μέσο στοχοποιήθηκε για δεύτερη φορά από φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ, εξαιτίας μίας έρευνας για τα περιουσιακά στοιχεία του υπουργού Εσωτερικών της Γεωργίας. Παραδόξως, αυτές οι επιθέσεις φαίνεται να ενίσχυσαν το iFact, καθώς έφεραν μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα στο έργο του, σημειώνει η Μπακράτζε. Ωστόσο, αν και η κατάσταση αυτή «δεν είναι ιδιαίτερα αγχωτική για εμάς, καθώς έχει γίνει κανονικότητα», προσθέτει πως «εξακολουθεί να επιβαρύνει ψυχολογικά τις οικογένειές μας».

Η φυσική και ψηφιακή παρακολούθηση αποτελεί ακόμα μία μεγάλη πρόκληση για το iFact. «Πολλές φορές βλέπουμε ανθρώπους των κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας γύρω μας, οπότε κι αυτό έχει γίνει κάπως φυσιολογικό. Μας ανησυχεί περισσότερο όταν δεν τους βλέπουμε», λέει η Μπακράτζε. Τα τηλέφωνά τους επίσης παρακολουθούνται, συνεχίζει, ενώ οι κυβερνοεπιθέσεις έχουν γίνει συχνό φαινόμενο, αν και προς το παρόν τα πρωτόκολλα ψηφιακής ασφάλειας του iFact καταφέρνουν να τις αποκρούσουν.

Πολλές φορές βλέπουμε ανθρώπους των κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας γύρω μας, οπότε κι αυτό έχει γίνει κάπως φυσιολογικό. Μας ανησυχεί περισσότερο όταν δεν τους βλέπουμε.

Νίνο Μπακράτζε, συνιδρύτρια και αρχισυντάκτρια του iFact
Ο Σουλχάν Μεσχιτζέ, ιδρυτής του Adjara Times, καλύπτει δημοσιογραφικά μια διαδήλωση. Ευγενική παραχώρηση: Σουλχάν Μεσχιτζέ

Στρατηγικές επιβίωσης: Από την οινογευσία μέχρι τη γιόγκα

Η Μπακράτζε, που συνίδρυσε το iFact το 2016, λέει στο iMEdD ότι σήμερα δεν θα έπαιρνε την απόφαση να δημιουργήσει ένα μέσο. «Όταν ξεκινάς τη Δευτέρα, δεν ξέρεις αν θα φτάσεις μέχρι την Παρασκευή», όπως λέει χαρακτηριστικά. Τι είναι αυτό που της δίνει δύναμη να συνεχίσει; Η στήριξη και η εμπιστοσύνη των υποστηρικτών τους, λέει, αλλά και η αποστολή του iFact να μεταφέρει την αλήθεια «σε μια κοινωνία που τη χρειάζεται απεγνωσμένα αυτή τη στιγμή».

Από τότε που έχασαν τα έσοδά τους από τις ξένες επιχορηγήσεις, το iFact βασίζεται πλέον αποκλειστικά σε έσοδα που προέρχονται από τη Γεωργία, εξηγεί η Μπακράτζε, τα οποία προσκομίζουν μέσω της πώλησης ενός μηνιαίου newsletter για την παράκαμψη των κυρώσεων, ενώ ταυτόχρονα έχει εισαγάγει το μοντέλο των αναγνωστών ως μελών στη Γεωργία, όπως αναφέρει η ίδια. Πηγή εσόδων αποτελούν επίσης οι εκδηλώσεις, με το iFact να διοργανώνει τον Μάιο του 2026 μια εκδήλωση γευσιγνωσίας κρασιού.

Αυτό που βοηθά τους δημοσιογράφους του iFact να διαχειρίζονται το άγχος τους είναι το να παραμένουν διαρκώς απασχολημένοι και να βλέπουν τον αντίκτυπο των ερευνών τους, λέει η Μπακράτζε, προσθέτοντας ότι «κάνουμε επίσης γιόγκα ομαδικώς». Ο Σουλχάν Μεσχιτζέ, που αντιμετωπίζει κι εκείνος άγχος και επισκέπτεται περιστασιακά ψυχολόγο, ανησυχεί κυρίως για το στρες που αντιμετωπίζει η οικογένειά του, η οποία ζει με τον συνεχή φόβο για την ασφάλειά του και συχνά τον προτρέπει να μετριάσει τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα. Ο Μεσχιτζέ, ωστόσο, σκοπεύει να συνεχίσει κανονικά τη δουλειά του, όπως λέει στο iMEdD, λόγω της ευθύνης που αισθάνεται απέναντι στην κοινωνία της Γεωργίας.

«Τα φώτα πρέπει να παραμείνουν αναμμένα»

Τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης της Γεωργίας έχουν επίσης ενώσει τις δυνάμεις τους δημιουργώντας το Sinatle Media, ένα δίκτυο αλληλεγγύης και βιωσιμότητας που απαρτίζεται από 22 διαδικτυακά μέσα. Μιλώντας στο iMEdD η πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Sinatle και δημοσιογράφος στο ερευνητικό μέσο Studio Monitor, Τέο Καβταράτζε (Teo Kavtaradze), λέει ότι η ανάγκη για την ανάπτυξη ενός ενιαίου μετώπου έγινε ακόμη πιο επιτακτική τον Απρίλιο του 2025, μετά την ψήφιση του νόμου που απαιτεί την έγκριση της κυβέρνησης για τη λήψη ξένων επιχορηγήσεων. Έπειτα από μια μακρά γραφειοκρατική διαδικασία, το Sinatle Media συστήθηκε τον Ιούλιο του 2025. Όλοι οι Γεωργιανοί δημοσιογράφοι που μίλησαν στο iMEdD εργάζονται σε μέσα που συμμετέχουν στο δίκτυο.

Στα γεωργιανά, η λέξη «Sinatle» σημαίνει «φως», μια ονομασία που παραπέμπει στη σχέση ανάμεσα στην ανεξάρτητη δημοσιογραφία και την αλήθεια. Τόσο το όνομα όσο και το σύνθημα του δικτύου, «Τα φώτα πρέπει να μείνουν αναμμένα», επιλέχθηκαν για να εκφράσουν μια κοινή πεποίθηση: «Εάν σβήσουν τα φώτα, θα σβήσει μαζί τους και η αλήθεια», τονίζει η Καβταράτζε.

Στα γεωργιανά, η λέξη «Sinatle» σημαίνει «φως», μια ονομασία που παραπέμπει στη σχέση ανάμεσα στην ανεξάρτητη δημοσιογραφία και την αλήθεια.

Μία από τις βασικές λειτουργίες του Sinatle Media είναι η συγκέντρωση πόρων, οι οποίοι στη συνέχεια κατανέμονται στα 22 μέλη του δικτύου, ανάλογα με το μέγεθος και τις ανάγκες τους, εξηγεί η Καβταράτζε. Μέσα από μια σειρά εκδηλώσεων, όπως εκθέσεις βιβλίου, υπαίθριες αγορές και δημοπρασίες έργων τέχνης, το Sinatle έχει καταφέρει να συγκεντρώσει 260.000 γεωργιανά λάρι (περίπου 84.000 ευρώ).

Το δίκτυο στηρίζει την οργανωτική ανάπτυξη των μελών του, ενώ ταυτόχρονα παρέχει υπηρεσίες επιμερισμού κόστους, οι οποίες αποδείχθηκαν ιδιαίτερα χρήσιμες τον Δεκέμβριο του 2025, κατά τη διάρκεια εκστρατείας δυσφήμισης σε βάρος του δικτύου. Το Sinatle Media βοήθησε τα μέλη του να εξασφαλίσουν νομική υποστήριξη για να αντικρούσουν τις κατηγορίες, την οποία δεν θα είχαν τη δυνατότητα να καλύψουν οικονομικά σε διαφορετική περίπτωση.

Για πρώτη φορά, εμείς [τα γεωργιανά μέσα] ουσιαστικά βοηθάμε το ένα το άλλο και χτίζουμε αυτήν την αλληλεγγύη συλλογικά.

Τέο Καβταράτζε, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του Sinatle Media

Ένα από τα βασικά επιτεύγματα του Sinatle, σύμφωνα με την Καβταράτζε, είναι ότι «για πρώτη φορά, εμείς [τα γεωργιανά μέσα] ουσιαστικά βοηθάμε το ένα το άλλο […] και χτίζουμε αυτήν την αλληλεγγύη συλλογικά». Τα λόγια της βρίσκουν σύμφωνη την Μπακράτζε: «Πιο πολύτιμη και πιο σημαντική για μένα από τα χρήματα είναι η αλληλεγγύη και η ενότητα των γεωργιανών διαδικτυακών μέσων, καθώς και η διάθεσή τους να αλληλοστηρίζονται». Για τη Ρουχάτζε, το Sinatle Media αποτελεί «ένα πολύ ξεχωριστό παράδειγμα ενότητας και αλληλεγγύης που δεν έχουμε ξαναδεί στη χώρα αυτή».