Snapshot from the Radio Workshop training in the context of SNF Nostos 2026
Θεματα

Η αδρεναλίνη και η τέχνη των νέων ρεπόρτερ στο πεδίο

Ο Μάικ Ρέιφαλντ, του Radio Workshop, μίλησε στο iMEdD για το πόσο κρίσιμο είναι οι δημοσιογράφοι στα πρώτα τους βήματα να αποκτούν εμπειρίες έξω από την αίθουσα διδασκαλίας και μακριά από τις οθόνες τους. Ύστερα από μια εβδομάδα ζωντανών ραδιοφωνικών εκπομπών και μια σειρά βιντεοσκοπημένων συνεντεύξεων στο SNF Νόστος 2026, νέοι παραγωγοί από τη Νότια Αφρική, την Ελλάδα και τη Ζάμπια συμφώνησαν – και περιέγραψαν πώς είναι να κάνεις ρεπορτάζ έξω από τα νερά σου.

Κεντρική εικόνα: Οι νέες παραγωγοί Πέτρα Παπαπέτρου (αριστερά) and Ayesha Ralekgetho (δεξιά) κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικής δράσης, στο SNF Nostos 2026. Φωτογραφία: Πέτρος Τουφεξής/iMEdD.

Ο Μάικ Ρέιφαλντ (Mike Rahfaldt), συνιδρυτής και εκτελεστικός παραγωγός του Radio Workshop, σπούδαζε μουσική και ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και έκανε τον DJ στον ραδιοφωνικό σταθμό της σχολής του, όταν ένα πρότζεκτ προφορικής ιστορίας για τα 50 χρόνια από την ιστορική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Μπράουν εναντίον Σχολικού Οργανισμού (Brown v. Board of Education) άλλαξε την πορεία της καριέρας του.

«Κάποιος καθηγητής με ρώτησε αν θα ήθελα να δουλέψω με μια ομάδα μαθητών λυκείου σε ένα πρότζεκτ προφορικής ιστορίας, μαζί με τον τοπικό σταθμό του National Public Radio. Και δεν είχα καμία εκπαίδευση. Δεν είχα απολύτως καμία δεξιότητα», θυμάται. Του μπήκε, όμως, αμέσως στο μυαλό. «Ήταν αποκάλυψη, γιατί μπόρεσα να δω πόσο φρέσκες ερωτήσεις έκαναν αυτά τα παιδιά, οι μαθητές του λυκείου. Είχαν μοναδική ματιά, από τη δική τους πλευρά. Με έβαλε πραγματικά να σκεφτώ ότι μερικές φορές δεν αναρωτιόμαστε αρκετά ποιος είναι αυτός που κάνει την ερώτηση».

Ταγμένοι στον ήχο

Από τότε, ο Ρέιφαλντ αφιέρωσε τη ζωή του στην εκπαίδευση νέων στη ραδιοφωνική παραγωγή. Το Radio Workshop, που το 2027 κλείνει είκοσι χρόνια, συνεργάζεται με τοπικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς σε δέκα αφρικανικές χώρες, δίνοντας σε φοιτητές και μαθητές λυκείου την ευκαιρία να παράγουν ραδιοφωνικές εκπομπές και podcast, να μαθαίνουν τεχνικές συνέντευξης και τις βασικές αρχές της παραγωγής και της μεταπαραγωγής.

Ο Μάικ Ρέιφαλντ. Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση: Radio Workshop.

Γίνεται τόσο πολλή δημοσιογραφία γραφείου. Έχω την αίσθηση ότι πολλά παιδιά τρομοκρατούνται όλο και περισσότερο από το να μιλήσουν πραγματικά σε ανθρώπους. Μόλις, όμως, το κάνουν, σκέφτονται ότι η δημοσιογραφία είναι όντως αυτό το πολύ ζωντανό πράγμα με το οποίο θα ήθελαν να ασχοληθούν.

Μάικ Ρέιφαλντ, συνιδρυτής και εκτελεστικός παραγωγός, Radio Workshop

«Είμαστε, πράγματι, ταγμένοι στη διάδοση της ηχητικής παραγωγής», λέει ο Ρέιφαλντ. Οι κοινωνικές, τεχνικές, συγγραφικές και οργανωτικές δεξιότητες που αποκτούν οι νεαροί ρεπόρτερ, λέει, τους δίνουν πλεονέκτημα έναντι των συνομηλίκων τους.

«Γίνεται τόσο πολλή δημοσιογραφία γραφείου», λέει ο Ρέιφαλντ. «Βλέπεις κάποιον, ίσως κάτω από ασφυκτική πίεση, να προσπαθεί να στήσει ένα ρεπορτάζ από δυο-τρία δελτία Τύπου. Δεν βλέπεις πια ούτε καν μια δήλωση που δίνει χρώμα. Και αυτό το βρίσκω πολύ λυπηρό. Χρειαζόμαστε φωνές. Πρέπει να μιλάμε με ανθρώπους. Έχω την αίσθηση ότι πολλά από τα νέα παιδιά με τα οποία δουλεύουμε τρομοκρατούνται όλο και περισσότερο από αυτό — από το να μιλήσουν πραγματικά σε ανθρώπους, να πλησιάσουν πραγματικά ανθρώπους. Μόλις, όμως, βρεθούν στη θέση να το κάνουν, και καθώς συνειδητοποιούν τι βγαίνει από αυτήν την επαφή ανθρώπου με άνθρωπο, νιώθουν απελευθερωμένα ή πραγματικά ενθουσιασμένα, ή σκέφτονται ότι η δημοσιογραφία είναι όντως αυτό το πολύ ζωντανό πράγμα με το οποίο θα ήθελαν να ασχοληθούν».

Οι νέες παραγωγοί Δήμητρα Νικολουδάκη (αριστερά) and Sisipho Gwebu (δεξιά) κατά τη διάρκεια εκπαιδευτικής δραστηριότητας, στο SNF Nostos 2026. Φωτογραφία: Πέτρος Τουφεξής/iMEdD.

3, 2, 1 – είμαστε στον αέρα 

Πρόσφατα, το Radio Workshop, που υποστηρίζεται από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, επέστρεψε στην Αθήνα, για να συμμετάσχει στο SNF Νόστος 2026. Ο Ρέιφαλντ και αρκετά μέλη της ομάδας του, ήρθαν μαζί με δώδεκα νέους ρεπόρτερ, ηλικίας 19 έως 28 ετών, από τη Νότια Αφρική και τη Ζάμπια, για να στελεχώσουν έναν pop-up ραδιοφωνικό σταθμό. Μαζί τους, βρέθηκαν δέκα φοιτητές δημοσιογραφίας και επικοινωνίας από τέσσερα ελληνικά πανεπιστήμια. Όλοι μαζί, μετέδωσαν ζωντανές εκπομπές, θεματικά συνδεδεμένες με το SNF Nostos, σε όλη τη διάρκεια της εβδομάδας του φεστιβάλ. Με τη δημοσιογραφική ομάδα του iMEdD να συντονίζει το εγχείρημα και να καθοδηγεί επιπλέον βιντεοπαραγωγές, οι συνολικά 22 μελλοντικοί δημοσιογράφοι συμμετείχαν, επίσης, στη δημιουργία μιας σειράς σύντομων βιντεοσκοπημένων συνεντεύξεων με επιλεγμένους ομιλητές του φεστιβάλ.

Δουλεύοντας σε ομάδες, οι νεαροί ρεπόρτερ είχαν μόλις τρεις ημέρες, για να μάθουν να χειρίζονται τον εξοπλισμό ηχογράφησης, να εξασκηθούν σε τεχνικές συνέντευξης, να εξοικειωθούν με το να σταματούν περαστικούς για δηλώσεις δρόμου και να γράψουν τα κείμενά τους, πριν από την πρώτη τους εκπομπή.

«Είναι πάντα λίγο τρομακτικό για εμάς, γιατί δουλεύουμε με μια ομάδα δημοσιογράφων που τους ξέρουμε ως έναν βαθμό, αλλά δεν ξέρουμε πλήρως πώς αντέχουν στην πίεση», παραδέχεται ο Ρέιφαλντ. «Το να κάνεις, λοιπόν, τρεις εκπομπές την ημέρα, μίας ώρας η καθεμία, με πολύ προετοιμασμένο υλικό, είναι πάρα πολύ… Το να τα βγάζεις πέρα με αυτόν τον όγκο, με το μέγεθος του πράγματος, είναι κομμάτι αυτής της εμπειρίας που σου κόβει την ανάσα. Τρία, δύο, ένα, και είσαι στον αέρα. Πάμε να δούμε τι θα γίνει. Και έμεινα κυριολεκτικά άναυδος με την ικανότητα των νεαρών ρεπόρτερ να το κάνουν αυτό».

Δημοσιογραφία στην πράξη για πρώτη φορά  

Στο τέλος της εβδομάδας, και οι 22 νεαροί ρεπόρτερ είπαν στον Ρέιφαλντ ότι η ευκαιρία να πάρουν συνέντευξη από τόσους «μεγάλους και σπουδαίους» ανθρώπους ήταν μια εμπειρία ζωής. Πολλοί ανέφεραν ότι δεν είχαν έρθει ποτέ σε επαφή με αυτού του είδους την εφαρμοσμένη δημοσιογραφία.

Οι περισσότερες συνεντεύξεις που είχα πάρει μέχρι τότε είχαν γίνει είτε μέσα από μια οθόνη είτε μέσω διαδικτυακών συνομιλιών. Μέσα από μια οθόνη, χάνεται η ζεστασιά μιας πραγματικής κουβέντας και, μαζί της, ένα μέρος της ουσίας της συνέντευξης.

Ευαγγελία Βέργου, φοιτήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η 23χρονη Ευαγγελία Βέργου, προπτυχιακή φοιτήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ανέφερε, σε γραπτό της σημείωμα προς το iMEdD, ότι μέχρι το SNF Nostos πίστευε πως οι συνεντεύξεις πρέπει να έχουν αυστηρή δομή και ύφος.

«Στο SNF Nostos, όμως, έμαθα ότι μια συνέντευξη δεν χρειάζεται να περιορίζεται μόνο σε αυτό. Το δικό μου ζητούμενο κατά τη διάρκεια της συμμετοχής μου ήταν να γνωρίσω ουσιαστικά τους ανθρώπους που είχα απέναντί μου: να καταλάβω από πού προέρχονται, πώς σκέφτονται, τι επικρατεί μέσα τους και, τελικά, γιατί βρίσκονταν εκεί, εκείνη τη στιγμή», λέει η Βέργου. Στο SNF Nostos 2026, βίωσε, επίσης, από πρώτο χέρι την οικειότητα μιας συνέντευξης πρόσωπο με πρόσωπο.

«Οι περισσότερες συνεντεύξεις που είχα πάρει μέχρι τότε είχαν γίνει είτε μέσα από μια οθόνη είτε μέσω διαδικτυακών συνομιλιών. Τη διαφορά στη δυναμική την παρατήρησα μέσα από δύο συνεντεύξεις με τον ίδιο άνθρωπο. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε ζωντανά, στον αέρα του φεστιβάλ, ενώ η δεύτερη έγινε μέσω διαδικτυακής κλήσης, όταν είχε ήδη επιστρέψει στη χώρα του. Μέσα από μια οθόνη, χάνεται η ζεστασιά μιας πραγματικής κουβέντας και, μαζί της, ένα μέρος της ουσίας της συνέντευξης –μια αποξένωση που έχουμε συνηθίσει και μέσα στην οποία νιώθουμε ασφαλείς. Όσο άνετα, όμως, κι αν νιώθουμε μέσω της απόστασης ασφαλείας, η σύνδεση μεταξύ ενός δημοσιογράφου και ενός συνεντευξιαζόμενου χρειάζεται ένα πλαίσιο οικειότητας για να αναπτυχθεί». 

Οι νέες παραγωγοί Μελίνα Θεοδοσίου (αριστερά) και Curtis Mkhize (δεξιά) σε ζωντανή εκπομπή. Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση Radio Workshop.

Ο Γκίμπσον Ζούλου (Gibson Zulu), 28 ετών, από τη Ζάμπια, φοιτητής στο Πανεπιστήμιο Cavendish, λέει ότι έμεινε εντυπωσιασμένος από τον τεχνικό εξοπλισμό που είχε την ευκαιρία να χειριστεί. Ελπίζει, όπως λέει, να μάθει να χρησιμοποιεί με άνεση τα μικρόφωνα, τις κάμερες και τα προγράμματα μοντάζ που χρησιμοποιήθηκαν στο SNF Nostos.

«Τα πανεπιστήμιά μας δεν προσφέρουν πραγματικά πρακτικές δεξιότητες… Eίναι μόνο θεωρίες, θεωρίες, θεωρίες, και υπάρχει περίπτωση, όταν πάρεις το πτυχίο σου και βγεις στο πεδίο, να μην μπορείς να πάρεις μια συνέντευξη», λέει ο Ζούλου σε ηχητικό μήνυμα που έστειλε για τις ανάγκες αυτού του άρθρου.

Η Μίλα Μαντλινγκόζι, 23 ετών, φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Rhodes της Νότιας Αφρικής, συμφωνεί.

«Το SNF Nostos με έβαλε πραγματικά στη δοκιμασία να πλησιάσω ανθρώπους που δεν είχα ξανασυναντήσει, να κάνω ουσιαστικές ερωτήσεις και να προσαρμόζω το ύφος της συνέντευξης ανάλογα με τον συνομιλητή. Ναι, τα είχαμε μάθει αυτά στην τάξη, αλλά εδώ ήταν όντως “αληθινά”. Με έβγαλε πραγματικά από τη ζώνη ασφαλείας μου και με έκανε πιο σίγουρη για τον εαυτό μου ως δημοσιογράφο», λέει η Μαντλινγκόζι.

Εν τω μεταξύ, η 22χρονη Πέτρα Παπαπέτρου, προπτυχιακή φοιτήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, δήλωσε στο iMEdD ότι «εάν δεν υπήρχε αυτή η ευκαιρία, μπορεί να είχα πάρει εντελώς διαφορετική πορεία». Η αβεβαιότητά της οφειλόταν στο ότι δεν είχε ασκήσει ξανά τη δημοσιογραφία στην πράξη, σε επαγγελματικό περιβάλλον. Η εμπειρία του SNF Nostos, γράφει, «εδραίωσε την απόφασή μου να ακολουθήσω τη δημοσιογραφία».

To κόστος της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης  

Ο Ρέιφαλντ πιστεύει ότι εν μέρει ευθύνεται η κανονικοποίηση της εξ αποστάσεως εργασίας μετά την πανδημία.

«Ένα τεράστιο ζήτημα σε πολλά από τα πανεπιστήμια με τα οποία έρχομαι σε επαφή είναι ότι πολλά τμήματα έχουν στραφεί πολύ περισσότερο στην εξ αποστάσεως λειτουργία. Οι καθηγητές, ας πούμε, δουλεύουν δύο μέρες την εβδομάδα στην πανεπιστημιούπολη και τις υπόλοιπες από το σπίτι. Και αυτό είναι υπέροχο για εκείνους. Για τους φοιτητές, όμως, το θεωρώ καταστροφικό. Οι φοιτητές πρέπει να είναι στην αίθουσα, πρέπει να κάνουν πράγματα. Χρειάζεται πολύ περισσότερη αλληλεπίδραση», λέει ο Ρέιφαλντ.

Οι άνθρωποι χρειάζεται να ξέρουν πώς να έρχονται σε επαφή με ανθρώπους. Οι δημοσιογράφοι πρέπει να βρεθούνσε άβολα περιβάλλοντα, να κάνουν άβολες ερωτήσεις – έτσι εξελίσσεσαι. Εάν οι σχολές δημοσιογραφίας δεν το διευκολύνουν αυτό, ανησυχώ πολύ για το μέλλον της δημοσιογραφίας.

Mike Rahfaldt, Radio Workshop co-founder and executive producer

Αυτό που τον ανησυχεί είναι ότι οι αίθουσες σύνταξης και όσοι τις διευθύνουν ενδιαφέρονται περισσότερο να επενδύσουν στις τελευταίες τεχνολογίες, παρά να σκεφτούν πώς θα έχουν πιο ουσιαστική επαφή με τους ανθρώπους.

«Το μόνο που ακούω συνέχεια είναι “πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη στη δημοσιογραφία; Πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη στα newsroom;”. Και καταλαβαίνω την ανάγκη να παλέψει κανείς με αυτό. Οι άνθρωποι, όμως, χρειάζεται και να ξέρουν να γράφουν. Και χρειάζεται να ξέρουν πώς να έρχονται σε επαφή με ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν. Και ανησυχώ πραγματικά ότι αυτό μένει στην άκρη, σε ένα κομμάτι της δημοσιογραφικής εκπαίδευσης που έχω δει από κοντά. Οι δημοσιογράφοι απλώς πρέπει να βγουν έξω. Πρέπει να μιλήσουν με ανθρώπους. Πρέπει να βρεθούν σε άβολα περιβάλλοντα, να κάνουν άβολες ερωτήσεις και να τα βγάλουν πέρα με αυτό. Έτσι εξελίσσεσαι ως δημοσιογράφος. Και αν οι σχολές δημοσιογραφίας δεν το διευκολύνουν αυτό, ανησυχώ πολύ για το μέλλον της δημοσιογραφίας».

Νέοι παραγωγοί και μέλη της ομάδας του Radio Workshop μετά την τελευταία ζωντανή εκπομπή τους στο SNF Nostos 2026. Φωτογραφία: Κέλλυ Κική/ iMEdD.

Στη διάρκεια του SNF Nostos, η 19χρονη Μελίνα Θεοδοσίου, προπτυχιακή φοιτήτρια στο Τμήμα Ψηφιακών Μέσων και Επικοινωνίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, ήταν μία εκ των νέων ρεπόρτερ που ταξίδεψαν στην Οργάνη, ένα απομακρυσμένο χωριό στη βόρεια Ελλάδα. Λέει ότι ένιωθε αμήχανα καθώς έπαιρνε συνεντεύξεις από κατοίκους, και περιέγραψε στο iMEdD πώς κατάφερε να ξεπεράσει την αμηχανία της επιτόπου.

«Στην αρχή ένιωθα ότι μπαίναμε στον προσωπικό χώρο των κατοίκων και αναρωτιόμουν εάν θα ένιωθαν άνετα να μας μιλήσουν. Κατάλαβα ότι δεν ήταν εύκολο ούτε για εκείνους, ειδικά όταν κάποιοι δεν μιλούσαν άπταιστα ελληνικά και υπήρχε ένα επιπλέον εμπόδιο στην επικοινωνία», γράφει η Θεοδοσίου. «Καθώς άρχισα, όμως, να μιλάω μαζί τους, αυτή η αμηχανία σιγά σιγά εξαφανίστηκε. Προσπάθησα να ακούσω πραγματικά αυτά που μου έλεγαν και να δείξω αληθινό ενδιαφέρον για τις ιστορίες τους. Τότε, κατάλαβα ότι συχνά η πιο σημαντική δεξιότητα δεν είναι να κάνεις την “τέλεια” ερώτηση, αλλά να χτίσεις μια σχέση εμπιστοσύνης με τον άνθρωπο που κάθεται απέναντί σου».