Αναλυση

Η εποχή των ελληνικών και εβραϊκών φιλοδοξιών για την ίδρυση έθνους-κράτους – Το κείμενο

Με την κατάρρευση των αυτοκρατοριών, οι εθνικές ιδεολογίες επιδιώκουν να αποκτήσουν κρατική υπόσταση. Το πρώτο κείμενο της μεγάλης ανάλυσης του iMEdD.

Στο κέντρο της Αθήνας και του Τελ Αβίβ, πολλοί δρόμοι φέρουν τα ονόματα Βρετανών ευεργετών, σε αναγνώριση του ρόλο που αυτοί έπαιξαν στη δημιουργία του ελληνικού και του ισραηλινού κράτους αντίστοιχα.

Κοντά στην πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα, η πλατεία Κάνιγγος καταλήγει στην οδό Τζωρτζ, που εκτείνεται σε δύο τετράγωνα. Αν και τα ονόματα χρονολογούνται από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους το 1832, παραπέμπουν σε έναν Βρετανό υπουργό Εξωτερικών και έναν Ιρλανδό μισθοφόρο. Ο George Canning προσέφερε διπλωματική και οικονομική υποστήριξη στους Έλληνες επαναστάτες κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ έστειλε τον Richard Church να συγκροτήσει έναν στρατό από ανομοιογενείς και συχνά αντιμαχόμενες επαναστατικές ομάδες. Η ελληνική ευγνωμοσύνη προς τη Βρετανία δεν περιορίζεται στην εποχή της συγκρότησης του ελληνικού κράτους. Η κεντρική πλατεία Κοραή του Πειραιά έφερε το όνομα του Βρετανού πρωθυπουργού Winston Churchill για μία δεκαετία, σε αναγνώριση του ρόλου που έπαιξε εκείνος το 1944 στο να παραμείνει η Ελλάδα μη κομμουνιστική χώρα.

Στο κέντρο του Τελ Αβίβ, ακόμη περισσότεροι δρόμοι έχουν ονομαστεί προς τιμήν Βρετανών που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του Ισραήλ. Η λεωφόρος Ρότσιλντ είναι αφιερωμένη στον λόρδο Walter Rothschild, ηγέτη της βρετανικής εβραϊκής κοινότητας, στον οποίο απεστάλη το 1917 η σημαντική Διακήρυξη Μπάλφουρ, που υποσχόταν μια εβραϊκή πατρίδα στην Παλαιστίνη κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Γεωργίου Ε’, από τον οποίο έχει πάρει το όνομά του ένας άλλος δρόμος. Η οδός Άλενμπι παραπέμπει στον στρατηγό που πήρε την Ιερουσαλήμ από τους Οθωμανούς το 1917 και στη συνέχεια ενημέρωσε τους Άραβες συμμάχους του, που μόλις είχαν διώξει τους Τούρκους από τη Δαμασκό, ότι η Βρετανία σκόπευε να δημιουργήσει ένα εβραϊκό κράτος στην Παλαιστίνη, υπαναχωρώντας ως προς το παναραβικό κράτος που τους είχε υποσχεθεί το Λονδίνο.

Η ονοματοδοσία δρόμων στην Αθήνα και στο Τελ Αβίβ προς τιμήν επιφανών Βρετανών αποκαλύπτει σε ποιον βαθμό το ελληνικό και το ισραηλινό κράτος χρωστούν στη Βρετανία την ύπαρξή τους. Αλλά γιατί αποτέλεσε διπλωματική, στρατιωτική και οικονομική προτεραιότητα για το Λονδίνο να διασφαλίσει ότι αυτές οι δύο χώρες θα δημιουργηθούν σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο του ενός αιώνα η μία από την άλλη στην Ανατολική Μεσόγειο; Σε ποιο βαθμό αποσκοπούσε η ίδρυσή τους στην αντιμετώπιση των ρωσικών φιλοδοξιών στη Μεσόγειο; Και γιατί θα πρέπει να μας απασχολούν γεγονότα που έλαβαν χώρα έως και διακόσια χρόνια πριν;

Έχει σημασία γιατί οι ίδιοι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί που ώθησαν τη Βρετανία να φέρει στη ζωή δύο μεσογειακά έθνη επαναλαμβάνονται τώρα στις ίδιες περιοχές που πυροδότησαν συγκρούσεις για αιώνες και έναν παγκόσμιο πόλεμο. Με το 2022 και το 2023 να είναι  τα πιο συγκρουσιακά έτη από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και με τις παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες ύψους 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων του 2022 να είναι επίσης οι υψηλότερες, αυτοί οι ανταγωνισμοί μπορεί να μας έχουν φέρει ήδη στα πρόθυρα μιας παγκόσμιας σύγκρουσης, η οποία προς το παρόν εξελίσσεται σε τρία μέτωπα. Επιπρόσθετες εντάσεις προκύπτουν από τις προσπάθειες παραγόντων του Παγκόσμιου Νότου να απεγκλωβιστούν από ένα υπερχρεωμένο και υπερχρηματιστηριοποιημένο δυτικό οικονομικό σύστημα, το οποίο δεν έλυσε ποτέ τα αίτια της οικονομικής κρίσης του 2008, αλλά χρησιμοποίησε το οικονομικό του δίκτυο ως όπλο εναντίον γεωπολιτικών αντιπάλων.

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της Δύσης αντιμετωπίζουν ολοένα και περισσότερο ως απειλή την πρωτοβουλία της Κίνας «Μία Ζώνη – Ένας δρόμος», ένα εναλλακτικό εμπορικό δίκτυο, το οποία εν μέρει διατρέχει την ίδια γεωγραφική περιοχή στην οποία πολέμησαν επί αιώνες οι περσικοί, αραβικοί, οθωμανικοί, βενετσιάνικοι, πορτογαλικοί και ολλανδικοί στόλοι. Απόδειξη της μονιμότητας της γεωγραφίας αποτελούν τα ίχνη των προδρόμων της βασικής αρτηρίας του παγκόσμιου εμπορίου, της διώρυγας του Σουέζ, που είναι χαραγμένα στην αιγυπτιακή έρημο. Αυτές οι προνεωτερικές πλωτές οδοί διακινούσαν το εμπόριο από την Ερυθρά Θάλασσα προς τη Μεσόγειο ήδη 3.600 χρόνια πριν από τη διάνοιξη της σύγχρονης διώρυγας του Σουέζ. Κατασκευάστηκαν από δύο φαραώ και έναν Πέρση βασιλιά, συντηρήθηκαν από τους Πτολεμαίους και τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, πριν τις κλείσει ένας χαλίφης των Αββασιδών και τις ξανανοίξουν Γάλλοι μηχανικοί.

Οι ρωγμές που επανεμφανίζονται στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα δεν είναι πουθενά πιο ορατές από ό,τι στις ναυτικές οδούς που διατηρήθηκαν υποταγμένες από τις διαδοχικές Pax Romana, Ottomana, Britanica και Americana. Οι συγκρούσεις στην Ουκρανία και στη Γάζα αποτελούν εκδηλώσεις τόσο τοπικών ανταγωνισμών όσο και μιας παγκόσμιας αναπροσαρμογής ισχύος. Ως το 2023, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία που πραγματοποιήθηκε τον Φεβρουάριο του 2022 είχε καταλήξει σε τέλμα. Όταν οι μαχητές της Χαμάς αιφνιδίασαν το Ισραήλ με τη διεξαγωγή, στις 7 Οκτωβρίου, μιας στρατιωτικής επιχείρησης που οδήγησε στον μεγαλύτερο αριθμό νεκρών στην ιστορία του Ισραήλ και στην ομηρία διακοσίων ατόμων, οι διεθνείς εντάσεις μετατοπίστηκαν από τη Μαύρη Θάλασσα και συγκεντρώθηκαν στα νερά της ανατολικής Μεσογείου, που βρέχουν την ακτογραμμή της Γάζας. Οι ΗΠΑ ανακατεύθυναν τον στρατό τους από το Κίεβο στο Τελ Αβίβ. Ενώ και οι δύο συγκρούσεις είναι σε μεγάλο βαθμό χερσαίες, η σημαντική ναυτική ανάπτυξη ενέχει τον κίνδυνο κλιμάκωσης στη θάλασσα. Άλλωστε, το πραγματικό διακύβευμα εξακολουθεί να αφορά τη θάλασσα αφού σχετίζεται με τα περάσματα που καθορίζουν τη στρατηγική αξία αυτής της γεωγραφίας: ο άξονας Βορρά-Νότου που ξεκινά από την Αζοφική Θάλασσα και περνά από τα Δαρδανέλια και το Αιγαίο μέχρι την Ερυθρά Θάλασσα, διέρχεται από το εμπόλεμο Πορτ Σουδάν και καταλήγει στην Αραβική Θάλασσα, ακριβώς έξω από τις ακτές της Υεμένης που σήμερα μαστίζονται από πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη των Χούτι.

Αυτή η ζωτικής σημασίας κάθετη εμπορική αρτηρία έχει δημιουργήσει πολλά casi belli από τότε που οι Οθωμανοί συγκρούστηκαν με τους Πορτογάλους για το μονοπώλιο του εμπορίου μπαχαρικών τον 16ο αιώνα και με τους Ρώσους για τον έλεγχο του ευρωπαϊκού ποτάμιου εμπορίου τον 18ο αιώνα. Πολύ πριν από την κατασκευή της Διώρυγας του Σουέζ το 1869, οι Βρετανοί γνώριζαν ότι ο πιο εύκολος τρόπος για να κρατήσουν τη Ρωσία μακριά από τη Μεσόγειο ήταν ελέγχοντας το πέρασμα του Βοσπόρου, ή του Αιγαίου που οδηγούσε σε αυτό. Έτσι, όταν ξέσπασε η ελληνική επανάσταση του 1821, το Λονδίνο θεώρησε ότι ήταν μια ευκαιρία να εδραιώσει την επιρροή του. Το γεγονός ότι το Λονδίνο ενήργησε υπέρ των Ελλήνων επαναστατών ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακό, δεδομένου ότι τα Επτάνησα είχαν σχετικά πρόσφατα τεθεί υπό βρετανική «προστασία», και δεσμευόταν από ένα αντεπαναστατικό, μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, status quo που υποστήριζε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως ανάχωμα στη ρωσική επιρροή ανάμεσα στους ορθόδοξους βαλκανικούς πληθυσμούς.

Αμπουκίρ, Ναβαρίνο και Κριμαία

Τα 150 χρόνια κυριαρχίας της Βρετανίας στη Μεσόγειο ξεκίνησαν με τη συντριβή του ναπολεόντειου στόλου στη ναυμαχία του Αμπουκίρ το 1798, η οποία έδωσε στο ναυτικό της τη δυνατότητα να περιορίσει την πρόσβαση της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας στη Μεγάλη Θάλασσα. Όταν το όραμα ενός αμφιλεγόμενου Βρετανού έγινε πραγματικότητα, το 1869, και άνοιξε η διώρυγα του Σουέζ, η απόσταση από την πιο προσοδοφόρα αποικία της Βρετανίας, την Ινδία, μειώθηκε σχεδόν στο μισό. Αυτό, ωστόσο, έθεσε το Λονδίνο σε πορεία σύγκρουσης με τη Ρωσία, που επιθυμούσε διακαώς να επεκταθεί στη Μεσόγειο.

Ήταν η Μεγάλη Αικατερίνη που εξασφάλισε τον πρώτο θερμό λιμένα για την αυτοκρατορία της αποσπώντας από τον Σουλτάνο την Κριμαία (και άλλα εδάφη που είτε παραμένουν τμήμα της Ουκρανίας είτε εκείνη τα διεκδικεί σήμερα). Η Μόσχα είχε ήδη πρόσβαση στη Μεσόγειο μέσω της συνθήκης του Kιουτσούκ-Kαϊναρτζί το 1774, η οποία επέτρεπε στα ρωσικά εμπορικά πλοία να διέρχονται από τον Βόσπορο και τα Δαρδανέλια. Αφού ίδρυσε τους πρώτους της θερμούς λιμένες στη Σεβαστούπολη και στην Οδησσό, η Μόσχα θέλησε να αποκτήσει τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης. Πέραν του ότι ήταν η πρωτεύουσα του κόσμου, όπως είχε πει ο Ναπολέων Βοναπάρτης, η θέση της έλεγχε τη μόνη πιθανή ρωσική έξοδο στη Μεσόγειο.

Το Ελληνικό Σχέδιο της Μεγάλης Αικατερίνης σκόπευε να διαιρέσει την Οθωμανική Αυτοκρατορία μεταξύ της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας, με την Κωνσταντινούπολη να αποτελεί την πρωτεύουσα ενός αναγεννημένου Βυζαντίου. Κρίνοντας ότι η επέκταση της Ρωσίας ήταν επιζήμια για τα συμφέροντά της, η Βρετανία άλλαξε στρατόπεδο και συμμάχησε με τους Οθωμανούς, προχωρώντας σε πόλεμο στην Κριμαία το 1853. Η ήττα της Ρωσίας είχε ως αποτέλεσμα η Μαύρη Θάλασσα να κηρυχθεί ουδέτερη ζώνη, αλλά με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι Ρώσοι βρέθηκαν και πάλι στα πρόθυρα της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης (ή του Τσάριγκραντ, όπως προτιμούσαν να την αποκαλούν). Το Ανατολικό Ζήτημα –ποιος θα κυριαρχούσε στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά την κατάρρευσή της;– όχι μόνο πρόβαλλε πιο έντονα από ποτέ, αλλά ήταν και ο κύριος παραγνωρισμένος λόγος για τον οποίο διεξήχθη ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Αν και η εποχή της αποικιοκρατίας βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, η Ελληνική Επανάσταση και οι σιωνιστικές εκκλήσεις για εποικισμό της Παλαιστίνης διέδωσαν τη φιλελεύθερη ιδέα ότι ορισμένοι λαοί είχαν δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Τόσο ο ελληνικός εθνικισμός όσο και ο σιωνισμός υποστήριζαν ότι οι λαοί τους –οι Έλληνες και οι Εβραίοι αντίστοιχα– ήταν πολιτισμικά μοναδικοί, και αυτό προσπάθησαν να το ενσωματώσουν σε καθαρά εθνοτικά κράτη, τα οποία ιδεολογικά θεωρούνταν ως η συγκέντρωση μιας διασποράς. Εκεί που διέφεραν ήταν στον ορισμό του τι κάνει κάποιον Έλληνα ή Εβραίο. Είναι αξιοσημείωτο ότι και τα δύο κινήματα που έμελλαν να καταλήξουν στη δημιουργία της Ελλάδας και του Ισραήλ αναπτύχθηκαν στο ρωσικό λιμάνι της Μαύρης Θάλασσας, την Οδησσό. Εκεί ήταν που ιδρύθηκαν, η Φιλική Εταιρεία και η Εβραϊκή Οργάνωση Αυτοάμυνας, τον 19ο αιώνα, και συντάχθηκε η Αυτοχειραφέτηση, ένα ιδρυτικό έγγραφο του σύγχρονου εβραϊκού εθνικισμού. Ο ποιητής Hayyim Nahman Bialik προώθησε τη λογοτεχνική μετατόπιση από τα γίντις στα εβραϊκά στη σιωνιστική φιλοσοφία, ενώ τα γραπτά του δημοσιογράφου Aḥad Haʿam υπέρ της αναγέννησης του εβραϊκού πολιτισμού πυροδότησαν τόσο το δοκιμιακό στυλ της Οδησσού όσο και τον πολιτιστικό σιωνισμό. Η επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης έδειξε στους σιωνιστές ότι ένα αρχαίο έθνος μπορούσε να αναστηθεί, ενώ το αρχαιοελληνικό ιδεώδες της φυσικής αγωγής που αναβίωσε στην Ευρώπη του 19ου αιώνα ενίσχυσε τα «μυώδη» χριστιανικά και εβραϊκά κινήματα των εθνικιστών που ήρθαν σε αντιπαράθεση με το θρησκευτικό κατεστημένο που περιφρονούσε τον αθλητισμό. Αργότερα, η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών αξιοποιήθηκε από τους ισραηλινούς πολιτικούς ως προηγούμενο αυτού που θα μπορούσε να εφαρμοστεί στους παλαιστινιακούς πληθυσμούς τους.

Σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι Ρώσοι και οι Γάλλοι απέβλεπαν στην ανάγκη προστασίας των ορθόδοξων και καθολικών χριστιανών υπηκόων. Καθώς όμως δεν υπήρχε σημαντική προτεσταντική χριστιανική κοινότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, η Βρετανία δυσκολεύτηκε να αποκτήσει επιρροή. Ορισμένοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θεώρησαν την ισχυρή εβραϊκή κοινότητά της ως επαρκή λόγο για να εξετάσουν το ενδεχόμενο υποστήριξης μιας εβραϊκής πατρίδας. Αν και ο Ναπολέων είχε ήδη προλάβει τους Βρετανούς σε αυτήν τη δέσμευση κατά την κατάληψη της Γάζας το 1798, οι Βρετανοί ήταν αυτοί που τελικά θα την υλοποιούσαν.

Από τον 18ο αιώνα και μετά, η Ρωσία επένδυσε σημαντικά στην ανάδειξη της επιρροής της στη Μεσόγειο, σε αναζήτηση αγκυροβολίου, χρηματοδοτώντας ορθόδοξα εκκλησιαστικά ιδρύματα και προσκυνήματα στο Άγιο Όρος και στους Αγίους Τόπους. Οι Βρετανοί, εν μέρει για να αντισταθμίσουν τη ρωσική επιρροή, ίδρυσαν προξενείο στην Ιερουσαλήμ το 1838. Ο δεύτερος πρόξενος, James Finn, ίδρυσε το Ταμείο Εξερεύνησης της Παλαιστίνης, το οποίο διεξήγαγε αρχαιολογικές ανασκαφές παράλληλα με τη δραστηριότητα των μυστικών υπηρεσιών. Η Ρωσία ίδρυσε τη δική της Αυτοκρατορική Ορθόδοξη Παλαιστινιακή Ένωση το 1882 και επιχορήγησε τόσους πολλούς πιστούς της να προσκυνήσουν στην Ιερουσαλήμ, ώστε το Πάσχα του 1911 ένας στους τρεις ανθρώπους στην ιερή πόλη ήταν Ρώσος προσκυνητής. Οι Βρετανοί πρόξενοι υποστήριζαν γενικά την εβραϊκή μετανάστευση και το 1920 η Βρετανία διόρισε Ύπατο Αρμοστή για την Παλαιστίνη τον Herbert Samuel, που ήταν σιωνιστής και ο πρώτος Εβραίος που ηγήθηκε βρετανικού πολιτικού κόμματος, γεγονός που έδωσε μεγάλη ώθηση στο σιωνιστικό κίνημα.

Η επείγουσα ανάγκη να κρατηθεί η Ρωσία μακριά από τη Μεσόγειο τη δεκαετία του 1820 έστρεψε το ενδιαφέρον της Βρετανίας στην Ελλάδα, της οποίας η γεωγραφία και η εκτεταμένη μεσογειακή ακτογραμμή ήταν δελεαστικές για τις μεγάλες δυνάμεις. Αλλά η Ρωσία έδρασε υπέρ της ελληνικής ανεξαρτησίας πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η Βρετανία. Οι επιφανείς Έλληνες επαναστάτες Αλέξανδρος Υψηλάντης και Ιωάννης Καποδίστριας και τα μέλη της μυστικής εταιρείας που ξεκίνησε την επανάσταση ήταν υψηλόβαθμοι αξιωματικοί της τσαρικής διοίκησης. Ήταν η ρωσική πληροφόρηση ότι οι Οθωμανοί σχεδίαζαν να αντικαταστήσουν τον εξεγερμένο ντόπιο χριστιανικό πληθυσμό στην Πελοπόννησο με Αιγύπτιους μουσουλμάνους εποίκους που έφερνε ο Ιμπραήμ Πασάς της Αιγύπτου (το λεγόμενο «σχέδιο βαρβαροποίησης») που προκάλεσε την οργή της κοινής γνώμης, η οποία με τη σειρά της ώθησε τη Βρετανία και τη Ρωσία να δράσουν από κοινού. Με το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης του 1826 το Λονδίνο και η Μόσχα συμφώνησαν να μην επιδιώξουν αποκλειστικά εδαφικά οφέλη στην Ελλάδα ούτε «αποκλειστική» πολιτική και οικονομική επιρροή, και άνοιξαν τον δρόμο για τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου το 1827. Αλλά ακόμη και μετά από αυτό, το σχέδιο προέβλεπε ότι η Ελλάδα θα ήταν μόνο ημιαυτόνομη μέσα σε ένα οθωμανικό αυτοκρατορικό πλαίσιο.

Εκείνο που οριστικοποίησε την ελληνική ανεξαρτησία δεν ήταν «οι συνωμοσίες και οι εξεγέρσεις του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, δεν ήταν η μάχη του Ναβαρίνου, ούτε ο γαλλικός στρατός στον Μοριά, ούτε τα συνέδρια και τα πρωτόκολλα του Λονδίνου, αλλά η πορεία των Ρώσων του Diebitsch στα Βαλκάνια, στην κοιλάδα της Μαρίτσας (Έβρος)», ισχυρίστηκε ο Karl Marx το 1853 στην εφημερίδα New York Tribune. Αλλά ενώ η ελληνική ανεξαρτησία ήταν ένα όραμα υπηκόων του Τσάρου σε ένα ρωσικό λιμάνι και υλοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό με ρωσικά όπλα, ο ρόλος της Βρετανίας ήταν επίσης καθοριστικός, τόσο πριν όσο και μετά την ανεξαρτησία.

Μέχρι το 1832, η Ελλάδα είχε ήδη χρεοκοπήσει μία φορά επειδή δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει τα δάνεια ύψους 2,8 εκατομμυρίων λιρών που είχε λάβει από τη Βρετανία και τη Γαλλία. Ένα δεύτερο δάνειο που συνήφθη για την κάλυψη των εξόδων της αντιβασιλείας οδήγησε σε νέα πτώχευση το 1843. Είχε αρχίσει να γίνεται σαφές ότι το μικρό μέγεθός της, οι αγροτικοί και εθνοτικά ετερογενείς πληθυσμοί της και το ορεινό, κατακερματισμένο έδαφος σήμαιναν ότι η Ελλάδα θα δυσκολευόταν να παραμείνει ενωμένη ως βιώσιμο κράτος. Αλλά αυτά τα εμπόδια έρχονταν σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τη γεωπολιτική σημασία που είχε για τους προστάτες της. Στο εσωτερικό της χώρας, τρία κόμματα κυριαρχούσαν στην πολιτική ζωή μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, τα οποία ονομάζονταν ανοιχτά Αγγλικό, Γαλλικό και Ρωσικό κόμμα αναφορικά με τα συμφέροντα που εξυπηρετούσαν. Επικεφαλής του Αγγλικού κόμματος ήταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος –καθώς η ήττα διαφαινόταν το 1825– απηύθυνε αίτημα προστασίας στον George Canning, υποσχόμενος ότι η ελεύθερη Ελλάδα θα συνωμοτούσε με τη Βρετανία για να κρατήσει τη Ρωσία μακριά από τη Μεσόγειο. Το προσύμφωνο, επίσης γνωστό ως Πράξη Υποτέλειας, ήταν μια αρχική δήλωση προθέσεων των Ελλήνων πολιτικών προς τη Μεγάλη Δύναμη. Η Ελλάδα είχε χάσει την οικονομική και πολιτική της κυριαρχία πολύ πριν από την ίδρυσή της.

«Μια άλλη πράξη υποταγής των Ελλήνων ήταν η αποδοχή ενός Ευρωπαίου βασιλιά», αναφέρει ο Χαράλαμπος Μηνασίδης, ερευνητής στο Κέντρο Πολεμικών Σπουδών του University College του Δουβλίνου. «Οι Έλληνες επαναστάτες εγκαθίδρυσαν την πρώτη Ελληνική Δημοκρατία την 1η Ιανουαρίου 1822 και αγωνίστηκαν ενάντια σε διάφορες απόπειρες για την κατάλυσή της και την εγκαθίδρυση δικτατορικής διακυβέρνησης, αλλά έχασαν, και έγιναν μάρτυρες της μετατροπής του πολιτεύματος της Ελλάδας σε απόλυτη μοναρχία».

Παρ’ όλα αυτά, το νέο κράτος γνώρισε εκρηκτική εδαφική ανάπτυξη κατά τον πρώτο του αιώνα, φτάνοντας βόρεια ως τη θρακική πεδιάδα και τα βουνά της Ροδόπης και ενσωματώνοντας εμπορικές πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, τα Ιωάννινα και το Σουφλί. Ωστόσο, η σημασία της για τα βρετανικά συμφέροντα στη Μεσόγειο μειώθηκε μετά την παραχώρηση της Κύπρου από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο Λονδίνο το 1878 ως αντάλλαγμα για την εξασφάλιση προστασίας κατά τη διάρκεια ενός ακόμη από τους 11 πολέμους της με τη Ρωσία. Η Κύπρος προσέφερε στη Βρετανία μια ισχυρή χερσαία έδρα από την οποία μπορούσε να εξαπολύει επεμβάσεις στην περιοχή και οι δύο στρατιωτικές βάσεις που διατηρεί μέχρι σήμερα στο νησί είναι οι μόνες κτήσεις που διατήρησε στη Μεσόγειο, μαζί με το Γιβραλτάρ στην είσοδό της.

Η βρετανική στροφή προς τα νότια, προς το Σουέζ, άρχισε να επιταχύνεται από το 1875. Το 1878, ο επιφανής Βρετανοεβραίος τραπεζίτης βαρόνος Lionel de Rothschild δάνεισε στον πρωθυπουργό Benjamin Disraeli 4 εκατομμύρια λίρες για να εξαγοράσει το μερίδιο του χρεοκοπημένου αιγυπτιακού κράτους στη διώρυγα του Σουέζ. Το 1881, η Βρετανία κήρυξε την Αίγυπτο προτεκτοράτο της, αφού βομβάρδισε την Αλεξάνδρεια και έδωσε δύο μάχες στην περιοχή της διώρυγας του Σουέζ. Καθώς η ανάγκη της Βρετανίας για παρέμβαση στα Βαλκάνια μειωνόταν, η Γερμανία άρχισε να την αντικαθιστά ολοένα και περισσότερο ως οικονομικός και στρατιωτικός εταίρος των Οθωμανών, οδηγώντας τον οθωμανικό στρατό σε θρίαμβο επί της Ελλάδας στον πόλεμο του 1897, κατασκευάζοντας τη σιδηροδρομική γραμμή Βερολίνου-Βαγδάτης (μια εναλλακτική λύση στη διώρυγα του Σουέζ που συνέδεε τη Γερμανία με της πετρελαιοπηγές της Μέσης Ανατολής) και διαμορφώνοντας το σκηνικό για τις εντάσεις που κατέληξαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πετρέλαιο, Σιωνισμός και ένας Παγκόσμιος Πόλεμος

Στην αυγή του 20ού αιώνα, δύο εξελίξεις άλλαξαν τα δεδομένα της περιοχής: ανακαλύφθηκε πετρέλαιο σε μεγάλες ποσότητες, σηματοδοτώντας μια ναυτική μετατόπιση από τον άνθρακα, και η εβραϊκή μετανάστευση προς την Παλαιστίνη επιταχύνθηκε. Ο σιωνιστής ηγέτης Theodor Herzl είχε προτείνει ένα εβραϊκό κράτος ως αντίδοτο στον αυξανόμενο αντισημιτισμό. Το Σιωνιστικό Συνέδριο του 1905 παρέκαμψε την Αργεντινή και την Ουγκάντα, και επέλεξε την Παλαιστίνη ως τόπο εγκατάστασης του Ισραήλ. Από το 1908 έως το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ιδρύθηκαν 11 νέοι εβραϊκοί οικισμοί. Εν τω μεταξύ, ένας έξυπνος Αρμενο-οθωμανός τραπεζίτης ονόματι Calouste Gulbenkian ένωσε τη Royal Dutch/Shell, την Deutsche Bank και την Anglo-Persian Oil Company (τη σημερινή British Petroleum) σε ένα σχήμα που ονομαζόταν Turkish Petroleum Company (TPC) προκειμένου να κάνει γεωτρήσεις για πετρέλαιο στα οθωμανικά εδάφη. Το 1915, ενώ Βρετανοί και Οθωμανοί στρατιώτες σφάζονταν μεταξύ τους στην Καλλίπολη, στο Σινά και στη Μεσοποταμία, ο Μεγάλος Βεζίρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υποσχέθηκε στην TPC άδεια εκμετάλλευσης πετρελαίου στις επαρχίες της Βαγδάτης και της Μοσούλης, μια εξέλιξη της οποίας οι επιπτώσεις αντηχούν μέχρι σήμερα. Η υποστήριξη του βρετανικού κράτους στα αγγλοπερσικά συμφέροντα θα ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους έδωσε το πράσινο φως τόσο για την ελληνική εισβολή στη Μικρά Ασία το 1919 όσο και για την εβραϊκή Παλαιστίνη.

Οι Οθωμανοί έδωσαν μάχες στην πορεία προς τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την Ιταλία και τα πρόσφατα σχηματισμένα βαλκανικά έθνη σε οθωμανικά εδάφη. Ξεκινώντας το 1911, ο Ιταλοτουρκικός Πόλεμος έφερε τον οθωμανικό στόλο αντιμέτωπο με μια Ιταλία που αγωνιζόταν να γίνει αυτοκρατορική δύναμη σε μια σειρά από μάχες σε στρατηγικά σημεία της Αδριατικής, της Μεσογείου και της Ερυθράς Θάλασσας. Όμως η επίσημη έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν ένα υποπροϊόν του νέου εθνικοκρατικού ενθουσιασμού που σάρωσε την περιοχή από τότε που η Ελλάδα διεκδίκησε την ανεξαρτησία της: ένας Σέρβος εθνικιστής δολοφόνησε τον διάδοχο της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας στους δρόμους του Σεράγεβου, σηματοδοτώντας την αρχή του τέλους για τρεις αυτοκρατορίες. Με τη λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν υπήρχε πια Αυστροουγγρική, Οθωμανική ή Ρωσική Αυτοκρατορία και τα Βαλκάνια και η Μέση Ανατολή ήταν πλέον ανοικτά στην προοπτική μιας υποθετικής αναδιάρθρωσης.

Τόσο η Ελλάδα όσο και η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήθελαν να παραμείνουν ουδέτερες, αλλά αναγκάστηκαν να συμμετάσχουν στον πόλεμο. Η Ελλάδα είχε υποστεί έναν ναυτικό αποκλεισμό από τους Βρετανούς κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου που προκάλεσε λιμό, είχε χρεοκοπήσει και πάλι το 1893 και παραλίγο να χάσει τη Θεσσαλία στον καταστροφικό πόλεμο του 1897 με τους Οθωμανούς. Όμως ένας βρετανο-γαλλικός στρατιωτικός αποκλεισμός ανάγκασε την Αθήνα να μπει στον πόλεμο. Η εισχώρηση των Οθωμανών επιτεύχθηκε μέσω ενός προληπτικού βομβαρδισμού του ρωσικού λιμανιού της Οδησσού, ο οποίος πυροδοτήθηκε από φόβους ότι οι Ρώσοι επρόκειτο να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη και τα στενά. Στην πραγματικότητα, η Ρωσία είχε ήδη συμφωνήσει κρυφά με τη Βρετανία και τη Γαλλία ότι ο έλεγχός της επί της Κωνσταντινούπολης και των Δαρδανελίων θα γινόταν αποδεκτός, αλλά αυτή η συμφωνία ανατράπηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Οι Βρετανοί υποσχέθηκαν επίσης την ανατολική Μεσόγειο στους Άραβες συμμάχους του Λόρενς της Αραβίας και τμήματα της ίδιας περιοχής στους Γάλλους και την εβραϊκή κοινότητά τους.

Οι Έλληνες, ενθουσιασμένοι που βρέθηκαν στην πλευρά των νικητών στο τέλος του πολέμου, έστειλαν εκστρατευτικό σώμα στη νότια Ρωσία (σημερινή Ουκρανία) για να υποστηρίξουν μια γαλλική εκστρατεία κατά των Ρώσων επαναστατών, αλλά ωστόσο κατέληξαν να θρηνήσουν 400 νεκρούς. Στη Συνθήκη των Σεβρών το 1920, η ελληνική αφοσίωση στη Δύση ανταμείφθηκε με την Ανατολική Θράκη, (πλην της Καλλίπολης και της Κωνσταντινούπολης, στις οποίες οι μεγάλες δυνάμεις σκόπευαν να διατηρήσουν την επιρροή τους μέσω της διεθνοποίησης), και με τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο, καθώς και με μια εντολή για τη Σμύρνη. Οι οθωμανικές αρμενικές και κουρδικές μειονότητες έλαβαν επίσης γενναιόδωρα εδάφη, τα οποία οι Βρετανοί είχαν υποσχεθεί προηγουμένως στον Ρώσο Τσάρο (προτού αυτός εκθρονιστεί).

Η Βρετανία επιθυμούσε πλέον να απαλλάξει το ένα εκατομμύριο εξαντλημένων στρατιωτών της στη Μέση Ανατολή και ο Έλληνας πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν πολύ πρόθυμος να τη διευκολύνει.  Έστειλε τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία, με σκοπό να επιβάλει τη Συνθήκη των Σεβρών και να διεκδικήσει περαιτέρω εδάφη της ελληνόφωνης, ορθόδοξης χριστιανικής Ρωμιοσύνης. Αλλά η νέα κομμουνιστική ηγεσία στη Μόσχα είχε εξοργιστεί από την ελληνική επέμβαση στην Ουκρανία και ήθελε τους Ευρωπαίους έξω από αυτό που θεωρούσε δική της αυλή. Έτσι, οι Ρώσοι σύναψαν συνθήκη με τον Τούρκο ηγέτη Kemal Atatürk και τον εξόπλισαν με σύγχρονα όπλα. Ο Atatürk νίκησε τον ελληνικό στρατό, ίδρυσε την Τουρκική Δημοκρατία μετά την εκδίωξη περίπου 1,5 εκατομμυρίου Ρωμιών και έβαλε τέλος στην εκατονταετή επέκταση της Ελλάδας.

Ως το 1922, η Βρετανία ήταν η λιγότερο εξαντλημένη από τις ευρωπαϊκές μεγάλες δυνάμεις. Οι αυτοκρατορικοί της αντίπαλοι είχαν εξαφανιστεί, και διατηρούσε το μεγαλύτερο μέρος της δικής της αυτοκρατορίας, παρόλο που πάλευε να εξασφαλίσει τις πετρελαϊκές προμήθειες που θα διατηρούσαν την ορμή της. Τις επόμενες δεκαετίες θα αντικαθιστούσε την Εντολή για την Παλαιστίνη με το Ισραήλ, αλλά θα παρέδιδε επίσης τη Μεσόγειο σε μια πετρελαιοπαραγωγό ατλαντική δύναμη που κάποτε είχε υπάρξει αποικία της. Όσο για την Ελλάδα, την περίμενε ένας δύσκολος 20ός αιώνας.

Μετάφραση: Εβίτα Λύκου