Το τελευταίο μέρος αυτής της σειράς εξετάζει ένα ζήτημα που ξεπερνά τα όρια της τεχνολογίας: ποιοι έχουν ίση πρόσβαση στις ειδήσεις; Αν και πολλοί ειδησεογραφικοί οργανισμοί έχουν σημειώσει πρόοδο, η προσβασιμότητα παραμένει άνιση. Το iMEdD συνομίλησε με δημοσιογράφους, ερευνητές και ειδικούς σε θέματα προσβασιμότητας σχετικά με τις αλλαγές οι οποίες εξακολουθούν να απαιτούνται: από την εργασιακή κουλτούρα των ειδησεογραφικών οργανισμών έως τον ενισχυμένο ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης.
Κεντρική εικόνα: Ευγένιος Καλοφωλιάς
H αναπηρία στο προσκήνιο και το αφήγημα της είδησης

Δημοσιογράφοι, αρχισυντάκτες και καινοτόμοι των μέσων ενημέρωσης μίλησαν στο iMEdD για την ορατότητα των δημοσιογράφων με αναπηρία και τον τρόπο με τον οποίο επαναπροσδιορίζουν το ποιος δημιουργεί τις ειδήσεις.
Για πολλούς ανθρώπους, η αποφυγή των ειδήσεων είναι επιλογή. Για εκατομμύρια άτομα με αναπηρία, όμως, μπορεί να είναι αποτέλεσμα κάτι διαφορετικού: της ενημέρωσης που δεν σχεδιάστηκε με γνώμονα την προσβασιμότητα.
Ένα βίντεο χωρίς υπότιτλους, μια εικόνα χωρίς περιγραφή για αναγνώστες οθόνης ή μια ιστοσελίδα στην οποία ο χρήστης δεν μπορεί να πλοηγηθεί μπορούν να κάνουν μια είδηση απρόσιτη ακόμη και πριν να φτάσει σε αυτήν ο αναγνώστης.
Ο Τζόνι Κάσιντι (Johny Cassidy), τυφλός παραγωγός ειδικών ψηφιακών προγραμμάτων στο BBC News, γνωρίζει αυτό το κενό από πρώτο χέρι.
Χρησιμοποιεί έναν αναγνώστη οθόνης (screen reader) με συνδρομή, ένα εργαλείο μετατροπής κειμένου σε ομιλία που «διαβάζει» δυνατά το περιεχόμενο που εμφανίζεται στην οθόνη. Ωστόσο, όπως είπε στο iMEdD, το εργαλείο αυτό από μόνο του δεν αρκεί. «Πρέπει να λειτουργεί σε συνδυασμό με ιστοσελίδες, οι οποίες έχουν σχεδιαστεί με προσβάσιμο τρόπο».
Όπως ανέφερε, το BBC έχει υιοθετήσει τις Οδηγίες Προσβασιμότητας Περιεχομένου Ιστού (WCAG), ένα παγκόσμιο πρότυπο που αναπτύχθηκε από την Κοινοπραξία του Παγκόσμιου Ιστού (W3C). Οι οδηγίες προωθούν πρακτικές όπως η χρήση σαφών επικεφαλίδων (headings), σημασιολογικού HTML (semantic HTML) και περιγραφικού κειμένου (descriptive text) για τις εικόνες. Την τελευταία δεκαετία, πολλοί μεγάλοι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί έχουν αρχίσει να υιοθετούν μερικά από αυτά τα πρότυπα. Ωστόσο, η εφαρμογή τους στην πράξη εξαρτάται συχνά από τα ίδια τα ΜΜΕ και τις επιλογές που κάνουν όσον αφορά στην προσβασιμότητα.
Η δημιουργία αποτελεσματικών ηχητικών περιγραφών και υπότιτλων απαιτεί κάτι παραπάνω από την απλή προσθήκη δυνατοτήτων προσβασιμότητας. Απαιτεί εξειδικευμένες δεξιότητες, προσεκτική επιλογή λέξεων και κατανόηση των προτύπων.
Τζόνι Κάσιντι, τυφλός παραγωγός ειδικών ψηφιακών προγραμμάτων στο BBC News
Η δημιουργία προσβάσιμου περιεχομένου «αποτελεί μια μορφή τέχνης», δήλωσε ο Κάσιντι. «Η δημιουργία αποτελεσματικών ηχητικών περιγραφών και υπότιτλων απαιτεί κάτι παραπάνω από την απλή προσθήκη δυνατοτήτων προσβασιμότητας. Απαιτεί εξειδικευμένες δεξιότητες, προσεκτική επιλογή των λέξεων και κατανόηση των σχετικών προτύπων».
Το 2024, δημιούργησε και δημοσίευσε έναν οδηγό για δημοσιογράφους σχετικά με τη συγγραφή εναλλακτικού κειμένου (alt text) για εικόνες, ώστε η ενημέρωση να γίνει πιο προσβάσιμη.
Οι δημοσιογράφοι στο BBC πρέπει πλέον να παρακολουθούν ένα υποχρεωτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα για τη σωστή περιγραφή των εικόνων, τις οποίες στη συνέχεια «διαβάζει» ο αναγνώστης οθόνης», είπε ο Κάσιντι. «Έτσι, όταν ένα τυφλό άτομο διαβάζει μια είδηση του BBC που περιλαμβάνει εικόνα, μπορεί να έχει μια ισότιμη εμπειρία ανάγνωσης, χάρη στην εκπαίδευση που έχουν λάβει οι δημοσιογράφοι».

Πέρα από τη συμμόρφωση με τους κανόνες
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, σχεδόν 1,3 δισεκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζουν με σημαντική αναπηρία. Διεθνή πλαίσια, όπως η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία και ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Προσβασιμότητα, απαιτούν το ψηφιακό περιεχόμενο να είναι προσβάσιμο μέσω εργαλείων όπως οι υπότιτλοι, η διερμηνεία στη νοηματική γλώσσα, η γραφή Braille και οι μορφές [περιεχομένου] που είναι συμβατές με τους αναγνώστες οθόνης. Το 2024, η UNESCO παρουσίασε βασικές αρχές για την προσβάσιμα στα ΜΜΕ: από τους ενσωματωμένους υπότιτλους και τις ηχητικές περιγραφές έως την πλοήγηση με πληκτρολόγιο, το alt text και τεστ ευχρηστίας (usability testing) από χρήστες με αναπηρία.
Όπως επισήμανε ο Τζόνι Κάσιντι, παρότι πολλές ενημερωτικές ιστοσελίδες πληρούν τα βασικά πρότυπα προσβασιμότητας, εξακολουθούν να έχουν ελλείψεις, ιδίως όταν είναι «φορτωμένες» με διαφημίσεις και «αναδυόμενα παράθυρα» (pop-ups). «Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο τεχνικά προσβάσιμο και το πραγματικά χρηστικό», είπε. Μια ιστοσελίδα μπορεί να είναι προσβάσιμη μέσω πληκτρολογίου ή αναγνώστη οθόνης, αλλά αν απαιτεί υπερβολικά πολλά πατήματα του πλήκτρου «Tab» ή δεν έχει σαφή δομή, η εμπειρία μπορεί να παραμένει απογοητευτική και άνιση».
Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο τεχνικά προσβάσιμο και το πραγματικά χρηστικό.
Τζόνι Κάσιντι, τυφλός παραγωγός ειδικών ψηφιακών προγραμμάτων στο BBC News
Σύμφωνα με τη φετινή ανάλυση WebAIM Million, η οποία εξέτασε τις ένα εκατομμύριο πιο επισκέψιμες αρχικές σελίδες (home pages) στο διαδίκτυο, οι ερευνητές εντόπισαν 56.114.377 διαφορετικά σφάλματα προσβασιμότητας, με μέσο όρο 56,1 σφάλματα ανά σελίδα. Τα σφάλματα αυξήθηκαν κατά 10% από το 2025. Η έκθεση δείχνει ότι η τάση αυτή απηχεί πιο ευρείες αλλαγές στην ανάπτυξη ιστοσελίδων, συμπεριλαμβανομένης της μεγαλύτερης εξάρτησης από εργαλεία και βιβλιοθήκες τρίτων, καθώς επίσης και από την πρακτική του «vibe coding». Οι χρήστες μπορούν να ελέγξουν κάθε ιστοσελίδα για να δουν πώς αποδίδει η αρχική της σελίδα όσον αφορά στην προσβασιμότητα και να εντοπίσουν τυχόν σφάλματα.
Μια πρόσφατη έρευνα διαπίστωσε, επίσης, ότι η προσβασιμότητα στην παραγωγή βίντεο συχνά αντιμετωπίζεται ως «πρόσθετο χαρακτηριστικό» που εξετάζεται μετά τη δημιουργία του περιεχομένου, αντί να ενσωματώνεται στη διαδικασία παραγωγής εξαρχής. Οι υπότιτλοι, οι ηχητικές περιγραφές και η διερμηνεία στη νοηματική γλώσσα συχνά προβλέπονται μόνο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, αφήνοντας ελάχιστο περιθώριο για δημιουργικές αποφάσεις ή ουσιαστική ενσωμάτωσή τους στο περιεχόμενο.
Ο Filip Bircanin, ερευνητής στο King’s College του Λονδίνου και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, ανέφερε στο iMEdD ότι όταν έρχεται η στιγμή να ληφθεί υπόψη η προσβασιμότητα, οι πληροφορίες που έχουν συγκεντρωθεί νωρίτερα κατά τη διάρκεια της παραγωγής – από τις σημειώσεις του σεναρίου έως τις ρυθμίσεις της κάμερας και τις λεπτομέρειες των τοποθεσιών – έχουν συχνά χαθεί ή δεν έχουν διαβιβαστεί ποτέ στις ομάδες που είναι υπεύθυνες για τη διασφάλιση της προσβασιμότητας του περιεχομένου. «Το αποτέλεσμα είναι μια προσέγγιση που καθοδηγείται περισσότερο από τη συμμόρφωση παρά από την συμπερίληψη», ανέφερε. Επειδή η οπτικοακουστική παραγωγή συνήθως κατανέμεται σε πολλές εταιρείες και εξωτερικούς συνεργάτες, πρόσθεσε, οι πρακτικές προσβασιμότητας μπορεί, επίσης, να διαφέρουν σημαντικά από το ένα πρότζεκτ στο άλλο.

Όταν η τεχνητή νοημοσύνη ανοίγει πόρτες και δημιουργεί νέα εμπόδια
Το 2025, σε συνέντευξή του στο Journalism.co.uk, ο Τζόνι Κάσιντι είχε υποστηρίξει ότι εργαλεία όπως η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη (generative AI) θα μπορούσαν να βελτιώσουν σημαντικά την προσβασιμότητα, υπό την προϋπόθεση ότι θα χρησιμοποιούνται με προσοχή.
«Οι δυνατότητες που προσφέρει η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσαν να κάνουν τεράστια διαφορά, εάν αξιοποιηθούν σωστά», είπε. «Η χρήση της τεχνολογίας για τη δημιουργία διαφορετικών εκδοχών μιας είδησης, προσαρμοσμένων στις ανάγκες ανθρώπων που χρειάζονται το περιεχόμενο σε διαφορετικές μορφές, θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στην προσβασιμότητα. Όλα αυτά χρειάζεται να συζητηθούν περισσότερο και να δοκιμαστούν στην πράξη».
Ο καθηγητής Αλιρέζα Νταρβίσι (Alireza Darvishy), επικεφαλής του Εργαστηρίου Προσβασιμότητας στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών της Ζυρίχης και ένας από τους ειδικούς, που συνέβαλαν στον οδηγό της UNESCO για την προσβασιμότητα των μέσων, συμμερίζεται αυτήν την αισιοδοξία, αλλά με επιφύλαξη. Τυφλός από την παιδική του ηλικία, έχει αφιερώσει δεκαετίες στην έρευνα του πώς η τεχνολογία μπορεί να διευρύνει την πρόσβαση για τα άτομα με αναπηρία.
Ο Νταρβίσι ανέφερε στο iMEdD ότι τα ίδια εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, που μπορούν να βελτιώσουν την προσβασιμότητα μπορούν, επίσης, να αναπαράγουν παγιωμένα στερεότυπα. Θυμήθηκε τι συνέβη μετά τη δημοσίευση της αυτοβιογραφίας του. Στο πλαίσιο της διαφημιστικής προβολής του βιβλίου, ο εκδότης χρησιμοποίησε ένα εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης για να δημιουργήσει ένα podcast βασισμένο σε αυτό. Στη συνέχεια, του το έστειλε για έγκριση. «Όταν το άκουσα, διαπίστωσα ότι επικεντρωνόταν κυρίως στην οπτική μου αναπηρία», είπε ο Νταρβίσι. «Αντί να λέει: “Αυτός ο άνθρωπος είναι καθηγητής στον τομέα της ψηφιακής προσβασιμότητας που έχει αναπτύξει καινοτομίες”, επικεντρώνονταν στην αναπηρία μου».
Εξέφρασε την αντίρρησή του. «Έπρεπε να πω στον εκδοτικό οίκο ότι δεν συμφωνούσα με το podcast, επειδή με παρουσίαζε με έναν τρόπο που δεν αντανακλά το ποιος είμαι», είπε. «Προσπαθώ να ανατρέψω αυτή την αντίληψη εδώ και περισσότερα από 30 χρόνια. Η όρασή μου δεν πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο. Ήρθε η ώρα να αλλάξει αυτό».
Οι προκλήσεις, όπως επισήμανε, συχνά δεν περιορίζονται στον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη απεικονίζει τα άτομα με αναπηρίες. Πολλά από τα ίδια τα εργαλεία εξακολουθούν να μην είναι πλήρως προσβάσιμα.
Ακόμη και όταν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στην ερμηνεία πληροφοριών, είπε ο Νταρβίσι, οι δημοσιογράφοι και οι υπόλοιποι χρήστες πρέπει να μπορούν να εμπιστεύονται όσα παράγει. «Εάν λάβω ένα ιστόγραμμα ή ένα γράφημα για οποιοδήποτε θέμα και δεν μπορώ να το ερμηνεύσω, μπορώ να το ανεβάσω σε ένα εργαλείο γενετικής τεχνητής και να πω, “περίγραψέ το”», είπε. «Εάν είμαι τυφλός δημοσιογράφος και θέλω να γράψω ένα άρθρο, είναι σημαντικό οι πληροφορίες που λαμβάνω να είναι αξιόπιστες». Το ίδιο κρίσιμο είναι και το ζήτημα της ιδιωτικότητας, πρόσθεσε. «Δεν θέλεις να αποκαλύψεις ότι έχεις κάποιου είδους αναπηρία, όπως ΔΕΠΥ, αυτισμό ή οτιδήποτε άλλο», είπε. «Πρέπει να μπορείς να αποφασίζεις ξεκάθαρα εάν άλλοι θα το γνωρίζουν αυτό».
Ένα εργαλείο για πραγματικά προσβάσιμα αρχεία PDF
Ένα έγγραφο μπορεί να δημιουργηθεί με γνώμονα την προσβασιμότητα και, παρ’ όλα αυτά, να μην εξυπηρετεί όλους τους χρήστες.
Αυτός ο περιορισμός οδήγησε τον καθηγητή Alireza Darvishy και την ομάδα του να αναπτύξουν το PAVE, συντομογραφία του PDF Accessibility Validation Engine. Το δωρεάν διαδικτυακό αυτό εργαλείο, το οποίο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ως ερευνητικό πρότζεκτ το 2010, επιτρέπει στους χρήστες να ανεβάζουν έγγραφα PDF, εντοπίζει πιθανά προβλήματα προσβασιμότητας —όπως επικεφαλίδες που δεν έχουν επισημανθεί σωστά— και διορθώνει αυτόματα ορισμένα από αυτά. Τα προβλήματα που δεν μπορούν να επιλυθούν αυτόματα πρέπει να διορθωθούν χειροκίνητα από τον χρήστη. Το PAVE 2.0 είναι ένα εργαλείο βελτίωσης αρχείων PDF που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη και εισάγει μια επανασχεδιασμένη και απλοποιημένη ροή εργασιών, χωρισμένη σε οκτώ εύκολα κατανοητά βήματα, εξοικονομώντας χρόνο και κόπο.
Οι δημοσιογράφοι μπορούν να ανεβάσουν το PDF, να το μετατρέψουν σε προσβάσιμο με λίγα βήματα, να το κατεβάσουν και να το παρέχουν στο κοινό.
Αλιρέζα Νταρβίσι, επικεφαλής καθηγητής του Εργαστηρίου Προσβασιμότητας στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών της Ζυρίχης
«Εάν έχετε ένα έγγραφο PDF και δεν διαθέτετε το αρχικό έγγραφο, για παράδειγμα ένα έγγραφο Word, ή ακόμα αν διαθέτετε το αρχικό έγγραφο, αλλά θέλετε να ελέγξετε εάν το PDF αυτό είναι πραγματικά προσβάσιμο, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το PAVE», είπε ο Νταρβίσι. «Οι δημοσιογράφοι μπορούν να ανεβάσουν το PDF, να το μετατρέψουν σε προσβάσιμο με λίγα βήματα, να το κατεβάσουν και να το παρέχουν στο κοινό».
Η [ερευνητική] ομάδα εξετάζει τώρα πώς η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να διευρύνει αυτές τις δυνατότητες, ιδίως όσον αφορά στην περιγραφή σύνθετων οπτικών πληροφοριών. «Χρησιμοποιούμε τεχνητή νοημοσύνη. Μπορεί να δημιουργήσει μια περιγραφή ενός διαγράμματος, ανάλογα με τον τύπο του», ανέφερε ο Νταρβίσι. «Εστιάζουμε πλέον πάνω σε αυτό, ειδικά για γραφήματα, διαγράμματα τύπου “πίτας” κλπ. Σε κάποιο βαθμό μπορεί να να φτιάχνει περιγραφές αυτόματα, αλλά οι δημοσιογράφοι, ή οποιοσδήποτε άλλος, θα πρέπει πάντα να ελέγχουν εάν το αποτέλεσμα είναι ικανοποιητικό».
Η ανάγκη για μια διαφορετική κουλτούρα στις αίθουσες σύνταξης
Ο καθηγητής Γεώργιος Κουρουπέτρογλου, επικεφαλής της Μονάδας Προσβασιμότητας για Φοιτητές με Αναπηρία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ιδρυτής και διευθυντής του Εργαστηρίου Φωνής και Προσβασιμότητας του πανεπιστημίου, παρακολουθεί τις ανάγκες των φοιτητών που ζητούν υποστήριξη προσβασιμότητας. Διαπίστωσε ότι κατά το ακαδημαϊκό έτος 2025–2026, οι φοιτητές με αναπηρία στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, που έλαβαν τις υπηρεσίες της Μονάδας, αντιστοιχούσαν μόλις στο 1,7%, ποσοστό πολύ χαμηλότερο από αυτό σε τμήματα όπως η Πληροφορική και Τηλεπικοινωνίες, τα Μαθηματικά, η Νομική και η Ιατρική, όπου οι φοιτητές με αναπηρία αντιπροσωπεύουν το 5-18% του φοιτητικού πληθυσμού του τμήματος. Το εύρημα, όπως είπε ο Κουρουπέτρογλου στο iMEdD, υποδηλώνει είτε ότι σχετικά λίγοι φοιτητές με αναπηρία επιλέγουν να σπουδάσουν δημοσιογραφία είτε ότι όσοι το κάνουν είναι λιγότερο πιθανό να ζητήσουν υποστήριξη προσβασιμότητας.
Το χάσμα δεν περιορίζεται μόνο στο ποιος εισέρχεται στον χώρο της δημοσιογραφίας. Επηρεάζει, επίσης, τον τρόπο με τον οποίο οι συντακτικές ομάδες προσεγγίζουν το ζήτημα της προσβασιμότητας κατά τη δημιουργία του περιεχομένου.
Όπως εξηγεί ο Τζόνι Κάσιντι, «υπάρχει τεράστια ανισότητα ανάμεσα στο περιεχόμενο που καταναλώνει το κοινό και τα εργαλεία που χρειάζονται οι δημοσιογράφοι για να κάνουν τη δουλειά τους». «Εκεί το πρόβλημα γίνεται πολύ πιο έντονο. Πολλά από τα συστήματα, τις πλατφόρμες [επεξεργασίας] και τα εργαλεία στα οποία βασίζονται καθημερινά οι δημοσιογράφοι δεν είναι προσβάσιμα σε εμένα. Πολύ λογισμικό που χρησιμοποιείται για την τηλεοπτική και ηχητική επεξεργασία εξακολουθεί να δημιουργεί εμπόδια». Όσοι σχεδιάζουν εργαλεία και συστήματα, πρόσθεσε, πρέπει να αναγνωρίσουν ότι δεν αλληλεπιδρούν όλοι με την τεχνολογία με αυτό που θα μπορούσε να θεωρηθεί «παραδοσιακός τρόπος».
Σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που έρχεται να παίξει ρόλο η εκπαίδευση στην προσβασιμότητα.
Οι δημοσιογράφοι και οι άλλοι επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης θα πρέπει να κατανοούν τις βασικές αρχές της προσβασιμότητας και τα ζητήματα αναπηρίας. Μια τέτοια εκπαίδευση θα μπορούσε να περιλαμβάνει τακτικές ενημερωτικές συναντήσεις ευαισθητοποίησης, προκειμένου να βοηθηθεί το προσωπικό να δημιουργεί πιο συμπεριληπτικό περιεχόμενο.
Αλιρέζα Νταρβίσι, επικεφαλής καθηγητής του Εργαστηρίου Προσβασιμότητας στο Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών της Ζυρίχης
Ο Κουρουπετρόγλου τόνισε ότι η προσβασιμότητα συχνά δεν έχει τόσο να κάνει με την εκμάθηση νέων εργαλείων, όσο με τη διαφορετική χρήση των ήδη υπάρχοντων. Η ομάδα του έχει αναπτύξει πρακτικούς οδηγούς για να βοηθήσει τους καθηγητές πανεπιστημίου να κάνουν τις διαλέξεις τους πιο προσβάσιμες, δείχνοντάς τους πώς να χρησιμοποιούν τις λειτουργίες που είναι ήδη ενσωματωμένες στο λογισμικό που χρησιμοποιούν καθημερινά. Πιστεύει ότι οι ειδησεογραφικοί οργανισμοί θα μπορούσαν να υιοθετήσουν μια παρόμοια προσέγγιση, δημιουργώντας πρακτικούς οδηγούς και προγράμματα κατάρτισης για τους δημοσιογράφους τους.
«Η εκπαίδευση [στην προσβασιμότητα] θα πρέπει να είναι μέρος της συνεχούς επαγγελματικής επιμόρφωσης που παρέχουν ήδη οι οργανισμοί των μέσων ενημέρωσης», πρόσθεσε ο Νταρβίσι. «Οι δημοσιογράφοι και οι άλλοι επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης θα πρέπει να κατανοούν τις βασικές αρχές της προσβασιμότητας και τα ζητήματα αναπηρίας. Μια τέτοια εκπαίδευση θα μπορούσε να περιλαμβάνει τακτικές ενημερωτικές συναντήσεις ευαισθητοποίησης, γεύματα εργασίας ή εκπαίδευση στην προσβασιμότητα, προκειμένου να βοηθηθεί το προσωπικό να δημιουργεί πιο συμπεριληπτικό περιεχόμενο», πρόσθεσε.
Η σιωπηλή απουσία: η αναπηρία στην αίθουσα σύνταξης

Σε αίθουσες σύνταξης, από την Ινδία μέχρι τις ΗΠΑ, οι δημοσιογράφοι με αναπηρία αγωνίζονται να γίνει ορατή η παρουσία τους. Ο αριθμός τους είναι άγνωστος, η εξέλιξη της σταδιοδρομίας τους καθυστερεί και οι παρεχόμενες προσαρμογές είναι ανεπαρκείς.
Πώς η ενημέρωση γίνεται πιο κατανοητή: Μαθήματα από δημοσιογράφους
Η απλή γλώσσα εξελίσσεται σε πρακτικό εργαλείο για τις δημοσιογραφικές ομάδες που προσπαθούν να κάνουν την ενημέρωση προσβάσιμη στο ευρύτερο κοινό, συμπεριλαμβανομένων ατόμων με μαθησιακές δυσκολίες ή αναπηρία.
Ο Γουίλιαμ Κρέμερ (William Kremer), ραδιοφωνικός παραγωγός στο BBC, ανέφερε ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει να εστιάσουν στην αφαίρεση περιττής πολυπλοκότητας από τα ρεπορτάζ τους. Η προσβασιμότητα, όπως είπε, συχνά συνοψίζεται στη μείωση της «οπτικής και νοηματικής φόρτωσης» των ειδήσεων και στη διευκόλυνση του κοινού να αφομοιώσει τις πιο σημαντικές πληροφορίες. Παρότι η προσβάσιμη ενημέρωση μπορεί να περιέχει λιγότερες λεπτομέρειες, μπορεί να είναι πιο αποτελεσματική όταν οι βασικές πληροφορίες είναι σαφείς. Ο Κρέμερ τόνισε, επίσης, τη σημασία των συμφραζομένων. Χωρίς αυτά, η ενημέρωση μπορεί να προκαλέσει σύγχυση και άγχος. Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα μιας πυρκαγιάς, είπε ότι το κοινό χρειάζεται πληροφορίες όπως η απόσταση από το συμβάν ή η συχνότητα με την οποία συμβαίνουν παρόμοια γεγονότα, για να κατανοήσει τι σημαίνουν τα νέα για τους ίδιους.
Η Σόνια Γουίλοου (Sonja Wielow), επικεφαλής του προγράμματος «Tagesschau in Einfacher Sprache» (Καθημερινές Ειδήσεις σε Απλή Γλώσσα) του γερμανικού τηλεοπτικού δικτύου ARD, είπε ότι ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα του προγράμματος ήταν η αναθεώρηση της παραδοσιακής δομής των ειδήσεων. Αντί να ξεκινούν με τις τελευταίες εξελίξεις, οι δημοσιογράφοι θα πρέπει να παρέχουν το απαραίτητο πλαίσιο ώστε το κοινό να κατανοήσει γιατί μια είδηση είναι σημαντική. «Παρέχουμε το απαραίτητο πλαίσιο πριν να παρουσιάσουμε την ίδια την είδηση», είπε.
Στον αυστριακό ραδιοτηλεοπτικό οργανισμό ORF, η Λάρα Φίσερ (Lara Fischer), συντονίστρια του «Inclusive Editorial Office», δήλωσε ότι οι δημοσιογράφοι πρέπει, επίσης, να λαμβάνουν υπόψη για ποιον παράγουν τις ειδήσεις. Η ομάδα της επιλέγει θέματα με βάση τις ανάγκες του κοινού της και εστιάζει στην εξήγηση πληροφοριών που μπορούν να επηρεάσουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Η Άννα Μαρκ (Anna Mark), εκπρόσωπος του ORF στο πρόγραμμα ENACT, ανέφερε ότι η συνεργασία με άτομα με αναπηρίες έχει βοηθήσει τους δημοσιογράφους να αμφισβητήσουν τις προκαταλήψεις σχετικά με το κοινό τους. Κατά την άποψή της, η προσβάσιμη δημοσιογραφία απαιτεί να ακούμε απευθείας τους ανθρώπους που τη χρησιμοποιούν και να αξιοποιούμε τα σχόλιά τους για να βελτιώσουμε τον τρόπο παραγωγής των ειδήσεων.
Συνολικά, η συμβουλή τους είναι απλή: γράψτε με σαφήνεια, παρέχετε το πλαίσιο, κατανοήστε το κοινό σας και ελέγξτε αν η δημοσιογραφία σας φτάνει στους ανθρώπους για τους οποίους προορίζεται.
