Θεματα

Θα αντέξουν τα ευρωπαϊκά συστήματα ασύλου το κύμα προσφύγων από την Ουκρανία;

European Data Journalism Network

Ουκρανοί πρόσφυγες καταφθάνουν στην Ευρώπη την ώρα που στα κέντρα υποδοχής αιτούντων ασύλου συσσωρεύονται εκατοντάδες χιλιάδες αιτήσεις, με πολλές εξ αυτών να απορρίπτονται.

«H κατάρρευση είναι βάναυση», αναφέρει η Βιρτζίνια Αλβάρεζ, εκπρόσωπος της Διεθνούς Αμνηστίας στην Ισπανία και εμπειρογνώμων σε θέματα μετανάστευσης, για το σύστημα υποδοχής αιτούντων άσυλο στην Ευρώπη, που ετοιμάζεται επί του παρόντος να υποδεχθεί εκατομμύρια Ουκρανούς μετανάστες. Η εν λόγω κατάρρευση μπορεί να εκφραστεί με αριθμούς: στα τέλη του 2021, τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) είχαν δεχθεί περί τις 760.000 αιτήσεις ασύλου εν αναμονή απόφασης. Τι σημαίνει αυτό; Δεδομένου ότι το Δεκέμβριο είχαν λάβει κάτι παραπάνω από 60.000 αιτήσεις συνολικά, μιλάμε για έναν μάλλον μεγάλο όγκο συσσώρευσης. Αυτοί οι σχεδόν 760.000 φάκελοι σε εκκρεμότητα αντιστοιχούν στον αριθμό των αιτήσεων που κατατέθηκαν τους τελευταίους 15 μήνες. Το ίδιο αυτό σύστημα ασύλου είναι εκείνο που πρέπει τώρα να διαχειριστεί ένα μεγάλο μέρος των περί 4 εκατομμυρίων προσφύγων που, σύμφωνα με στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών, εγκατέλειψαν την Ουκρανία από τη στιγμή της Ρωσικής εισβολής το Φεβρουάριο του 2022.

«Ουδέποτε υπήρξε η παραμικρή πολιτική βούληση εκ μέρους οποιουδήποτε Ευρωπαϊκού κράτους να συμμορφωθεί με τις διεθνείς υποχρεώσεις του έναντι  των προσφύγων», αναφέρει η Αλβάρεζ. Ωστόσο, είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ κακών πρακτικών. Από τις 758.920 αιτήσεις ασύλου σε εκκρεμότητα την 31η Δεκεμβρίου 2021, περισσότερες από 500.000 εντοπίζονταν σε τρεις χώρες μόνον: τη Γερμανία (πάνω από 264.000), τη Γαλλία (πάνω από 145.000) και την Ισπανία (πάνω από 100.000). Οι χώρες αυτές λαμβάνουν επίσης τις περισσότερες αιτήσεις. Ακόμη κι έτσι, η συσσώρευσή τους από άποψη χρόνου είναι σημαντική: κατά μέσο όρο απαιτούνται περισσότεροι από 19 μήνες εν αναμονή απόφασης στη Γερμανία, περισσότεροι από 17 μήνες στην Ισπανία και σχεδόν 15 μήνες στη Γαλλία.

Στην Ιρλανδία, με κατά μέσο όρο περισσότερους από 29 μήνες καθυστέρηση, την Κύπρο, τη Μάλτα και τη Φινλανδία σημειώνεται ακόμη χειρότερη συμφόρηση. Στην Ελλάδα, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και τη Σουηδία σημειώνονται καθυστερήσεις που υπερβαίνουν το ένα έτος.

«Είναι τόσο λίγοι [οι δημόσιοι υπάλληλοι] και φτάσαμε τόσοι πολλοί», λέει η πρόσφυγας από τη Βενεζουέλα Κάρμεν Καραμπάλο, που αφίχθη στην Ισπανία το 2018 και της δόθηκε άσυλο ενάμιση έτος αργότερα. H έλλειψη του προσωπικού δικαιολογεί την καθυστέρηση στο κλείσιμο ενός ραντεβού ή στην έκδοση απόφασης για αιτήσεις όπως η δική της, αναφέρει: «Πρέπει να περιμένει κανείς σε μακριές ουρές, όπως είναι οι ουρές για το συσσίτιο, αλλά για έγγραφα.» Η Καραμπάλο κατάφερε να υπαχθεί στο Ισπανικό σύστημα φιλοξενίας. Αλλά δεν είναι όλοι το ίδιο τυχεροί: ενώ αναμένουν την έκδοση της κόκκινης κάρτας, όπως ονομάζεται η άδεια εργασίας, πολλοί αιτούντες άσυλο εργάζονται στη μαύρη αγορά για να επιβιώσουν.

Το κόκκινο και μαύρο χρώμα φέρνει πικρές αναμνήσεις στην πρόσφυγα από τη Νικαράγουα, Τζωρτζίνα Μολίνα, μιας και αντιστοιχούν τόσο στην πολυαναμενόμενη Ισπανική άδεια εργασίας όσο και το καθεστώς των Σαντινίστας από το οποίο δραπέτευσε. Εγκατέλειψε τη Νικαράγουα αφότου την είχε βασανίσει η αστυνομία. «Φρικτό, φρικτό, φρικτό. Δεν πρόκειται να το ξεχάσω ποτέ», αναφέρει. Εξακολουθεί να παλεύει να διατηρήσει την ψυχραιμία της κοντά σε κυβερνητικούς παράγοντες, λόγω της αντιμετώπισης που υπέστη στη χώρα της μαζί με δύο συντρόφους της. Τη στιγμή που ένας Ισπανός αστυνομικός με πολιτική περιβολή της παρέδωσε τα έγγραφα ασύλου της, ξέσπασε σε κλάμματα. «Η διαδικασία ασύλου ήταν μια Οδύσσεια. Αισθάνομαι ότι είχα χάσει ήδη την ιδιότητά μου ως άτομο. Αισθάνεσαι σαν κατσαρίδα, σαν σκουπίδι, σαν αρουραίος». αναφέρει. Μετά από τρία μακρά και δύσκολα έτη, χορηγήθηκε άσυλο στη Μολίνα το Φεβρουάριο του 2022.

Σήμερα, η Μολίνα θεωρεί ότι υπάρχουν πολλές πτυχές της διαδικασίας ασύλου που θα μπορούσε να βελτιώσει η Ισπανία, όπως είναι η έλλειψη κατάρτισης σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η «ελάχιστη ανθρωπιστική πινελιά» από μέρους εκείνων που βοηθούν ανθρώπους που βρίσκονται στην πολύ ευάλωτη θέση της υποβολής αίτησης για άσυλο. Η Καραμπάλο, η πρόσφυγας από τη Βενεζουέλα, αναφέρει: «Οι αστυνομικοί στις ουρές δεν δείχνουν κανένα σεβασμό, γιατί φωνάζουν. Οι δημόσιοι υπάλληλοι, εντός, είναι πιο ευαισθητοποιημένοι. Φαντάζομαι ότι έχουν ακούσει τόσες πολλές ιστορίες». Ο άνθρωπος που της πήρε συνέντευξη τη δεύτερη φορά ξεκίνησε τη συζήτηση μουρμουρίζοντας «άλλη μια» λέει η Καραμπάλο, με τη φωνή της να σπάει, και την εξευτέλισε, αναφέρει. «Δεν θέλω να κάθομαι εδώ. Θέλω να βρίσκομαι στο σπίτι μου, στην άλλη πλευρά του ωκεανού, να εργάζομαι, με την οικογένειά μου». Η Οδύσσεια αυτή οδηγεί πολλούς να προσπαθήσουν να κλείσουν ένα ραντεβού με κάθε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της αγοράς διαθέσιμου χρόνου έναντι 80 ευρώ – κατάσταση που διαφέρει κατά πολύ από αυτήν που έχει στηθεί τώρα για την υποδοχή Ουκρανών προσφύγων.

Ένα ειδικό και άνευ προηγουμένου καθεστώς

Οι Ουκρανοί πρόσφυγες που διαφεύγουν από τον πόλεμο μπορούν να μπουν στην ΕΕ υπό ένα ειδικό καθεστώς προστασίας που ενεργοποιήθηκε με Ευρωπαϊκή οδηγία την 4η Μαρτίου. Το εν λόγω καθεστώς, που ρυθμίζεται σε οδηγία του 2001, αλλά που η ΕΕ δεν είχε ενεργοποιήσει μέχρι πρότινος, θεσπίζει ένα σχεδόν αυτόματο άσυλο για Ουκρανούς και υπηκόους που διέμεναν εκεί πριν από τις 24 Φεβρουαρίου (παρά το γεγονός ότι προβλέπει και προτρέπει τα κράτη μέλη να επεκτείνουν την εν λόγω προστασία και σε λοιπά θιγόμενα πρόσωπα). Προβλέπει άδειες διαμονής, άδειες εργασίας, πρόσβαση σε στέγαση και εκπαίδευση για ανήλικα με ελάχιστες, εξορθολογισμένες διαδικασίες.

Στην Ισπανία, για παράδειγμα, ο νόμος εγγυάται την έκδοση εγγράφων ασύλου ειδικής προστασίας εντός 24 ωρών από την υποβολή της αίτησης. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι το ήδη φορτωμένο σύστημα υποδοχής απλά μετατρέπει τις ουρές ανθρώπων σε ηλεκτρονικές ουρές εν αναμονή ραντεβού για την κατάθεση αίτησης για άσυλο. H ρύθμιση αναφέρει ότι το εν λόγω μέτρο δεν επιφέρει πρόσθετη δαπάνη, παρά το γεγονός ότι είναι προφανές ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η ταχεία οδός καθιστά δυνατή την αποφυγή δύο κλασικών προβλημάτων με τις αιτήσεις ασύλου: τις καθυστερήσεις, που διαρκούν μήνες με το κανονικό σύστημα και το χαμηλό ποσοστό αιτήσεων που λαμβάνουν έγκριση. «Είδαμε για πρώτη φορά κάτι που ζητούν οι οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρόνια τώρα», αναφέρει η Αλβάρεζ, εκπρόσωπος της Διεθνούς Αμνηστίας, μιας και η «Ευρώπη λειτουργούσε ανέκαθεν σαν φρούριο». Συγκρίνει την εν λόγω ειδική προστασία με την αντιμετώπιση λοιπών προσφύγων, όπως είναι οι Σύριοι και προσφάτως οι Αφγανοί στα σύνορα μεταξύ Λευκορωσίας και Πολωνίας. «Υπάρχουν άνθρωποι που κατέφθασαν από το Μάλι στα Κανάρια Νησιά και έπρεπε να περιμένουν οκτώ μήνες απλώς για να υποβάλλουν την αίτηση ασύλου τους» αναφέρει.

«Είναι ευχάριστο να το βλέπεις. Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω», λέει η Αλβάρεζ. Το ειδικό σύστημα θα έχει επίσης αντίκτυπο σε όλες τις αιτήσεις εκείνες που βρίσκονται σε εκκρεμότητα. «Φυσικά και θα τις επηρεάσει», λέει.

H Μολίνα, η πρόσφυγας από τη Νικαράγουα, επίσης επικροτεί το ειδικό σύστημα: «Αυτό που κάνουν με την Ουκρανία, και όσα άλλα θα έπρεπε να κάνουν για αυτούς, πιστεύω ότι θα έπρεπε να τα κάνουν για όλους». Δεν μπορεί παρά να μην επισημάνει τις διαφορές και να αποδώσει το φταίξιμο στην εδαφική εγγύτητα και στο χρώμα του δέρματος: «Είναι πιο εύκολο να δείχνεις εμπάθεια σε έναν λευκό, παρά σε κάποιον από τη Νότια Αμερική. Θεωρώ ότι όντως υπάρχει θεσμικός και κοινωνικός ρατσισμός».  Για την Καραμπάλο, την πρόσφυγα από τη Βενεζουέλα, «είναι αναγκαίο» για την Ευρώπη να ενεργήσει με τόση ευελιξία στην περίπτωση της Ουκρανίας, δεδομένου ότι «σκοτώνεται κόσμος». Κατά την άποψή της, η ταχύτητα με την οποία οι άνθρωποι που εκτοπίστηκαν λόγω της Ρωσικής εισβολής φιλοξενήθηκαν «μπορεί να αποβεί χρήσιμη, δεδομένου ότι από τη στιγμή που ξέρουν πως να επιταχύνουν το θέμα της Ουκρανίας, μπορούν να επιταχύνουν τα πάντα. Κάτι τέτοιο θα ήταν ιδανικό».

Πράγματι, εκτός από τις υπηκοότητες των αιτούντων, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών υποδοχής: από το 2008 μέχρι τα τέλη του 2020, 67.110 Ουκρανοί αναζήτησαν άσυλο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά χορηγήθηκε μόνο στο 18,7% αυτών. Οι πιο αυστηρές χώρες ήταν η Κροατία, η Βουλγαρία, το Λουξεμβούργο, η Λετονία και η Σλοβενία, οι οποίες δεν έκαναν δεκτή ουδεμία αίτηση. Η Γερμανία (6%) και η Ισπανία (8%), δύο εκ των χωρών που έλαβαν το μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων μαζί με την Ιταλία, επίσης δεν ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρες με τους Ουκρανούς. Από την άλλη πλευρά, η Ιταλία έκανε δεκτό περί το 45% των αιτήσεων, με τη Μάλτα (58%), την Εσθονία (άνω του 68%) και την Πορτογαλία με 78% θετικές απαντήσεις, να την ξεπερνούν.

Αποφεύγοντας τις βόμβες από την Ουκρανία, αλλά το 2014

Τετιάνα Τουζίκοβα / Φωτογραφία: Fernando Sánchez

Το 2018, 2.630 Ουκρανοί έκαναν αίτηση για άσυλο στην Ισπανία. Χορηγήθηκε μόνον στους 175. Η Τετιάνα Τουζίκοβα είναι μία εξ αυτών. «Όσοι γνωρίζω έλαβαν αρνητική απάντηση και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο φοβόμουν ότι θα απέρριπταν κι εμένα», θυμάται. Αφότου εγκατέλειψε το Ντονέτσκ το 2014, ζώντας σε αρκετές άλλες πόλεις της Ουκρανίας, και τις οικονομίες ετών, κατέληξε στη Μούρσια το 2018. Μετέβη στην αστυνομία, όπου εκεί της έκλεισαν ραντεβού για συνέντευξη για άσυλο ένα μήνα αργότερα. Αλλά δεν προσφέρθηκε βοήθεια ούτε από την Κυβέρνηση, ούτε από ανθρωπιστικές οργανώσεις.

«Με παράτησαν στο δρόμο», λέει η Τουζίκοβα.

Η χήρα Τουζίκοβα ταξίδεψε μόνη με τα παιδιά της Ντένις και Αναστασία, ηλικίας έξι και επτά ετών. Δεν γνώριζε τη γλώσσα: «Μπορούσα ίσα ίσα να πω κάποια πράγματα στα Αγγλικά, που ούτε που ξέρω πως τα θυμόμουν από το σχολείο». Τελικά, μια ΜΚΟ στέγασε εκείνη και τα παιδιά της σε ένα σπίτι. Έξι μήνες μετά τη συνέντευξη, επτά μήνες μετά την άφιξή της, της χορηγήθηκε άσυλο και άδεια εργασίας από την Ισπανία. Πλέον εργάζεται σε ένα μπαρ στη Μαδρίτη.

Η υποδοχή της Τουζίκοβα στην Ισπανία το 2018 ήταν διαφορετική από την υποδοχή των Ουκρανών προσφύγων σήμερα. Πρώτον, επειδή αισθανόταν εγκαταλελειμμένη. Δεύτερον, λόγω των χρονικών πλαισίων: επτά μήνες για να της χορηγηθεί άδεια εργασίας που τώρα διατίθεται εντός 24 ωρών.

Οι λόγοι για τους οποίους τράπηκε σε φυγή η Τουζίκοβα είναι οι ίδιοι με αυτούς των σημερινών προσφύγων: ξύπνησε το ξημέρωμα στο σπίτι της στο Γιενάκιεβ στο Ντονέτσκ, μετά από ισχυρούς βομβαρδισμούς στην περιοχή για ημέρες, και η περιοχή ήταν γεμάτη στρατιώτες. «Δεν ήθελα να φύγω», θυμάται, «είχα το δικό μου κατάστημα ρούχων και μόλις είχα ανακαινίσει το σπίτι μου». Φοβήθηκε και έφυγε σχεδόν με τα ρούχα που φορούσε και τα δύο της παιδιά με αυτοκίνητο του ανιψιού της που έφερε πινακίδα «Παιδιά στο αυτοκίνητο». Παρόλα αυτά, τα σημεία ελέγχου και τα άρματα της προκαλούσαν άγχος. Έφτασε στον τελευταίο ανοιχτό σιδηροδρομικό σταθμό και ανέβηκε σε ένα κινούμενο τραίνο όσο καλύτερα μπορούσε με τα δύο της παιδιά.

Η οικογένεια έφτασε πρώτα στην Οδησσό και στη συνέχεια προσπάθησε να εγκατασταθεί σε αρκετά Ουκρανικά χωριά. Σε κανένα από αυτά δεν πήγε καλά, αναφέρει η Τουζίκοβα: «Από τη στιγμή που ερχόμουν από το Ντονέτσκ, ο κόσμος δεν μας ήθελε. Έσπασαν τα δόντια της Αναστασίας. Είπαν στο Ντένις στο σχολείο ότι μιλούσε σαν γκάγκστερ, επειδή προερχόμαστε από την ίδια πόλη με τον πρώην Πρόεδρο Βίκτορ Γιανουκόβιτς. «Ούτε διέφεραν τα τραύματα από αυτά των σημερινών προσφύγων: Για ένα διάστημα, η Αναστασία κρυβόταν όποτε άκουγε δυνατούς θορύβους. Και ο Ντένις δεν μπορούσε να φάει κρέας ή ψάρι, οτιδήποτε είχε κρέας, επειδή ταξιδέψαμε από πολλούς δρόμους και περάσαμε από νεκρές πόλεις με εγκαταλελειμμένα ζώα στους δρόμους, με σκύλους να δαγκώνουν γάτες».

Είκοσι ημέρες αφότου εγκατέλειψε το Γιενακίεβ, η Τουζίκοβα δέχτηκε τηλεφώνημα από τον αδελφό της: η πολυκατοικία της είχε βομβαρδιστεί το ξημέρωμα, καθώς και το σχολείο της γειτονιάς, το γραφείο εύρεσης εργασίας και ένα βενζινάδικο. Θυμόταν πόσο όμορφο ήταν το σπίτι της μετά την ανακαίνιση που κράτησε τρία χρόνια. Ο αδελφός της της είπε ότι η βόμβα κατέστρεψε το δωμάτιο. «Θα μπορούσαμε να είχαμε σκοτωθεί και οι τρεις μας», αναφέρει.

O καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βαρκελώνης στους τομείς δικαίου και μετανάστευσης, Ντέηβιντ Μόγια, αποκαλεί το ειδικό σύστημα, που εγκρίθηκε σε λίγες ημέρες, “άνευ προηγουμένου”. Αναφέρει ότι οι Ευρωπαϊκές χώρες το εξέτασαν κατά τη διάρκεια της εισβολής το 2014 στην Ουκρανία και το απέρριψαν. Σημειώνει επίσης ότι δεν πέρασε και πολύς καιρός που τόσο η Πολωνία όσο και η Ουγγαρία, που τώρα ηγούνται της υποδοχής Ουκρανών, αρνήθηκαν να κάνουν δεκτό ένα Ευρωπαϊκό καθεστώς ποσοστώσεων για πρόσφυγες άλλων χωρών καταγωγής.

«Το επιχείρημα είναι ότι αυτή τη φορά γίνεται πόλεμος στην Ευρώπη και αυτό αρκεί για να δικαιολογήσει μια διαφορετική αντιμετώπιση μεταξύ της προκειμένης περίπτωσης και των λοιπών», αναφέρει η Βιρζινί Γκιροντόν, ερευνήτρια στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών και Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Sciences Po Παρίσι.

Η έλλειψη πόρων για τη φιλοξενία των εκατομμυρίων εκτοπισθέντων από την Ουκρανία ενέχει επίσης σοβαρούς κινδύνους, «Συνειδητοποιήσαμε ότι η εμπορία ανθρώπων είναι ένα θέμα. Έχουν κάνει την εμφάνισή τους έμποροι ανθρώπων», αναφέρει η Βικτόρια Χόβαθ, εκπρόσωπος της Migration Aid, μιας ΜΚΟ που άνοιξε έναν ξενώνα στη Βουδαπέστη για 300 άτομα, σύμφωνα με την Κάτα Μόραβετς από την Ουγγαρία.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι οικογενειακοί δεσμοί ή τα δίκτυα υποστήριξης έχουν μεγάλη σημασία για εκείνους που διαφεύγουν από τη σύρραξη. «Κάποιοι φίλοι μας παρέλαβαν από το σιδηροδρομικό σταθμό. Βρισκόμασταν στα χέρια ντόπιων, αλλά πολλοί εδώ δεν γνωρίζουν κανέναν. Και γι’ αυτόν το λόγο χάνονται, και γι’ αυτόν το λόγο είμαστε εμείς εδώ», λέει μια νεαρή από το Κίεβο της Ουκρανίας, η οποία βοηθά πρόσφυγες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες με τη γλώσσα και την αβεβαιότητα του που πρέπει να πάνε μετά. «Υπάρχουν άνθρωποι που είναι δικτυωμένοι, πράγμα θεμελιώδες, αλλά τι γίνεται με εκείνους που δεν είναι;» αναρωτιέται η Αλβάρεζ. Σε ένα από τα κέντρα υποδοχής Ουκρανών προσφύγων στην Ισπανία, κάποιοι Ουκρανοί προσφέρονται εθελοντικά να βοηθήσουν τα μέλη των οικογενειών τους.

Επιπλέον, τόσο η Αλβάρεζ όσο και η Μόγια προβλέπουν ότι θα συνεχίσουν να καταφθάνουν πρόσφυγες από την Ουκρανία. «Θα πρέπει να υποθέσουμε ότι όλο αυτό θα διαρκέσει τουλάχιστον έξι μήνες ή και ένα χρόνο», λέει η Μόγια. Όσοι μόλις διέφυγαν, όπως η νεαρή από το Κίεβο, ονειρεύονται να επιστρέψουν το συντομότερο δυνατόν: «Όσο για το σήμερα, δεν κάνουμε σχέδια, μένουμε εδώ σαν τουρίστες. Είμαι πραγματικά σίγουρη ότι δεν θα χρειαστεί να δουλέψουμε, γιατί θα φύγουμε σε δύο – τρεις εβδομάδες, ίσως ένα μήνα». Πρόκειται για το ίδιο συναίσθημα που ένοιωθε η Κάρμεν Καραμπάλο όταν έφτασε από το Καράκας, έως ότου ένας Βενεζουελάνος γνωστός της της φώναξε: «Συντρόφισσα, άνοιξε τα μάτια σου: δεν πρόκειται να γυρίσεις πίσω τώρα». H αντιμετώπιση εκείνων που αναζητούν βοήθεια στην Ευρώπη θα είναι πολύπλοκη δεδομένου του επιβαρυμένου συστήματος, το οποίο έχει ανάγκη από πολλούς διαφορετικούς πόρους και όχι απλά σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. «Δεν είναι ότι τους δίνεις απλά ένα δώρο καλωσορίσματος και βγαίνεις φωτογραφία μαζί τους», λέει η Αλβάρεζ.