Συνεντευξη

Ο καπιταλισμός της επιτήρησης, η αντικατασκοπεία υπέρ των πολιτών και η δημοσιογραφική έρευνα –μια συζήτηση με τον ιδρυτή του Citizen Lab

Ο Ρον Ντίμπερτ, ιδρυτής και διευθυντής του φημισμένου Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο, βρέθηκε στην Αθήνα και μας μίλησε για την κρίση που διαβλέπει στη φιλελεύθερη δημοκρατία και το μέλλον του ψηφιακού κατασκοπευτικού λογισμικού.

Μετάφραση: Λάμπρος Συναρίδης
Κεντρική εικόνα: Ευγένιος Καλοφωλιάς

Ο Ρον Ντίμπερτ, ιδρυτής και διευθυντής του Citizen Lab στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο. Φωτογραφία: Ευγενική παραχώρηση του Ρον Ντίμπερτ.

Είναι το 1973 και οι καταθέσεις των εμπλεκόμενων στο σκάνδαλο Watergate, ενώπιον της Γερουσίας, μεταδίδονται από τα δημόσια τηλεοπτικά κανάλια σε ολόκληρη τη Βόρεια Αμερική. Στο Βανκούβερ του Καναδά, ένας δεκάχρονος, Ρον Ντίμπερτ (Ron Deibert), είναι κολλημένος στην οθόνη για μήνες, γοητευμένος από το δράμα της διάρρηξης των γραφείων των Δημοκρατικών, ενός μυστικού συστήματος υποκλοπής στον Λευκό Οίκο και της αποκάλυψης μιας συγκάλυψης που οδήγησε, τελικά, στην παραίτηση του τότε προέδρου των ΗΠΑ, Ρίτσαρντ Νίξον.

Όπως είπε στο iMEdD, αυτή η εμπειρία τον διαμόρφωσε και στάθηκε το έναυσμα για τo διαρκές πάθος του για κυβερνητική λογοδοσία και, όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος, για «αντικατασκοπεία υπέρ της κοινωνίας των πολιτών».

Εάν δεν τον είχε απορρίψει ένα κολέγιο, ο ιδρυτής και διευθυντής του Citizen Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο θα είχε σπουδάσει δημοσιογραφία για να γίνει ερευνητής δημοσιογράφος, όπως οι δημοσιογράφοι του Watergate που θαύμαζε τόσο. Αντ’ αυτού, ακολούθησε την ακαδημαϊκή οδό, απέκτησε διδακτορικό στις διεθνείς σχέσεις και ίδρυσε μια διεπιστημονική ερευνητική μονάδα η οποία, δεκαετίες αργότερα, βρέθηκε στο επίκεντρο δημοσιογραφικών ερευνών με το επίθημα «–gate» σε ολόκληρο τον κόσμο. Κατά τη διάρκεια των ετών, ερευνητές του Citizen Lab έχουν συμβάλει στην επαλήθευση στοχευμένης κυβερνοκατασκοπείας και παραβιάσεων κινητών τηλεφώνων δημοσιογράφων και ακτιβιστών στην Κίνα, την Ισπανία, την Ουγγαρία, την Ελλάδα, την Ιταλία, το Μεξικό, την Πολωνία και τη Ρωσία, για να αναφέρουμε μόνο μερικές από τις περιπτώσεις.

Το σκάνδαλο των υποκλοπών στην Ελλάδα (Predatorgate) αποτέλεσε την αφορμή που ο Ντίμπερτ βρέθηκε στην Αθήνα, προσκεκλημένος, από το Eteron – Ινστιτούτο Έρευνας και Κοινωνικής Αλλαγής, ως κεντρικός ομιλητής στη δημόσια εκδήλωση «Who Watches the Watchers?», που έγινε την Πέμπτη 21 Μαΐου. Εκεί, ο ίδιος διηγήθηκε τον ρόλο του Citizen Lab στην αποκάλυψη της παρακολούθησης του οικονομικού δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη και δεκάδων άλλων Ελλήνων πολιτών, περιλαμβανομένων δημοσιογράφων, πολιτικών και άλλων αξιωματούχων.

Στην ομιλία του, ο Ντίμπερτ είπε ότι ο Κουκάκης και οι άλλοι Έλληνες ερευνητές δημοσιογράφοι που έγραψαν εκτενώς για το σκάνδαλο παρακολουθήσεων –οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν παρόντες στην αίθουσα– ήταν οι πραγματικοί «ήρωες» αυτής της ιστορίας, όχι ο ίδιος και οι ερευνητές του, που έπαιξαν «δευτερεύοντα», κυρίως τεχνικό, ρόλο. Και ενώ κάποιοι έχουν προσπαθήσει να παρουσιάσουν το Citizen Lab ως μεροληπτικό ή πολιτικά κινούμενο, ο Ντίμπερτ λέει ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τόνισε ότι η ομάδα του αποτελείται από ακαδημαϊκούς που εξετάζουν «παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στον κόσμο γύρω μας μέσα από τον φακό των ψηφιακών τεχνολογιών», χρησιμοποιώντας συστηματική, αυστηρή και εγκεκριμένη μεθοδολογία.

Και, όπως λέει, δεν έχουν ποτέ υπάρξει πιο απασχολημένοι.

Πώς ξεκίνησε το Citizen Lab; Έχει αλλάξει η αποστολή του τα τελευταία 25 χρόνια;

Προσλήφθηκα στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο το 1996 […] κάνοντας πολύ παραδοσιακή ακαδημαϊκή έρευνα γύρω από την τεχνολογία της πληροφορίας, το Διαδίκτυο και τη διεθνή ασφάλεια […] Με γοήτευσε αυτή η ιδέα χρήσης τεχνικών μέσων, για να παρακολουθούμε τις κυβερνήσεις και να τις αποτρέπουμε από το να εξαπατούν. Είχα έναν φοιτητή που παρακολούθησε ένα από τα μαθήματά μου, περίπου το 2000, και έγραψε μια πολύ αντισυμβατική εργασία, όπου συνδέθηκε σε σέρβερ στην Κίνα, για να συγκρίνει πώς ήταν να σερφάρεις στο Διαδίκτυο στην Κίνα σε σχέση με το Τορόντο. Και τότε μου ήρθε η φαεινή ιδέα και είπα «Θεέ μου, αυτό είναι ακριβώς αυτό που σκέφτομαι: υπάρχει ένας τρόπος να […] χρησιμοποιούμε τεχνικές μεθοδολογίες με ηθικά υπεύθυνο τρόπο, για να παρακολουθούμε τι κάνουν οι κυβερνήσεις στον κυβερνοχώρο». Και έτσι ετοίμασα μια πρόταση για ένα διεπιστημονικό ερευνητικό εργαστήριο που θα έκανε αυτό το είδος δουλειάς […] και η αποστολή που περιέγραψα είναι πολύ, πολύ κοντά σε αυτό που κάνουμε τώρα. Χρησιμοποίησα, μάλιστα, τη φράση «αντικατασκοπεία υπέρ της κοινωνίας των πολιτών» και δεν πίστευα ότι θα το κάναμε πραγματικά αυτό […] και τώρα, κοιτώντας πίσω, αυτό ακριβώς κάναμε.

Στην ομιλία σας είπατε ότι υπάρχει αυτή τη στιγμή κρίση στη φιλελεύθερη δημοκρατία. Γιατί το πιστεύετε αυτό;

Λοιπόν, νομίζω ότι τα σκάνδαλα κατασκοπευτικού λογισμικού που έχουμε φέρει στο φως αποτελούν συμπτώματα ενός πολύ βαθύτερου προβλήματος. Και το βαθύτερο πρόβλημα αφορά πραγματικά την ανερχόμενη τάση αυταρχισμού και δεσποτισμού, την παρακμή των ελέγχων και αντισταθμισμάτων εξουσίας και του κράτους δικαίου. Και […] σίγουρα ένας σημαντικός παράγοντας, πιστεύω, είναι το επιχειρηματικό μοντέλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης το οποίο μας έφερε σε αυτό το σημείο εξαρχής. Είναι σαν ένας φαύλος κύκλος από τον οποίο είναι δύσκολο να βγεις, και γι’ αυτό νομίζω ότι πολλά έχουν να κάνουν με το «κρυφό» επιχειρηματικό μοντέλο στο οποίο ζούμε σήμερα, που είναι ο καπιταλισμός της παρακολούθησης. Δεν είμαι Μαρξιστής ή κάτι τέτοιο – είναι απλώς προφανές.

Τα σκάνδαλα κατασκοπευτικού λογισμικού αποτελούν συμπτώματα ενός πολύ βαθύτερου προβλήματος. Ένας σημαντικός παράγοντας είναι το επιχειρηματικό μοντέλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που μας έφερε σε αυτό το σημείο εξαρχής […] που είναι ο καπιταλισμός της παρακολούθησης.

Ρον Ντίμπερτ, ιδρυτής και διευθυντής του Citizen Lab στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο

Στην ομιλία σας, αναφερθήκατε στο ADINT (advertising intelligence) ως αυτό που σας κρατά ξύπνιο τη νύχτα. Μπορείτε να μου πείτε περισσότερα για το πώς λειτουργεί και γιατί αποτελεί το νεότερο τμήμα της βιομηχανίας παρακολούθησης;

Το ADINT είναι ένας νέος τομέας, παρασιτικά δομημένος πάνω στην οικονομία παρακολούθησης. Η ψηφιακή αγορά προσωπικών δεδομένων βασίζεται σε ένα πολύ βασικό μοντέλο: κάθε εφαρμογή που χρησιμοποιείτε σήμερα έχει σχεδιαστεί για να συγκεντρώνει πληροφορίες σχετικά με εσάς, προκειμένου να σας προωθεί στοχευμένες διαφημίσεις. […] Όλα αυτά τα δεδομένα απλώς κυκλοφορούν εκεί έξω σε αυτόν τον διαφημιστικό χώρο, πολύ ανεπαρκώς ρυθμισμένα.

Έτσι, εμφανίζονται αυτές οι εταιρείες παρακολούθησης, το βλέπουν αυτό και λένε: «αυτό είναι τέλειο, ας το εκμεταλλευτούμε». […] Και συνδυάζουν τα δεδομένα που μπορούν να αντλήσουν από διαφημιστικά συστήματα και όλα τα στοιχεία ψηφιακής ταυτοποίησης με ανοιχτά δεδομένα που μπορούν να συλλέξουν, για να δημιουργήσουν έναν φάκελο για οποιονδήποτε. Αυτός ο φάκελος θα μπορούσε να περιλαμβάνει πού βρισκόμαστε εγώ και εσείς αυτή τη στιγμή· αν κάποιος ενδιαφερόταν, θα ήταν εύκολο για αυτόν να πει «ξέρω ακριβώς ποιοι είναι», και θα παρήγαγε έναν μακρύ κατάλογο πληροφοριών με τη διεύθυνσή μου στο Τορόντο, το Airbnb στο οποίο διαμένω, την τελευταία μου συναλλαγή με πιστωτική κάρτα, πού ήμουν χθες, πού ήμουν πριν από έξι μήνες κλπ.

Γι’ αυτό, νομίζω ότι τα κατασκοπευτικά λογισμικά γίνονται όλο και πιο εξελιγμένα, αλλά νομίζω, επίσης, ότι υπάρχει μια τάση απομάκρυνσης από αυτά. Επειδή οι κατασκευαστές συσκευών βελτιώνονται στον τομέα της ασφάλειας, το (Citizen) Lab βελτιώνεται στη διερεύνηση κατασκοπευτικού λογισμικού και όλο και περισσότεροι οργανισμοί είναι σε θέση να ερευνούν τέτοιο λογισμικό. Έτσι […] σφίγγει η θηλιά γύρω από τις εταιρείες κατασκοπευτικού λογισμικού.

Από κυβερνητική σκοπιά, πιθανότατα το βλέπεις αυτό και λες: γιατί να «χακάρω» ένα τηλέφωνο, όταν μπορώ απλώς να κινηθώ [προς το ADINT]; Δεν υπάρχει κάτι που κανείς μπορεί, ως ερευνητής, να βρει στη συσκευή κάποιου για να αποδείξει ότι του συνέβη κάτι τέτοιο, επειδή πρόκειται για παθητικά συλλεγόμενα δεδομένα που συμβαίνουν αθέατα στο παρασκήνιο στο τηλέφωνό σου. Δεν υπάρχει κάτι που μπορείς να κάνεις, για να προστατευθείς από αυτό, εκτός από το να μη χρησιμοποιείς τηλέφωνο.

Και αυτό που βρήκαμε σε εκείνη την τελευταία έρευνα (Uncovering Webloc) ήταν ότι υπάρχουν τόσες πολλές χώρες που φαίνεται να είναι πελάτες· είναι μια πολύ μυστική αγορά. Πολλές κυβερνήσεις δεν θέλουν να είναι γνωστό ότι κάνουν χρήση [ADINT], γιατί γνωρίζουν ότι πιθανότατα παραβιάζει τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία των Δεδομένων (ΓΚΠΔ). Στοιχηματίζω, θα έβαζα χρήματα στο τραπέζι εδώ, ότι υπάρχουν ελληνικές υπηρεσίες που χρησιμοποιούν αυτήν την τεχνολογία αυτή τη στιγμή. Και παρακολουθούν κόσμο με αυτή. Ελπίζω να παρακολουθούν κακούς ανθρώπους, αλλά είμαι σίγουρος ότι, δεδομένης της ιστορίας αυτής της χώρας, παρακολουθούν, επίσης, δημοσιογράφους, ακτιβιστές και άλλους.

Στοιχηματίζω ότι υπάρχουν ελληνικές υπηρεσίες που χρησιμοποιούν την τεχνολογία ADINT αυτή τη στιγμή. Και παρακολουθούν κόσμο με αυτή. Ελπίζω να παρακολουθούν κακούς ανθρώπους, αλλά είμαι σίγουρος ότι, δεδομένης της ιστορίας αυτής της χώρας, παρακολουθούν, επίσης, δημοσιογράφους, ακτιβιστές και άλλους.

Ο Ρον Ντίμπερτ, ιδρυτής και διευθυντής του Citizen Lab στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο

Χαρακτηρίσατε τους Έλληνες δημοσιογράφους, που ήταν στο κοινό κατά την ομιλία σας, «ήρωες». Σωστά;  

Εκατό τοις εκατό. Είναι απίστευτο. Εννοώ, ο Θανάσης Κουκάκης είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Χρειάζονται άτομα σαν αυτόν και σαν την Ελίζα (Τριανταφύλλου, του Inside Story) – αυτοί είναι ήρωες. Ειλικρινά, ο ρόλος μας σε όλο αυτό το θέμα είναι δευτερεύων, καθαρά δορυφορικός. Για πολλά σε αυτή την υπόθεση, δεν είμαστε εμείς υπεύθυνοι. Είναι πραγματικά η δική τους δουλειά, και είναι εκπληκτικό να βλέπεις ότι, παρά όλη τη διαφθορά και την κατάχρηση εξουσίας σε αυτή τη χώρα και τη στοχευμένη παρακολούθηση, αυτοί οι δημοσιογράφοι συνεχίζουν να αποκαλύπτουν πράγματα και να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Χρειαζόμαστε περισσότερο από αυτό – η δημοσιογραφία βρίσκεται σε κρίση παγκοσμίως.

Με την έκθεση που συνεπάγεται η δουλειά σας, έχετε ποτέ δεχθεί προσωπικές απειλές ή έχει χακαριστεί το τηλέφωνό σας;

Δεν μπορείς να κάνεις αυτό το είδος δουλειάς χωρίς αυτό – είναι μέρος του παιχνιδιού. Μερικές φορές είναι λίγο πιο επίφοβo. Εάν προσπαθήσετε να μας εντοπίσετε στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, δεν εντοπιζόμαστε εύκολα. Δεν αναφερόμαστε πουθενά. Αυτό αποτελεί μέρος της ανάλυσης κινδύνων και υπολογίζουμε, ας πούμε, πώς τα πάμε όσον αφορά στην προστασία μας από όλους αυτούς τους κινδύνους. Βοηθά ότι, όταν εξετάζω το κινητό κάποιου, εξετάζω ταυτόχρονα και το δικό μου.

Ο Ρον Ντίμπερτ κατά το πάνελ συζήτησης, στο πλίαισιο της δημόσιας εκδήλωσης του Eteron, «Who Watches the Watchers?». Φωτογραφία: Eteron/Σωτήρης Τσίτος.

Μπορείτε να περιγράψετε τη μεθοδολογία σας; Εάν κάποιος επικοινωνήσει μαζί σας και πει «νομίζω ότι με παρακολουθούν ή ότι έχουν χακάρει το τηλέφωνο μου», μπορείτε να μου αναλύσετε τη διαδικασία;

Υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους μπορούμε να ερευνήσουμε τις υποκλοπές και το στοχευμένο χακάρισμα. Ο ένας είναι να εξετάζουμε εξ αποστάσεως την υποδομή των εταιρειών κατασκοπευτικού λογισμικού· συνήθως δημιουργούν για τους πελάτες τους μια πολύπλοκη υποδομή διακομιστών που έχει σκοπό να αποκρύψει πώς τα δεδομένα φτάνουν από το χακαρισμένο τηλέφωνο στους κατασκόπους στην άλλη άκρη. Μπορεί κανείς να το εξακριβώσει αυτό με διάφορους τρόπους, γιατί δεν το ρυθμίζουν πάντα με αόρατο τρόπο. Μπορείς να αρχίσεις να συναρμολογείς ποιοι είναι οι κυβερνητικοί πελάτες τους και ούτω καθεξής.

Τώρα, υπάρχουν ειδοποιήσεις που αποστέλλονται από Apple, WhatsApp, Google. Αυτό έγινε κατόπιν δικής μας παρότρυνσης, παρεμπιπτόντως – τους είπαμε ότι πρέπει να το κάνουν αυτό ως δημόσια υπηρεσία.

Ας πούμε ότι διαπιστώνω ότι το τηλέφωνό σας έχει χακαριστεί. Το πρώτο που κάνω είναι να καθίσω μαζί σας και να πω: «μέσα στο γραφείο ή τον κοινωνικό περίγυρο σας, ποιος άλλος είναι πιθανό να έχει χακαριστεί; Μπορείτε να με φέρετε σε επαφή μαζί τους;». Μόλις συλλέξουμε αρχεία καταγραφής και ανάλυσης από το τηλέφωνο κάποιου, εξετάζουμε ουσιαστικά μια αναφορά σφαλμάτων – τον ίδιο τύπο που δημιουργείται όταν μια εφαρμογή «κρασάρει» και την αποστέλλεις στην Apple, αυτό εξετάζουμε. Και προσπαθούμε να εντοπίσουμε δύο διαφορετικά πράγματα.

Το ένα είναι εάν υπάρχουν, στην αναφορά σφαλμάτων, στοιχεία ταυτοποίησης που έχουμε και δεν δημοσιεύουμε, και τα οποία σχετίζονται με έναν ή περισσότερους προμηθευτές κατασκοπευτικού λογισμικού. Είναι σαν δακτυλικό αποτύπωμα· μερικές φορές μπορούμε να δούμε και να πούμε ότι αυτό το άτομο χακαρίστηκε με Pegasus στις 21 Οκτωβρίου 2022, στις 09:41 π.μ. – είναι τόσο συγκεκριμένο. Ή ψάχνουμε ανωμαλίες: αυτές οι αναφορές σφαλμάτων θα έπρεπε να ακολουθούν μια συγκεκριμένη δομή και, αν υπάρχει κάτι ασυνήθιστο μέσα σε αυτές, θα πούμε ότι αυτό φαίνεται ύποπτο. Και στη συνέχεια […] μπορεί να επικοινωνήσουμε με ομάδες ανάλυσης ψηφιακών απειλών σε διάφορες εταιρείες. Δεν λειτουργεί πάντα, αλλά μερικές φορές λαμβάνουμε πληροφορίες πίσω.

Και μόλις συγκεντρώσουμε τα δεδομένα, ας πούμε ότι έχουμε θετικό αποτέλεσμα μόλυνσης, σκεφτόμαστε τι θέλει να κάνει το άτομο. Δεν αποφασίζουμε εμείς αν θα το δημοσιεύσουμε ή όχι – είναι στο χέρι του ατόμου. Αυτό είναι μέρος της δεοντολογίας. Οπότε, υπάρχουν πολλές, πολλές περιπτώσεις που δεν δημοσιεύουμε.

Τι θα έπρεπε να κάνουν οι δημοσιογράφοι, όταν κάνουν έρευνες σαν αυτές;

Αυτή τη στιγμή, αυτό που λέμε στους ανθρώπους είναι: εάν ακούσετε για οποιονδήποτε που έχει λάβει ειδοποίηση από Apple ή από WhatsApp ή Google, […] αντιμετωπίστε το με μεγάλη σοβαρότητα. Αυτό είναι σχεδόν σίγουρα απόδειξη ότι κάποιος έχει χακαριστεί ή στοχοποιηθεί. Εάν ήμουν δημοσιογράφος σε μια τέτοια χώρα, θα χρησιμοποιούσα τις πηγές μου και θα είχα τα ραντάρ μου ανοιχτά, για να διαπιστώσω αν κάποιος στο περιβάλλον μου έχει λάβει ειδοποίηση. Εάν έχετε, ενημερώστε με αμέσως και θα διερευνήσω περαιτέρω. Αυτός είναι συνήθως ο καλύτερος δείκτης ότι κάτι συμβαίνει.

Αυτό που λέμε στους ανθρώπους είναι: εάν ακούσετε για οποιονδήποτε που έχει λάβει ειδοποίηση από Apple ή από WhatsApp ή Google, […] αντιμετωπίστε το με μεγάλη σοβαρότητα. Αυτό είναι σχεδόν σίγουρα απόδειξη ότι κάποιος έχει χακαριστεί ή στοχοποιηθεί.

Ρον Ντίμπερτ, ιδρυτής και διευθυντής του Ciitizen Lab στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο

Οπότε, εάν ήμουν δημοσιογράφος και συναντούσα κάποιον που είχε λάβει αυτήν την ειδοποίηση από την Apple, θα τον συμβούλευα να απευθυνθεί στη Διεθνή Αμνηστία ή στο Citizen Lab ή τον [οργανισμό] Access Now για το τεχνικό σκέλος και, στη συνέχεια, θα άρχιζα να του μιλάω: «Λοιπόν, ποιος είστε; Ποιο είναι το επάγγελμά σας; Ποιος είναι πιθανόν να θέλει να χακάρει το τηλέφωνό σας; Ποιος νομίζετε ότι το έκανε; Πότε συνέβη;». […] Με την ανάλυση, μπορεί να δει κανείς την ακριβή ώρα και ημερομηνία που χακαρίστηκε το τηλέφωνο κάποιου. Οπότε, το πρώτο πράγμα που κάνεις είναι να τον ρωτάς εάν έχει ημερολόγιο. «Τι κάνατε εκείνη την ημέρα; Γιατί κάποιος ενδιαφερόταν για σας εκείνη τη στιγμή;».

Μία από τις πιο πρόσφατες εκθέσεις σας αφορά «αδυσώπητες» επιθέσεις phishing εναντίον Κινέζων ακτιβιστών που υπερασπίζονται τη δημοκρατία, τις μειονότητες, καθώς και δημοσιογράφους. Μπορείτε να περιγράψετε μερικές από τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται σε αυτές τις απάτες phishing και, επίσης, γιατί στοχεύουν δημοσιογράφους, κατά τη γνώμη σας;

Οι δημοσιογράφοι είναι διαρκείς στόχοι κατασκοπευτικών λογισμικών, της κινεζικής κατασκοπείας, της ρωσικής κυβερνοκατασκοπείας. Γιατί; Διότι διεξάγουν έρευνες για θέματα που συνήθως οι δράστες δεν θέλουν να γνωρίζει ο κόσμος. Οπότε, προσπαθούν να φτάσουν τους δημοσιογράφους για να τους εμποδίσουν ή για να μάθουν ποιες είναι οι πηγές τους. Θέλουν να μάθουν τι γνωρίζουν οι δημοσιογράφοι.

Οι δημοσιογράφοι είναι διαρκείς στόχοι κατασκοπευτικών λογισμικών, διότι διεξάγουν έρευνες για θέματα που συνήθως οι δράστες δεν θέλουν να γνωρίζει ο κόσμος. Οπότε, προσπαθούν να φτάσουν τους δημοσιογράφους για να τους εμποδίσουν ή για να μάθουν ποιες είναι οι πηγές τους.

Ρον Ντίμπερτ, ιδρυτής και διευθυντής του Citizen Lab στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο

Σε αυτήν την περίπτωση, όλα ξεκίνησαν αφότου το ICIJ (International Consortium of Investigative Journalists –Διεθνής Κοινοπραξία Ερευνητών Δημοσιογράφων) δημοσίευσε […] το China Targets, […] σχετικά με την ψηφιακή διακρατική καταστολή –την Κίνα που απλώνεται πέρα από τα σύνορα για να φιμώσει τη διαφωνία, οπουδήποτε κι αν βρίσκεται. Και αφού δημοσιεύτηκε εκείνη η έκθεση, μία από τις κύριες δημοσιογράφους μάς ειδοποίησε ότι είχε λάβει αυτήν την ύποπτη επικοινωνία. Ο τρόπος που παρουσιαζόταν δεν ήταν σαν ένα μήνυμα στο οποίο κάνεις κλικ και θα μολύνει τον υπολογιστή σου. Αντίθετα, ήταν ένα εμφανώς αξιόπιστο αίτημα επικοινωνίας, του τύπου «είμαι αντιφρονών» ή whistleblower, κάτι που ως δημοσιογράφος θα σε έκανε να σκεφτείς «εντάξει, αυτό φαίνεται πολύ ενδιαφέρον, θα εμπλακώ». Αυτό είναι, επίσης, κάτι που οι Ρώσοι φαίνεται να κάνουν πολύ.

Αλλά επειδή το είχαμε εντοπίσει, είπαμε: όχι, αυτός δεν είναι αυτός που ισχυρίζεται ότι είναι. Ας παίξουμε το παιχνίδι τους (αυτό ήταν πραγματικά αρκετά διασκεδαστικό και ενδιαφέρον να κάνουμε), […] για να αντλήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες από αυτούς. Και αυτό κάναμε.

H συνέντευξη έχει υποστεί επιμέλεια για λόγους έκτασης και σαφήνειας.

Ο Ρον Ντίμπερτ βρέθηκε στην Αθήνα, ως κεντρικός ομιλητής στη δημόσια εκδήλωση που διοργάνωσσε το Eteron – Ινστιτούτο Έρευνας και Κοινωνικής Αλλαγής, με τον τίτλο «Who Watches the Watchers? Spyware, κράτος δικαίου και η άμυνα της δημοκρατίας», η οποία έγινε την Πέμπτη 21 Μαΐου 2026.

Creative Commons license logo