Θεματα

H αναπηρία στο προσκήνιο και το αφήγημα της είδησης

Δημοσιογράφοι, αρχισυντάκτες και καινοτόμοι των μέσων ενημέρωσης μίλησαν στο iMEdD για την ορατότητα των δημοσιογράφων με αναπηρία και τον τρόπο με τον οποίο επαναπροσδιορίζουν το ποιος δημιουργεί τις ειδήσεις, ποιες εμπειρίες διαμορφώνουν την κάλυψη και ποιο κοινό πρέπει να υπηρετεί η δημοσιογραφία.

Στις 13 Ιουλίου 2024, ο επικεφαλής ανταποκριτής του BBC στις ΗΠΑ, Γκάρι Ο’Ντόναχιου (Gary O’Donoghue), ετοιμαζόταν για ζωντανή μετάδοση έξω από την προεκλογική συγκέντρωση του Ντόναλντ Τραμπ στο Μπάτλερ της Πενσυλβανίας, όταν άκουσε τους πυροβολισμούς.

Η ομιλία του Τραμπ σταμάτησε απότομα, θυμάται. Στη συνέχεια ακούστηκαν κραυγές. Μέσα σε λίγα λεπτά, ενώ οι αστυνομικές Aρχές προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί, εκείνος έκανε αυτό που κάνουν οι δημοσιογράφοι σε στιγμές έκτακτης ανάγκης: συγκέντρωνε πληροφορίες. 

Ο παραγωγός του βρήκε έναν άνδρα ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είχε δει τον δράστη και είχε προσπαθήσει να ειδοποιήσει τις Μυστικές Υπηρεσίες πριν από τους πυροβολισμούς. Ο μάρτυρας προέβαινε σε απίθανους ισχυρισμούς εν μέσω ενός χαοτικού και ταχέως εξελισσόμενου γεγονότος.

Το να βγει στον αέρα δεν ήταν εύκολη απόφαση. 

«Το ενδιαφέρον είναι ότι, όντας τυφλός, δεν έβλεπα την εμφάνισή του», θυμάται, μιλώντας στο iMEdD από την Ουάσιγκτον. «Άκουγα τι έλεγε».

Άρχισε να του κάνει ερωτήσεις, επιμένοντας στις λεπτομέρειες. Οι απαντήσεις του παρέμειναν ίδιες. Στη συνέχεια, η συνέντευξη έγινε viral. Αυτή ήταν μία από τις πρώτες μαρτυρίες που μεταδόθηκαν εκείνη την ημέρα σχετικά με την απόπειρα δολοφονίας, και αργότερα συνέβαλε στη διαμόρφωση της αρχικής εκτίμησης των γεγονότων.

Ο Γκάρι Ο’Ντόναχιου, ενώ προσπαθεί να καλυφθεί έξω από την προεκλογική συγκέντρωση του Ντόναλντ Τραμπ στο Μπάτλερ της Πενσυλβανίας. Φωτογραφία: Στιγμιότυπο οθόνης από το BBC News.

Πρόσθεσε ότι, αν είχε τη δυνατότητα να τον δει, ίσως να το είχε ξανασκεφτεί πριν τον βγάλει στον αέρα, επηρεασμένος από την εμφάνισή του. Τον Νοέμβριο του 2024, δήλωσε στον Guardian ότι «η όραση μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο αλλά… οι λέξεις ήταν αυτές που είχαν πραγματική σημασία».

«Η δημοσιογραφία είναι πολύ ταιριαστό επάγγελμα για ένα τυφλό άτομο»

Ο Γκάρι Ο’Ντόναχιου, ο οποίος έχασε την όρασή του σε ηλικία οκτώ ετών, είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους δημοσιογράφους του BBC. Είναι μέλος μιας μικρής ομάδας τυφλών δημοσιογράφων του BBC, συμπεριλαμβανομένων των Σον Ντίλεϊ (Sean Dilley) και Τζόνι Κάσιντι (Johny Cassidy), οι οποίοι υπερασπίζονται την προσβασιμότητα και την συμπερίληψη της αναπηρίας.

Όπως είπε, από την αρχή της καριέρας του έχει αλλάξει την αντίληψη που επικρατεί για την τυφλότητα. Αυτό δεν τον εμπόδισε ποτέ να βρίσκεται εκεί όπου συμβαίνουν τα γεγονότα.

«Η δημοσιογραφία είναι πολύ ταιριαστό επάγγελμα για ένα τυφλό άτομο», λέει. Μεγάλο κομμάτι της δουλειάς περιστρέφεται γύρω από τo να ακούς, μιλώντας με ανθρώπους πρόσωπο με πρόσωπο, διεξάγοντας συνεντεύξεις και εντοπίζοντας λεπτομέρειες που μπορεί να διαφεύγουν από άλλους. Το να ακούς, υποστήριξε, είναι μία από τις πιο σημαντικές δεξιότητες ενός πολιτικού ρεπόρτερ. Πάρα πολλοί δημοσιογράφοι, ειδικά στο πολιτικό ρεπορτάζ, είναι «προγραμματισμένοι να “στέλνουν μηνύματα” συνεχώς αντί να λαμβάνουν», πρόσθεσε.

Όπως είπε, από την αρχή της καριέρας του έχει αλλάξει την αντίληψη που επικρατεί για την τυφλότητα. Αυτό δεν τον εμπόδισε ποτέ να βρίσκεται εκεί όπου συμβαίνουν τα γεγονότα.

Χτίζοντας μια καριέρα χωρίς καθοδήγηση

Στα πρώτα του χρόνια ως δημοσιογράφος, κατά βάση δεν υπήρχε το πρότυπο του τυφλού δημοσιογράφου στα βρετανικά ΜΜΕ. Παρόλο που οι εμπειρίες άλλων τυφλών δημοσιογράφων τον βοήθησαν να πειστεί ότι μια καριέρα στη δημοσιογραφία ήταν εφικτή, οι περισσότεροι από αυτούς ασχολούνταν με θέματα που αφορούσαν άτομα με αναπηρία, όπως είπε.

Η φιλοδοξία του, ωστόσο, ήταν να κάνει ρεπορτάζ για την κύρια ειδησεογραφία και την πολιτική.

«Υπήρχαν άνθρωποι που ήταν πολύ επιφυλακτικοί ως προς το αν ένα άτομο με αναπηρία, και ειδικά ένας τυφλός, μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά», πρόσθεσε ο Ο’Ντόναχιου. «Ηταν δύσκολο να αποδεχτείς στα 21 σου χρόνια ότι ο κόσμος σού έλεγε πως ήταν αδύνατο».

Τα εμπόδια ήταν πρακτικά. Τον πρώτο καιρό, μεγάλο μέρος του αρχειακού υλικού του BBC υπήρχε μόνο σε χαρτί. Οι δημοσιογράφοι που ερευνούσαν ένα θέμα λάμβαναν από το αρχείο μεγάλες στοίβες φωτοτυπημένων αποκομμάτων εφημερίδων. Για τον Ο’Ντόναχιου, αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να βασιστεί σε συναδέλφους, φίλους ή συνεργάτες για να του διαβάσουν δυνατά το υλικό. «Πάντα ζητούσες από κάποιον να σου παραχωρήσει τον χρόνο του», σημείωσε. Αυτό οδηγούσε συχνά σε μια καθυστέρηση μίας ή δύο ημερών, ολόκληρη αιωνιότητα για μια αίθουσα σύνταξης που κυνηγάει τις προθεσμίες.

Η τεχνολογία και η υποστήριξη των συναδέλφων του τον βοήθησαν να ξεπεράσει πολλά τεχνικά εμπόδια. Επίσης, βοηθήθηκε από τους προϊσταμένους του, οι οποίοι εμπιστεύονταν τις ικανότητές του.

Σήμερα, ως ανταποκριτής για την τηλεόραση, ο Ο’Ντόναχιου συνεργάζεται στενά με τους παραγωγούς και τα τηλεοπτικά συνεργεία. Για τον ίδιο, το να διατηρεί μια σταθερή ροή πληροφοριών είναι απαραίτητο και ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά, που αναζητά σε έναν παραγωγό.

Καταργώντας τα εμπόδια

«Για μένα, η εκπροσώπηση δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους που εμφανίζονται στην οθόνη, αλλά και την εκπροσώπηση των συμφερόντων τους στον δημόσιο διάλογο. Δεν πρόκειται για μια άσκηση με κουτάκια όπου μπορείς να πεις: «Έχουμε αυτό το άτομο» ή «Έχουμε εκείνο το άτομο». Το ερώτημα είναι: «Φέρνουν πραγματικά κάποια αλλαγή;», δήλωσε ο ραδιοφωνικός παραγωγός του BBC Γουίλιαμ Κρέμερ (William Kremer).

Το 2025, στο πλαίσιο του fellowship στο Ινστιτούτο Reuters, ο Κρέμερ διεξήγαγε έρευνα σχετικά με αυτό που ονόμασε «διαρθρωτικό τυφλό σημείο» στη δημοσιογραφία.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, εκτιμάται ότι 1,2 εκατομμύρια ενήλικες, δηλαδή πάνω από το 2% του πληθυσμού, έχουν μαθησιακές δυσκολίες ή δια βίου νοητική αναπηρία. Ωστόσο, δεν βρήκε κανένα μεγάλο ειδησεογραφικό οργανισμό στη χώρα που να παράγει με συνέπεια ειδήσεις σε απλουστευμένη γλώσσα για την ομάδα αυτή.

Η ιδέα για την έρευνά του προέκυψε από την εμπειρία του ως πατέρας ενός γιου με αυτισμό και μιας κόρης με σοβαρή μαθησιακή δυσκολία. «Εργαζόμουν ως δημοσιογράφος και μετά από λίγο καιρό άρχισα να αναρωτιέμαι πώς η πρωινή μου δουλειά συμβάδιζε με τον απογευματινό μου ρόλο ως φροντιστή της κόρης μου και πώς η κοινότητά της εξυπηρετούνταν – ή δεν εξυπηρετούνταν – από τους δημοσιογραφικούς οργανισμούς», δήλωσε στο iMEdD.

Έναν χρόνο πριν πάρει άδεια [από την εργασία του] για να ερευνήσει διεξοδικότερα το θέμα στην Οξφόρδη, είχε προσεγγίσει τους συντάκτες του BBC με μια πρόταση για την υποστήριξη των ατόμων με μαθησιακές δυσκολίες με μια «εύληπτη» έκδοση της προεκλογικής κάλυψης ενόψει των γενικών εκλογών. Καθώς η ψηφοφορία προκηρύχθηκε νωρίτερα από το αναμενόμενο, το σχέδιο δεν προχώρησε.

Εργαζόμουν ως δημοσιογράφος και μετά από λίγο καιρό άρχισα να αναρωτιέμαι πώς η πρωινή μου δουλειά συμβάδιζε με τον απογευματινό μου ρόλο ως φροντιστή της κόρης μου και πώς η κοινότητά της εξυπηρετούνταν – ή δεν εξυπηρετούνταν – από τους δημοσιογραφικούς οργανισμούς.

Γουίλιαμ Κρέμερ, ραδιοφωνικός παραγωγός, BBC.

«Αυτό με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι εμείς, το BBC, δεν ξέραμε πραγματικά τίποτα για αυτό το κοινό. Δεν ξέραμε τίποτα για τις συνήθειες κατανάλωσης ειδήσεων που είχε [αυτό το κοινό], δεν είχαμε καμία επαφή μαζί τους, δεν διαθέταμε ανθρώπους με τα κατάλληλα προσόντα, δεν είχαμε κατάλληλα φορμάτ», είπε.

Αναζητώντας παραδείγματα αλλού, στράφηκε προς τους δημόσιους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς σε όλη την Ευρώπη που είχαν ήδη πειραματιστεί με μορφές ειδήσεων προσβάσιμες σε όλους. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο εθνικός δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός της Γερμανίας, ARD, και ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας της Αυστρίας, ORF. Και οι δύο παράγουν ειδήσεις σε εύληπτη γλώσσα στην κατανόηση για άτομα με νοητική αναπηρία και άλλους που ενδέχεται να δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν την τυπική ειδησεογραφική κάλυψη.

Ανακάλυψε επίσης το νορβηγικό TV BRA (που σημαίνει «Καλή Τηλεόραση»), ένα μη κερδοσκοπικό κανάλι που είχε πρωτοστατήσει σε μια διαφορετική προσέγγιση: την παραγωγή ειδήσεων σε απλή γλώσσα, τοποθετώντας παράλληλα δημοσιογράφους με αναπηρία μπροστά από την κάμερα, καθιστώντας τους όχι μόνο το κοινό της προσβάσιμης δημοσιογραφίας αλλά και τους συντάκτες και παρουσιαστές της.

Το 2021, δημοσιογράφοι σκηνοθέτησαν ένα κόλπο μεταξύ αστείου και σοβαρού, κατά το οποίο «απήγαγαν» τον Νορβηγό πολιτικό Γιόνας Γκούρα (Yonas Gura) και τον υποχρέωσαν να δώσει συνέντευξη, ρωτώντας τον τι θα έκανε για την προώθηση της ισότητας των ατόμων με αναπηρία.

«Εάν είσαι πολιτικός και κάποιος σου κάνει μια ερώτηση, νομίζω ότι έχει σημασία ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος», δήλωσε ο Κρέμερ. «Είναι άλλο πράγμα αν αυτό το άτομο δεν ανήκει στην κατηγορία των ατόμων με αναπηρία και ρωτάει για τα άτομα με αναπηρία. Και άλλο αν κάποιος με αναπηρία ρωτάει “Τι θα κάνεις για ανθρώπους σαν εμένα;”. Αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν οι πολιτικοί – και νομίζω ότι επηρεάζει επίσης το αν θα τηρήσουν τις υποσχέσεις τους».

Καμίλα Κβάλχαϊμ, ιδρύτρια και αρχισυντάκτρια του TV BRA.

Από την εκπαίδευση στη μετάδοση: μια αίθουσα σύνταξης χωρίς αποκλεισμούς στην πράξη

Με έδρα το Μπέργκεν, το TV BRA απασχολεί σήμερα 12 δημοσιογράφους με αναπηρία, τέσσερις από αυτούς με πλήρη απασχόληση. Στο δυναμικό του περιλαμβάνονται, επίσης, δημοσιογράφοι, συντάκτες και τεχνικοί χωρίς αναπηρία, οι οποίοι συμμετέχουν με βάση τις απαιτήσεις κάθε θέματος στο πλευρό της δημοσιογραφικής ομάδας. «Μια γραμμή παραγωγής εκπομπών μπορεί να περιλαμβάνει έως και 20 άτομα, ανάλογα με τον αριθμό των συνεργατών που συμμετέχουν», δήλωσε η Καμίλα Κβάλχαϊμ (Camilla Kvalheim), η οποία ίδρυσε το TV BRA και τώρα είναι η υπεύθυνη σύνταξης.

Η Κβάλχαϊμ δεν έχει κάποια αναπηρία, αλλά στο παρελθόν είχε συνεργαστεί με άτομα με μαθησιακές δυσκολίες στην εκπαίδευση και το θέατρο. Η παραγωγή του καναλιού υπόκειται στα ίδια δημοσιογραφικά πρότυπα με οποιαδήποτε άλλη τηλεοπτική παραγωγή στη Νορβηγία ή αλλού, δήλωσε στο iMEdD, μιλώντας από τα κεντρικά του, που βρίσκονται σε στρατηγική θέση στο Media City Bergen, ένα συγκρότημα κτιρίων, το οποίο φιλοξενεί και άλλα γραφεία νορβηγικών μέσων ενημέρωσης.

Η ιδέα για το TV BRA διαμορφώθηκε γύρω στο 2010, πριν το κανάλι να τεθεί σε λειτουργία το 2020, εκπέμποντας σε πολλαπλές πλατφόρμες, συμπεριλαμβανομένης μιας εφαρμογής, ενός ιστότοπου και της Apple TV.

Το αρχικό κίνητρο, όπως είπε, ήταν απλό: να δοθούν ευκαιρίες σε άτομα με αναπηρία να αναπτυχθούν επαγγελματικά και προσωπικά μέσω της υπευθυνότητας και της πραγματικής συντακτικής εργασίας. «Το θέμα ήταν να ακουστεί η φωνή τους στις κοινότητές τους και στην κοινωνία», πρόσθεσε. «Έχουμε ελευθερία του λόγου, αλλά χωρίς μια πλατφόρμα, χωρίς ένα μέρος όπου μπορούν να συνεισφέρουν, οι φωνές τους δεν ακούγονται».

Ο Άντερς Τέσλο (αριστερά), δημοσιογράφος του TV BRA, ο Μόρτεν Σάντοϊ (στο κέντρο), παρουσιαστής ειδήσεων του TV 2, και ο παρουσιαστής Έρλινγκ Ντου Μπέργκετ εμφανίζονται στον αέρα κατά τη διάρκεια της ετήσιας εκπομπής του TV BRA για την Πρωτοχρονιά, «Tid for omtanke» («Ώρα για περισυλλογή»), η οποία ανασκόπησε τα σημαντικότερα νέα και γεγονότα της χρονιάς μέσα από τα μάτια ατόμων με μαθησιακές δυσκολίες. Φωτογραφία: TV BRA.

Οι δημοσιογράφοι εκπαιδεύονται μέσω της πρακτικής, τόνισε η Κβάλχαϊμ. «Δεν μιλάμε πολύ, απλώς πράττουμε». Η έμφαση δίνεται στην άμεση οπτική επαφή με την κάμερα, στον σωστό χειρισμό του μικροφώνου και στη σαφή παρουσίαση στην κάμερα, που περιλαμβάνει το όνομα, τον ρόλο, την τοποθεσία και τη δραστηριότητα.  

Το θέμα ήταν να ακουστεί η φωνή τους στις κοινότητές τους και στην κοινωνία. Έχουμε ελευθερία του λόγου, αλλά χωρίς μια πλατφόρμα, χωρίς ένα μέρος όπου μπορούν να συνεισφέρουν, οι φωνές τους δεν ακούγονται.

Καμίλα Κβάλχαϊμ, ιδρύτρια του TV BRA και υπεύθυνη σύνταξης

Αν και τα θέματα που σχετίζονται με την αναπηρία συνιστούν μια φυσιολογική εστίαση, δεδομένης της εμπειρίας των δημοσιογράφων και της επιθυμίας τους να καλύψουν θέματα από τη δική τους οπτική γωνία, πρόσθεσε η Κβάλχαϊμ, οι δημοσιογράφοι του TV BRA καλύπτουν, επίσης, και τις γενικές ειδήσεις και έχουν ένα γενικό κοινό. Το 2025, συνεργάστηκε με το TV2 για την κάλυψη των εθνικών εκλογών, δίνοντας τη δυνατότητα στους δημοσιογράφους του να συνεισφέρουν και να παρουσιάσουν την εκπομπή. 

Η Σόνια Βίελοου, υπεύθυνη του προγράμματος «Tagesschau in Einfacher Sprache» (Ημερήσιες Ειδήσεις σε Απλή Γλώσσα).

Η οπτική της αναπηρίας, ένα δημόσιο αγαθό

Το ARD, ο εθνικός δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός της Γερμανίας, και ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας της Αυστρίας ORF παράγουν δελτία σε απλουστευμένη γλώσσα, με σκοπό να καταστήσουν την επικαιρότητα πιο προσιτή στα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες. Τα προγράμματα εξυπηρετούν επίσης ένα ευρύτερο κοινό, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων με άνοια και των μεταναστών με περιορισμένη γνώση της εθνικής γλώσσας, συμβάλλοντας στην προσέλκυση τηλεθεατών τους οποίους τα παραδοσιακά ειδησεογραφικά μέσα συχνά αδυνατούν να προσεγγίσουν και οι οποίοι διαφορετικά μπορεί να απέχουν εντελώς από την ενημέρωση.

Το πρόγραμμα του ARD εκπέμπεται στις 7 μ.μ. κάθε μέρα. Περιέχει τρία ή τέσσερα ειδησεογραφικά θέματα και παράγεται από τους ίδιους παρουσιαστές στο ίδιο στούντιο με τις καθιερωμένες ειδήσεις.

«Δεν παράγουμε ένα πρόγραμμα για άτομα με αναπηρία», λέει η Σόνια Βιέλοου (Sonja Wielow), επικεφαλής του προγράμματος «Tagesschau in Einfacher Sprache» (Ημερήσιες Ειδήσεις σε Απλή Γλώσσα). «Θέλουν ειδήσεις και μαθαίνουν τις ειδήσεις. Δεν είναι ένα πρόγραμμα εστιασμένο ειδικά στις ανάγκες τους. Καλύπτουμε τον πόλεμο, την κλιματική κρίση και όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Είναι νέα για ενήλικες – όχι για παιδιά».

Από το 2020, το ORF παρουσιάζει καθημερινά ειδήσεις σε απλή γλώσσα στην μπλε ειδησεογραφική του σελίδα, η οποία παράγεται σε συνεργασία με το Αυστριακό Πρακτορείο Τύπου και μια ομάδα σύνταξης χωρίς αποκλεισμούς, προσελκύοντας σχεδόν δύο εκατομμύρια προβολές σελίδων. Μεταδίδει επίσης μια πεντάλεπτη περίληψη των βραδινών ειδήσεων σε απλή γλώσσα στο ORF III, που προβάλλεται τις καθημερινές, με αργή ομιλία και υπότιτλους για τη βελτίωση της προσβασιμότητας.

«Είναι εξαιρετικά υποτιμημένο και σημαντικό να γνωστοποιηθεί ότι πολλοί άνθρωποι απλώς δεν κατανοούν τις τυπικές ειδήσεις και, ως εκ τούτου, δεν έχουν πρόσβαση στην πληροφόρηση. Το News in Plain Language βοηθά αυτούς τους ανθρώπους. Αυτή η ευαισθητοποίηση πρέπει πρώτα να φτάσει στους παρόχους μέσων ενημέρωσης και στους δημοσιογράφους», δήλωσε η Άνα Μαρκ (Anna Mark), υπεύθυνη του προγράμματος ENACT της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ORF News και υπεύθυνη για τις ειδήσεις σε απλή γλώσσα (Einfache Sprache).

Τα μέλη αυτής της συμπεριληπτικής συντακτικής ομάδας είναι άτομα με μαθησιακές δυσκολίες, λέει η Μαρκ. Έχοντας υπόβαθρο στην επικοινωνία και εστίαση στη σχέση μεταξύ των μέσων ενημέρωσης και των ατόμων με αναπηρίες, δήλωσε ότι βλέπει πολλές δυνατότητες στο πρόγραμμα. Το γεγονός ότι μερικοί «απόφοιτοι» της συντακτικής ομάδας απασχολούνται ως προσωπικό τώρα στο ORF είναι σημαντικό.

Αμφισβητώντας το σύστημα 

Το 2008, ο Ο’Ντόναχιου έκλεισε με διακανονισμό την αγωγή του για διακρίσεις λόγω αναπηρίας κατά του BBC μετά από διαμάχη σχετικά με τις ευκαιρίες που του δίνονταν στον τηλεοπτικό χρόνο. Η απόφασή του να αντιταχθεί σε αυτό που θεωρούσε άνιση μεταχείριση δεν ήρθε ξαφνικά. Μέχρι τότε, ο Ο’Ντόναχιου είχε περάσει 15 χρόνια ως ανταποκριτής ειδήσεων πλήρους απασχόλησης. Για αρκετά χρόνια, είπε, είχε αρχίσει να ανησυχεί όλο και περισσότερο για τις αποστολές που του ανατίθεντο –και δεν του ανατίθεντο. Σε σύγκριση με τους συναδέλφους του, το μοτίβο δεν έβγαζε νόημα.

«Προσπαθούσα να θέσω αυτά τα ζητήματα και ο κόσμος με άκουγε, αλλά δεν με κατανοούσε», λέει. Τελικά, αποφάσισε ότι δεν μπορούσε πλέον να το αφήνει έτσι. Η διαμάχη διήρκεσε ένα χρόνο και είχε προσωπικό κόστος. Ο Ο’Ντόναχιου πιστώνει στην τότε σύντροφό του, καθώς και στην Εθνική Ένωση Δημοσιογράφων, τη βοήθεια που του προσέφεραν για να τα βγάλει πέρα.

Ανατρέχοντας στο παρελθόν, πιστεύει ότι η προσπάθειά του αυτή μπορεί να συνέβαλε στην αλλαγή και πέρα από τη δική του καριέρα. «Σκέφτομαι αυτούς που έπονται», είπε. «Άλλοι έχουν κάνει το ίδιο πράγμα για μένα. Υπήρξαν άλλοι τυφλοί δημοσιογράφοι πριν από μένα που άνοιξαν δρόμο, που άνοιξαν πόρτες οι οποίες δεν ήταν ανοιχτές. Αυτό με διευκόλυνε και θέλω να κάνω το ίδιο».

Ταυτόχρονα, προβληματίζεται για το πόσο αργά κάποιες από αυτές τις αλλαγές εφαρμόζονται στους καθιερωμένους θεσμούς.

«Μερικές φορές αυτό με δυσκολεύει», λέει. «Η δημοσιογραφία, και οι άνθρωποι που τη διαμορφώνουν, συχνά θεωρούνται ως κυριαρχικό επάγγελμα. Ένα μάλλον επιθετικά αρρενωπό περιβάλλον –ακόμη και για τις γυναίκες, κατά κάποιο τρόπο».

Η δημοσιογραφία, και οι άνθρωποι που τη διαμορφώνουν, συχνά θεωρούνται ως κυριαρχικό επάγγελμα. Ένα μάλλον επιθετικά αρρενωπό περιβάλλον –ακόμη και για τις γυναίκες, κατά κάποιο τρόπο.

Γκάρι Ο’Ντόναχιου, επικεφαλής ανταποκριτής του BBC στις ΗΠΑ

Αναρωτιέται εάν αυτή η κουλτούρα εξακολουθεί να επηρεάζει τις αποφάσεις πρόσληψης, συνειδητά ή όχι, και εάν κάποιοι σε θέσεις ευθύνης εξακολουθούν να προβληματίζονται από την ιδέα ότι οι δημοσιογράφοι με αναπηρία μπορούν να κάνουν τη δουλειά εξίσου καλά –ή εάν αυτό αμφισβητεί τις αντιλήψεις τους για το πώς υποτίθεται ότι πρέπει να είναι το επάγγελμα.