Αναλυση Δεδομενων

Η δύναμη της «θετικής απόκλισης» στις έρευνες δεδομένων

Πώς οι καλές ακραίες τιμές μπορούν να εκθέσουν συστημικά ολισθήματα ή άστοχες πολιτικές.

Αυτό το θέμα δημοσιεύθηκε αρχικά από το GIJN στις 22/07/2026. Μεταφράστηκε στα ελληνικά από το iMEdD και αναδημοσιεύεται εδώ, κατόπιν άδειας. Οποιαδήποτε άδεια αναδημοσίευσης υπόκειται στην έγκριση του αρχικού εκδότη. Διαβάστε το αρχικό άρθρο εδώ.

Μετάφραση: Εβίτα Λύκου
Κεντρική εικόνα: Shutterstock

Οι ερευνητές δημοσιογράφοι ακούν συχνά από αξιωματούχους των δήμων ή αρμόδιων υπηρεσιών ότι «απλώς δεν διαθέτουμε τον προϋπολογισμό», για να επιλυθεί κάποιο σοβαρό πρόβλημα –ή, ας πούμε, ισχυρισμούς από έναν διοικητικό υπάλληλο νοσοκομείου ότι ο ασυνήθιστα υψηλός αριθμός ιατρικών επεμβάσεων οφείλεται σε κλινική ανάγκη ή στην επιλογή των ασθενών, και όχι στην κερδοσκοπία.

Μια αποτελεσματική προσέγγιση, για να λογοδοτήσουν αυτοί οι παράγοντες, είναι η χρήση ενοχοποιητικών αντιπαραβολών: παρουσιάζοντας τις πολιτικές και τα αποτελέσματά τους πλάι σε φορείς συγκρίσιμου μεγέθους που αποφεύγουν αυτά τα προβλήματα, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν σχεδόν τους ίδιους πόρους.

Στην Αργεντινή, η [εφημερίδα] La Nación αποκάλυψε τον αδικαιολόγητο μαζικό αποκλεισμό των παιδιών με αναπηρίες από τα τυπικά σχολεία στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, εξετάζοντας το παράδειγμα μιας επαρχίας, της Λα Πάμπα, όπου το 98,5% των μαθητών με αναπηρίες φοιτούν σε τυπικά σχολεία.

Εικόνα: Στιγμιότυπο οθόνης, La Nación

Μια άλλη εκδοχή αυτής της προσέγγισης είναι να εξεταστούν οι καινοτομίες άλλων, παρόμοιων πόλεων που αντιμετώπιζαν στο παρελθόν το ίδιο πρόβλημα, όπως μια κλασική έρευνα της εφημερίδας Plain Dealer του Κλίβελαντ, η οποία έδειξε πώς μια αντίστοιχη πόλη, η Βαλτιμόρη, είχε μειώσει δραματικά το ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας· ένα άρθρο που οδήγησε στη σύσταση μιας νέας ομάδας εργασίας στο Κλίβελαντ και σε αντίστοιχη μείωση της βρεφικής θνησιμότητας.

Ορισμένες αίθουσες σύνταξης προσθέτουν, επίσης, ρεπορτάζ που παρουσιάζουν λύσεις μετά την αποκάλυψη προβλημάτων, όπως αυτό το άρθρο του Journalismfund Europe το 2024, το οποίο περιγράφει λεπτομερώς τρεις πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών για την καταπολέμηση της ρύπανσης των υδάτων από χημικά PFAS, μετά από έρευνες σχετικά με την απερίσκεπτη χρήση αυτών των λεγόμενων «αιώνιων χημικών» στην Ιταλία, στην Ολλανδία και στην Τσεχία.

Εν τω μεταξύ, ενώ οι λαϊκιστές πολιτικοί δυσφημούν τους θεσμούς που ελέγχονται από μειονότητες με ψευδείς ισχυρισμούς σχετικά με τις πολιτικές τους, ορισμένες ειδησεογραφικές ομάδες αποκαλύπτουν την παραπληροφόρηση, διερευνώντας σε βάθος πώς ακριβώς οι θεσμοί αυτοί πέτυχαν αποτελέσματα εντελώς αντίθετα από όσα ισχυρίζονται οι πολιτικοί.

Εικόνα: Στιγμιότυπο οθόνης, Plain Dealer, Κλίβελαντ
Πηγή: Plain Dealer, Κλίβελαντ
Γραφικό: Παρουσίαση IRE, Τίνα Ρόζενμπεργκ

Αυτές οι αντιθετικές ερευνητικές προσεγγίσεις αποτελούν ένα πλαίσιο για τη διατύπωση ερωτημάτων σχετικά με τα συστήματα που παρουσιάζουν προβλήματα. Για παράδειγμα, μπορούν να ρίξουν φως σε ένα διεφθαρμένο αστυνομικό τμήμα, δείχνοντας πώς ένα άλλο τμήμα κατάφερε να εξαλείψει τη διαφθορά στο εσωτερικό του.

Σε μια συζήτηση αφιερωμένη σε αυτήν την προσέγγιση, στο πρόσφατο συνέδριο του οργανισμού IRE (2026), οι ομιλητές τόνισαν ότι αυτές οι έρευνες θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολύ πιο συχνά σε ρεπορτάζ που αφορούν συστημικές αποτυχίες, όχι μόνο λόγω της ισχυρής πίεσης που μπορούν να ασκήσουν μέσω της αμηχανίας, αλλά και επειδή συνδέουν τους δημοσιογράφους με νέες πηγές για τις παραδοσιακές έρευνες λογοδοσίας. Επιπλέον, παραπέμπουν σε έρευνες που δείχνουν ότι τα θετικά συμπεράσματα που αντλούν μπορούν να κινήσουν εκ νέου το ενδιαφέρον ενός κοινού που βλέπει με απάθεια τις ειδήσεις.

Στη συζήτηση του IRE26 συμμετείχαν η Τίνα Ρόζενμπεργκ (Tina Rosenberg), συνιδρύτρια του Solutions Journalism Network, ο Πίτερ Γκιλ (Peter Gill), δημοσιογράφος που καλύπτει θέματα μεταφορών στην εφημερίδα Newsday, και ο Τζορτζ Τσίντι (George Chidi), δημοσιογράφος που καλύπτει θέματα δημοκρατίας και πολιτικής για τον Guardian.

Η Ρόζενμπεργκ εξήγησε ότι αυτή η προσέγγιση δεν λειτουργεί για υποθέσεις που αφορούν ατομικές παραβάσεις, όπως μια μεμονωμένη περίπτωση κακοποίησης ή ένα στέλεχος που υπεξαιρεί χρήματα, για να αγοράσει μια πολυτελή εξοχική κατοικία. Αντίθετα, λειτουργούν σε περιπτώσεις όπου υπάρχει μια συστημική ανεπάρκεια η οποία αφορά ένα ευρέως διαδεδομένο πρόβλημα –όπως οι γεωργοί που υποφέρουν συστηματικά από ασθένειες που σχετίζονται με τη ζέστη, ή τα συστήματα πρόσληψης που είναι ευάλωτα σε δωροδοκίες, ή οι απόφοιτοι δημοτικού που δεν ξέρουν ανάγνωση.

«Ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους κάνουμε αυτά τα ρεπορτάζ είναι για να εξαλείψουμε τις δικαιολογίες», εξήγησε η Ρόζενμπεργκ. «Συχνά, οι έρευνες αγνοούνται από τους αρμόδιους, οι οποίοι λένε: “Ξέρω ότι είναι τρομερό· κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε”. Λοιπόν, δεν κάνετε ό,τι καλύτερο μπορείτε, αν ο γείτονάς μας μπορεί να τα καταφέρει καλύτερα με τους ίδιους πόρους. Αυτή είναι σχολαστική δημοσιογραφία σχετικά με τις λύσεις που προτείνονται για ένα πρόβλημα. Δεν πρόκειται για προώθηση, κενά λόγια ή δημόσιες σχέσεις».

Όπως είπε, ένας άλλος λόγος για να ληφθούν υπόψη αυτές οι οπτικές γωνίες είναι η σύνδεση με τα καθημερινά προβλήματα των αναγνωστών.

«Βοηθά να διευρύνεις την αντίληψή σου για το τι πρέπει να αποτελεί θέμα έρευνας», εξήγησε η Ρόζενμπεργκ. «Αυτό που επηρεάζει πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων είναι πολύ ευρύτερο από τη διαφθορά και την κατάχρηση εξουσίας· οι αναγνώστες λένε: “Δεν με ενδιαφέρει τόσο το γεγονός ότι ο οικονομικός διευθυντής του νοσοκομείου κλέβει χρήματα, όσο ότι το νοσοκομείο έχει ξεμείνει από φάρμακα· αυτό είναι πιο σημαντικό για μένα και την οικογένειά μου”».

Η Ρόζενμπεργκ ανέφερε ότι τα ρεπορτάζ που ξεκινούν με μια παρατήρηση από μια πηγή, όπως «άκουσα για αυτό το φοβερό πρόγραμμα…», τείνουν να είναι άρθρα ανθρώπινου ενδιαφέροντος και δεν οδηγούν σε ερευνητικά ρεπορτάζ που βασίζονται σε αντιπαραθέσεις.

«Δεν είναι αυτό που θέλεις από μια έρευνα» είπε. «Για ένα σημαντικό θέμα, ξεκινάς με το ερώτημα: “Ποιο είναι το πρόβλημα; Και ποιος τα πάει καλύτερα έχοντας τους ίδιους πόρους;”. Αυτό το ονομάζουμε “θετική απόκλιση”».

Το ποσοστό καισαρικών τομών 18,4% που καταγράφεται στο νοσοκομείο Good Samaritan στο Σάφερν της Νέας Υόρκης αποτελεί μια «θετική απόκλιση» σε αυτό το σύνολο δεδομένων, σε σύγκριση με το πολύ υψηλότερο ποσοστό που παρατηρείται σε ένα νοσοκομείο της ίδιας αλυσίδας στο Γουέστ Ίσλιπ της Νέας Υόρκης. Εικόνα: Παρουσίαση IRE, Τίνα Ρόζενμπεργκ

Η προσέγγιση αυτή μπορεί, επίσης, να χρησιμοποιηθεί για τη σύγκριση των αποτελεσμάτων στον ίδιο φορέα μετά από σημαντικές αλλαγές χρηματοδότησης. Για παράδειγμα, πέρυσι, ο ραδιοφωνικός σταθμός MetroFM 90.8 της Ουγκάντας έδειξε πώς ο συνδυασμός της άμεσης αντίδρασης και της χρήσης γεωχωρικών εργαλείων ιχνηλάτησης επαφών βοήθησε τις υγειονομικές αρχές της Ουγκάντας να επιτύχουν μια πρωτοφανή απόκριση σε μια έξαρση του Έμπολα –παρά το γεγονός ότι οι περικοπές στη USAID από την κυβέρνηση Τραμπ είχαν στερήσει τη χρηματοδότηση από το τακτικό σύστημα αντιμετώπισης επιδημιών της χώρας τον ίδιο μήνα.

Εικόνα: Στιγμιότυπο οθόνης, MetroFM 90.8

Η Ρόζενμπεργκ πρόσθεσε: «Ένα άλλο θέμα, επίσης, είναι να παρουσιάζεις την πλήρη εικόνα: αν γράφεις μόνο για την αύξηση της εγκληματικότητας και δεν αναφέρεις τη μείωση της, τότε παραπλανάς το κοινό».

Οι συμμετέχοντες στη συζήτηση συμφώνησαν ότι η αυστηρότητα όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία αποτελεί βασική προϋπόθεση για την προσέγγιση αυτή, μαζί με μια γερή δόση σκεπτικισμού και τις φωνές των επικριτών κατά την περιγραφή των περιπτώσεων θετικών αποκλίσεων.

Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του για το σταθερά υψηλό ποσοστό θανάτων από τροχαία ατυχήματα στο Λονγκ Άιλαντ, ο Γκιλ έμαθε για μια παγκόσμια πρωτοβουλία με την ονομασία «Vision Zero»· μια διεπιστημονική στρατηγική που αναγνωρίζει την ευπάθεια των ανθρώπων ως οδηγών και εισάγει συστήματα που δίνουν προτεραιότητα στα σοβαρά ατυχήματα, αντί για τις απλές συγκρούσεις και την ομαλή ροή της κυκλοφορίας. Παρατήρησε ότι τα περισσότερα παραδείγματα μείωσης των θανάτων χάρη στο πρόγραμμα προέρχονταν από πόλεις της Βόρειας Ευρώπης, όπως η Στοκχόλμη και το Ελσίνκι, αλλά συνειδητοποίησε ότι οι πολιτισμικές διαφορές θα καθιστούσαν αυτές τις περιοχές ακατάλληλες ως παραδείγματα σύγκρισης για το κοινό του Λονγκ Άιλαντ.

Αντίθετα, ο Γκιλ εντοπίζει μια πολύ παρόμοια κοινότητα στην κομητεία Μοντγκόμερι του Μέριλαντ, η οποία είχε μειώσει σημαντικά τα σοβαρά ατυχήματα χρησιμοποιώντας στοιχεία αυτής της πρωτοβουλίας.

«Υπήρχαν ορισμένοι παράγοντες που μας οδήγησαν να συγκρίνουμε το Λονγκ Άιλαντ με την κομητεία Μοντγκόμερι: οι συνεχιζόμενες προσπάθειες για την οδική ασφάλεια και η πρόοδος στον τομέα αυτό· και στις δύο περιοχές κυριαρχεί η μετακίνηση με αυτοκίνητο· και οι δύο είναι σχετικά εύπορες περιοχές με θύλακες φτώχειας· έχουν παρόμοια πυκνότητα πληθυσμού, με πυκνοκατοικημένα προάστια που εκτείνονται προς αγροτικές περιοχές», εξήγησε ο Γκιλ. «Δεν έχουν εξαλείψει τους θανάτους, αλλά έχουν σημειώσει πρόοδο».

Συμβουλές από ειδικούς

Σκεφτείτε, επανεξετάστε και ελέγξτε το παράδειγμα που έχετε προς σύγκριση. «Επιλέξτε την κοινότητα με προσοχή», συμβούλεψε ο Γκιλ. «Δεν χρειάζεται μια τέλεια λύση, αλλά πρέπει να σημειώνεται πρόοδος προς την επίτευξη ενός στόχου». Αναρωτηθείτε: «Είναι αρκετά παρόμοια με την κοινότητά σας όσον αφορά όλες τις σχετικές κατηγορίες χαρακτηριστικών;».

Το πρόβλημα πρέπει να είναι συστημικό και ευρέως διαδεδομένο. «Εάν είναι ευρέως διαδεδομένο, πολλοί άνθρωποι θα προσπαθούν να το λύσουν, και μερικές από αυτές τις προτάσεις θα έχουν μεγαλύτερη ειδησεογραφική αξία από άλλες», σημείωσε η Ρόζενμπεργκ. «Και, δεύτερον, πρέπει να πρόκειται για μια συστημική αστοχία και όχι για κάτι που ουσιαστικά οφείλεται στην κακή συμπεριφορά ενός ατόμου».

Χρησιμοποιήστε τα δεδομένα, για να βρείτε υποψήφιους προς σύγκριση. Ενώ οι δημοσιογράφοι δεδομένων συνηθίζουν να εντοπίζουν αρνητικές ακραίες τιμές στα σύνολα δεδομένων, η Ρόζενμπεργκ ανέφερε ότι συχνά αξίζει να κάνει κανείς ένα επιπλέον βήμα, αναζητώντας την αντίθετη περίπτωση στα δεδομένα και ελέγχοντας εάν οι πηγές είναι συγκρίσιμες.

«Συνήθως απλώς επικρίνουμε τους κακούς όταν εντοπίζουμε ακραίες τιμές στις βάσεις δεδομένων, αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι να διαπιστώσουμε: “Τι έκανε αυτός [ο φορέας ή η περιοχή] που δεν έκανε ο άλλος;”» είπε.

Τα στοιχεία που δείχνουν σταθερή μείωση των βίαιων εγκλημάτων, σε όλες τις κατηγορίες, στην πόλη της Βαλτιμόρης, διαψεύδουν σαφώς τον ισχυρισμό του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι η εγκληματικότητα είχε φτάσει σε επίπεδα «εμπόλεμης ζώνης» στην εν λόγω πόλη το 2025. Εικόνα: Παρουσίαση IRE, Τζορτζ Τσίντι

Χρησιμοποιήστε τις πληροφορίες των τοπικών δημοσιογράφων και τα ρεπορτάζ τους ως σημείο αναφοράς για τη σύγκριση. «Είναι σημαντικό να διαβάζουμε την τοπική κάλυψη του θέματος», δήλωσε ο Γκιλ. «Βασίστηκα σε μεγάλο βαθμό στις τοπικές εφημερίδες για να βρω επαφές, να κατανοήσω την κατάσταση γύρω από το θέμα και να πραγματοποιήσω συνεντεύξεις εν κινήσει».

Μην ωραιοποιείτε την καλύτερη στρατηγική. Δεδομένου ότι τα αντιφατικά στοιχεία θα πρέπει να μιλούν από μόνα τους, ο Γκιλ ανέφερε ότι ήταν σημαντικό να παρουσιάζονται απλώς τα στοιχεία, να υπάρχει διαφάνεια απέναντι στους αναγνώστες όσον αφορά τις μικρές διαφορές μεταξύ των φορέων και του περιβάλλοντός τους, καθώς και να περιλαμβάνονται κριτικές απόψεις. «Καμία λύση δεν είναι τέλεια, και καμία ομάδα σύγκρισης δεν είναι απόλυτα συγκρίσιμη, οπότε μην το ωραιοποιείτε», είπε. «Αλλά αν μιλήσετε στους δικούς σας για τις σκέψεις τους σχετικά με αυτά που ανακαλύπτετε, συχνά θα σας πουν: “Γιατί δεν μπορούμε να το κάνουμε κι εμείς εδώ;”»

Ο Τσίντι πρόσθεσε: «Φροντίστε οι επικριτές να βρουν την απάντηση στην έρευνά σας και όχι αλλού».

Χρησιμοποιήστε επίθετα για να κατευθύνουν την ερευνητική σας προσέγγιση. Η Ρόζενμπεργκ αποκάλυψε ότι «ακόμη και η απλή επιλογή ενός επίθετου» μπορεί να βοηθήσει στον καθορισμό συγκεκριμένων κατευθύνσεων έρευνας γύρω από μεγαλύτερα προβλήματα. «Κάθε πρόβλημα αποτελείται από πολλά μικρότερα προβλήματα», εξήγησε. «Αυτό που κάνεις είναι να κόβεις ένα ένα κομμάτι από την πίτα με τα σημαντικά εμπόδια. Κάτι είναι αργό; Αναζητήστε τι μπορεί να είναι πιο γρήγορο. Είναι πολύ ακριβό; Τι είναι φθηνότερο; Είναι άδικο; Τι είναι πιο δίκαιο;». Μια άλλη προσέγγιση, όπως είπε, είναι να εντοπιστούν τα βασικά εμπόδια για την επιτυχία. Για παράδειγμα, εάν η «πίτα» της έρευνας αφορά αποφοίτους δημοτικού που δεν ξέρουν ανάγνωση, τα «κομμάτια» που θα εξεταστούν μπορεί να περιλαμβάνουν υποθέσεις όπως «οι τάξεις είναι υπερπλήρεις», «οι δάσκαλοι δεν έχουν επαρκή κατάρτιση» και «τα παιδιά είναι πολύ πεινασμένα για να συγκεντρωθούν».

Χρησιμοποιήστε ιστορίες με θετικές αποκλίσεις ως απάντηση στις αποκλειστικές ειδήσεις των ανταγωνιστών. Όταν οι αρχισυνταξίες επιπλήττουν δημοσιογράφους επειδή δεν κατάφεραν να καλύψουν συστημικές αδυναμίες που δημοσιεύτηκαν σε ανταγωνιστικές εκδόσεις, οι εν λόγω δημοσιογράφοι μπορούν να απαντήσουν εντοπίζοντας παρόμοιους δημόσιους φορείς που έχουν αποφύγει αυτές τις αδυναμίες και να επιμείνουν στην ανάληψη ευθύνης από τον φορέα που παρουσίασε αδυναμίες. «Θεωρώ ότι αυτό από μόνο του είναι μια αποκλειστικότητα», δήλωσε η Ρόζενμπεργκ.

Να είστε ακριβείς ως προς τα αποδεικτικά στοιχεία. «Η δημοσιογραφία λύσεων συνίσταται στην εφαρμογή αυστηρών κριτηρίων στα προβλήματα που αναδεικνύουμε εμείς οι δημοσιογράφοι, είτε πρόκειται για την κλιματική αλλαγή ή τη μετανάστευση, είτε για τον έλεγχο των όπλων», δήλωσε ο Τσίντι. «Πρέπει να αναρωτηθούμε: “Εξετάζουμε τις πληροφορίες που επιβεβαιώνουν και αυτές που διαψεύδουν μια θεωρία με τον ίδιο σκεπτικισμό;”. Αυτό που διακρίνει το είδος αυτό της δημοσιογραφίας από άλλες ειδήσεις είναι το αν υπάρχει αποτέλεσμα ή όχι».

Προσθέτει: «Αυτή η εξέταση των στοιχείων αποτελεί την άμυνά σας ενάντια στους ισχυρισμούς ότι “κάνετε δημοσιογραφία που προωθεί συγκεκριμένες θέσεις”».

Αναλύοντας την επιτυχία για τη διάψευση της συκοφαντίας

Σε απάντηση στους ισχυρισμούς του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ότι η πόλη της Βαλτιμόρης ήταν «μια κόλαση» με ανεξέλεγκτη βίαιη εγκληματικότητα, ο Τσίντι αποφάσισε όχι μόνο να επαληθεύσει τα γεγονότα σχετικά με αυτή τη συκοφάντηση, αλλά και να διερευνήσει σε βάθος πώς, αντίθετα, η πόλη είχε μειώσει σημαντικά τη βίαιη εγκληματικότητα μέσα σε δύο χρόνια.

«Εάν ένα ψέμα αρχίζει να παραποιεί την πολιτική, αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να διερευνήσουμε σε αυτές τις ιστορίες», είπε ο Τσίντι. «Θέλω να υπάρξει αντίκτυπος. Όταν βλέπω τον Τραμπ να λέει ψέματα για ένα θέμα το οποίο γνωρίζω πραγματικά, είναι σαν μια φαγούρα που πρέπει να ξύσω».

Ο Τσίντι διαπίστωσε ότι η πόλη είχε υιοθετήσει μια συνεργατική, «ολοκληρωμένη» προσέγγιση για την καταπολέμηση του εγκλήματος, όπου –για παράδειγμα– μια ομάδα εντοπίζει και έρχεται σε επαφή με τους φίλους των θυμάτων πυροβολισμών και τους προσφέρει ένα σύνολο πόρων για να μειωθεί η πιθανότητα εγκλημάτων εκδίκησης.

«Στη Βαλτιμόρη, οι αρμόδιοι φορείς –ο εισαγγελέας, ο κυβερνήτης, ο δήμαρχος, οι οργανώσεις κοινωνικών υπηρεσιών, τα νοσοκομεία, η αστυνομία και το κοινό– αποφάσισαν ομόφωνα ότι ο αριθμός των δολοφονιών ήταν εντελώς απαράδεκτος, όπως και τα πολιτικά προβλήματα που εμπόδιζαν την εξεύρεση λύσης», εξήγησε. «Συνεργάστηκαν στο πλαίσιο ενός σχεδίου που είχε καταρτίσει ο δήμαρχος, επειδή είχε διαπιστώσει ότι αυτό είχε αποδώσει σε άλλες πόλεις και είχε διαθέσιμα κονδύλια από τον νόμο για τις υποδομές προς αξιοποίηση».

Εικόνα: Στιγμιότυπο οθόνης, Guardian

Ο Τσίντι εξέτασε, επίσης, στοιχεία σχετικά με προηγούμενες αποτυχίες των διοικητών της πόλης της Βαλτιμόρης και συμπεριέλαβε και σφοδρούς επικριτές της νέας στρατηγικής. Επεσήμανε ότι αυτού του είδους τα ρεπορτάζ μπορούν επίσης να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των μειονοτικών κοινοτήτων στα μέσα ενημέρωσης. «Το πρόβλημα είναι ότι, γενικά, οι φτωχές κοινότητες βλέπουν δημοσιογράφους μόνο όταν έχει συμβεί κάτι τρομερό», σημείωσε.

Η Ρόζενμπεργκ ανέφερε ότι η ανάλυση των επιτυχημένων λύσεων μπορεί, επίσης, να ενισχύσει συνολικά την αφοσίωση των αναγνωστών. «Ο κύριος λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι αποφεύγουν τις ειδήσεις είναι ότι αυτές επηρεάζουν αρνητικά τη διάθεσή τους. Το 2023, η έκθεση Digital News Report του Ινστιτούτου Reuters έθεσε το ερώτημα σε όσους αποφεύγουν τις ειδήσεις τι θα τους έκανε να ξαναρχίσουν να τις παρακολουθούν, και η απάντηση ήταν “Θέλουμε περισσότερες θετικές ειδήσεις ή ειδήσεις που προτείνουν λύσεις”. Εξέφρασαν την προτίμησή τους για ειδήσεις που δεν θα είναι τόσο καταθλιπτικές».

Και πρόσθεσε: «Ένας άλλος λόγος είναι να δημιουργήσουμε ενθουσιασμό μέσω της ελπίδας –αλλά μιας ελπίδας με ουσία, όχι μιας ψεύτικης ελπίδας».