Όταν οι νεαροί διαδηλωτές γύρισαν την πλάτη στους τηλεοπτικούς παρουσιαστές, μια νέα γενιά δημοσιογράφων με κινητά τηλέφωνα και μικρόφωνα κάλυψε ένα κίνημα που ταρακούνησε το κατεστημένο
Αυτό το ρεπορτάζ δημοσιεύθηκε αρχικά από το Reuters Institute στις 17/08/2026 και αναδημοσιεύεται εδώ από το iMEdD κατόπιν άδειας. Οποιαδήποτε άδεια αναδημοσίευσης υπόκειται στην έγκριση του αρχικού εκδότη. Διαβάστε το αρχικό άρθρο εδώ.
Κεντρική εικόνα: Υποστηρικτές του σατιρικού πολιτικού κινήματος «Cockroach Janta Party» (CJP), το οποίο ηγούνται νέοι, γιορτάζουν την παραίτηση του υπουργού Παιδείας της Ένωσης, Νταρμεντρά Πραντάν, στη Βομβάη της Ινδίας, στις 26 Ιουλίου 2026. Ο Πραντάν υπέβαλε την παραίτησή του στις 25 Ιουλίου, μετά από πανεθνικές φοιτητικές διαμαρτυρίες λόγω διαρροών θεμάτων εξετάσεων. EPA/DIVYAKANT SOLANKI
Μετάφραση: Εβίτα Λύκου
Reuters Institute: Σε ιστορικό χαμηλό η εμπιστοσύνη στις ειδήσεις, οι πλατφόρμες κυρίαρχες στην πρόσβαση

Η εμπιστοσύνη στις ειδήσεις βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2015, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και οι πλατφόρμες βίντεο έχουν ξεπεράσει τις παραδοσιακές πηγές ενημέρωσης και η χρήση των AI chatbots συνεχίζει την ανοδική της πορεία, σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου Reuters για την ψηφιακή ενημέρωση (Digital News Report) για το 2026.
Η απροσδόκητη υποχώρηση της κυβέρνησης δεν ήταν το μόνο αποτέλεσμα του μαζικού κινήματος των νέων στην Ινδία. Κατάδειξε, επίσης, τη δυσπιστία και την οργή της Gen Z απέναντι στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης της χώρας, για τα οποία θεωρούν ότι υπηρετούν το κατεστημένο.
Αυτό έγινε περισσότερο εμφανές στον χώρο της διαμαρτυρίας στην περιοχή Τζαντάρ Μαντάρ του Δελχί, όπου ένα μεγάλο πανό έδειχνε τα πρόσωπα των παρουσιαστών ειδήσεων των μεγάλων τηλεοπτικών καναλιών –χαρακτηρίζοντάς τους ως «τους χειρότερους εχθρούς της Ινδίας», «πιο επικίνδυνους από τους τρομοκράτες ή τους αντεθνικούς».
Οι διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στην πρωτεύουσα τον Ιούνιο και τον Ιούλιο οργανώθηκαν από το σατιρικό κόμμα «Cockroach Janta Party» (Λαϊκό Κόμμα των Κατσαρίδων, CJP) και οδήγησαν στην παραίτηση του υπουργού Παιδείας της Ινδίας λόγω των επαναλαμβανόμενων διαρροών θεμάτων εξετάσεων, αποτελώντας ένα σπάνιο πλήγμα για τον πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι (Narendra Modi), ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία για περισσότερα από 12 χρόνια.
Σε αρκετά βίντεο φαίνονται διαδηλωτές να αποδοκιμάζουν, να προσεγγίζουν, ακόμα και να επιτίθενται σωματικά σε δημοσιογράφους που κάλυπταν τις διαδηλώσεις, φωνάζοντας το σύνθημα «Godi media», το οποίο μπορεί να μεταφραστεί ως «ΜΜΕ-σκυλάκια καναπέ».
Η Μανίσα Παντέ (Manisha Pande), αρχισυντάκτρια του ανεξάρτητου μέσου Newslaundry, δήλωσε ότι δεν την εξέπληξε η οργή που εκφράστηκε απέναντι στα μεγάλα τηλεοπτικά ειδησεογραφικά κανάλια της Ινδίας. «Αυτή η στιγμή ερχόταν εδώ και πολύ καιρό», μου είπε. «Μεγάλος αριθμός ανθρώπων, ανεξάρτητα από την ιδεολογία τους ή το κόμμα που ψηφίζουν, έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα πραγματικά προβλήματα της καθημερινότητάς τους απλώς δεν αντικατοπτρίζονται πλέον στις κεντρικές ειδήσεις».
Γιατί κατσαρίδες;
Το Λαϊκό Κόμμα των Κατσαρίδων (CJP) ξεκίνησε ως ένα αστείο –μια σατιρική αντίδραση στις υποτιμητικές δηλώσεις του Προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ινδίας (CJI) Σούρια Καντ (Surya Kant) τον Μάιο, ο οποίος παρομοίασε ορισμένους άνεργους νέους με κατσαρίδες.
Ο Αμπιτζί Ντίπκε (Abhijeet Dipke), ο οποίος εκείνη την εποχή σπούδαζε για μεταπτυχιακό στη Βοστώνη, αποδέχθηκε την προσβολή και δημοσίευσε μια εικόνα που είχε δημιουργηθεί με τεχνητή νοημοσύνη, στην οποία μια κατσαρίδα με γυαλιά ηλίου απευθύνεται σε ένα μεγάλο πλήθος.
Ο Ντίπκε, 30 ετών, προχώρησε στη σύσταση του Λαϊκού Κόμματος των Κατσαρίδων, το οποίο αποτελούσε ένα λογοπαίγνιο πάνω στο το Κόμμα Bharatiya Janta Party (BJP) του Μόντι. Στην ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέφερε ως κριτήρια συμμετοχής για όσους επιθυμούν να ενταχθούν την «ανεργία, την τεμπελιά, τη συνεχή παρουσία στο διαδίκτυο και ικανότητα επαγγελματικού επιπέδου να παραληρείς». Στο παρελθόν, ο Ντίπκε είχε εργαστεί στην ομάδα των social media του κόμματος της αντιπολίτευσης Aam Aadmi Party.
Μέσα σε λίγες μέρες, ο λογαριασμός του CJP στο Instagram συγκέντρωσε εκατομμύρια ακόλουθους, ξεπερνώντας τον λογαριασμό του BJP, ο οποίος αριθμούσε τότε 8,7 εκατομμύρια ακόλουθους.
Ο Σόραμπ Σουκλά (Saurabh Shukla), συνιδρυτής του The Red Mike, ενός ανεξάρτητου ειδησεογραφικού καναλιού στο YouTube που απέσπασε επαίνους για την κάλυψη των διαδηλώσεων, δήλωσε ότι από νωρίς διαισθάνθηκε πως αυτό θα εξελισσόταν σε κάτι σπουδαίο. Το Red Mike αντλεί το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων του από το YouTube.
Ο Σουκλά επικοινώνησε με τον Ντίπκε, τον οποίο γνώριζε από παλιά, και τον ρώτησε αν θα ήθελε να δώσει συνέντευξη μπροστά στην κάμερα. Το βίντεο αυτό, που δημοσιεύθηκε στις 21 Μαΐου, συγκέντρωσε πάνω από ένα εκατομμύριο προβολές.
«Σ’ εκείνη τη φάση ο Ντίπκε δεν είχε καμία πρόθεση να έρθει στην Ινδία. «Δεν είχε καμία πρόθεση να ιδρύσει το CJP, τίποτα τέτοιο», είπε ο Σουκλά. «Woh hansi mazak mein [χαλαρά και ευδιάθετα] κάναμε εκείνη τη συνέντευξη και έγινε μεγάλη επιτυχία».
Το CJP έδωσε φωνή στη γενικευμένη οργή που προκάλεσαν οι αυτοκτονίες μαθητών, που σχετίζονταν με μια επανάληψη των Εθνικών Εξετάσεων Επιλεξιμότητας και Εισαγωγής (NEET), μιας εξαιρετικά ανταγωνιστικής εξέτασης για την εισαγωγή στις ιατρικές σχολές. Τουλάχιστον 12 μαθητές σε ολόκληρη τη χώρα φέρεται να έχασαν τη ζωή τους, από αυτοκτονία, σε διάστημα περίπου ενός μήνα, μετά την ακύρωση των εξετάσεων της NEET στις 12 Μαΐου και μέχρι τη διεξαγωγή των επαναληπτικών εξετάσεων στις 21 Ιουνίου, σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας Indian Express. Ο αριθμός των αυτοκτονιών μαθητών που συνδέονται με τις εξετάσεις, τις οποίες ενέκρινε το δικαστήριο το 2016, είναι πολύ υψηλότερος.
Ο χώρος του Τζαντάρ Μαντάρ στο Δελχί, ο οποίος έχει οριστεί ως χώρος διαδηλώσεων, αποτέλεσε το σημείο συνάντησης του Λαϊκού Κόμματος των Κατσαρίδων για την κινητοποίηση του κόσμου. Η έκκληση του CJP για μεταρρυθμίσεις σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δίνει προτεραιότητα στα αποτελέσματα των εξετάσεων και στην αποστήθιση έναντι της μάθησης βρήκε απήχηση.
Πολλοί νεαροί Ινδοί πίστευαν ότι το σύστημα τους θεωρούσε παράσιτα που έπρεπε να εξοντωθούν, και ο πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο οποίος αργότερα διευκρίνισε τη δήλωσή του για τις κατσαρίδες, απλώς είχε εκφράσει φωναχτά αυτό που όλοι σκέφτονταν. Η σοβαρή έλλειψη θέσεων εργασίας και η υποβόσκουσα δυσαρέσκεια για τις συχνές ελλείψεις στις υποδομές σε διάφορες πολιτείες που κυβερνά το BJP οδήγησαν ανθρώπους όλων των ηλικιών, θρησκειών και κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων να συμμετέχουν, επίσης, στις διαδηλώσεις.
Οι διαδηλώσεις του Ιουνίου-Ιουλίου πραγματοποιήθηκαν κυρίως στο Δελχί. Ωστόσο, νέοι διοργάνωσαν, επίσης, μεγάλες συγκεντρώσεις στη Μουμπάι και στην Μπενγκαλούρου. Το κίνημα τελικά απέκτησε μεγαλύτερη εμβέλεια από το CJP ή τους ηγέτες του. Μετατράπηκε σε μέσο έκφρασης της διαφωνίας, η οποία στην Ινδία έχει ουσιαστικά ποινικοποιηθεί. Ο ίδιος ο Μόντι επινόησε έναν υποτιμητικό όρο για τους διαδηλωτές: «andolanjeevi», δηλαδή εκείνοι που βιοπορίζονται από τις διαδηλώσεις.
«Οι χώροι διαμαρτυρίας στο Τζαντάρ Μαντάρ και αλλού σε όλη την Ινδία έχουν εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο από απλά σημεία πολιτικής διαμαρτυρίας», έγραψε η ανεξάρτητη δημοσιογράφος Νεχά Ντιξίτ. «Έχουν μετατραπεί σε πολιτιστικές εκδηλώσεις –χώρους γιορτής, κάθαρσης και αίσθησης του ανήκειν».
Οι Gen Z δημοσιογράφοι στο πεδίο
Το κίνημα συγκρίθηκε με τις αντικυβερνητικές διαμαρτυρίες της Gen Z που ανέτρεψαν αυταρχικά καθεστώτα στη Σρι Λάνκα, στο Μπαγκλαντές και στο Νεπάλ, όπου η οργή στράφηκε, επίσης, κατά των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης. Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλες πρόσφατες επαναστάσεις στη Νότια Ασία, όπου η Gen Z οργανώθηκε μέσω πλατφορμών όπως το Discord και το Telegram, το κίνημα στην Ινδία φαινόταν λιγότερο οργανωμένο.
Τα περισσότερα από τα βίντεο που τράβηξαν οι ίδιοι οι διαδηλωτές αναρτήθηκαν στο Instagram, ιδιοκτησίας της Meta, η οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, προβαίνει σε λογοκρισία των αναρτήσεων κατόπιν αιτήματος του Νέου Δελχί.
Ο Βιπούλ Κουμάρ (Vipul Kumar), ένας δημοσιογράφος της Gen Z που εργάζεται στο ανεξάρτητο ειδησεογραφικό μέσο The Wire, δήλωσε ότι οι διαδηλωτές τον ρώτησαν δύο ή ακόμα και τρεις φορές αν ανήκε σε κάποιο από τα «ΜΜΕ-σκυλάκια καναπέ». «Ιδιαίτερα οι νέοι που βρίσκονταν εκεί έδειξαν εξαιρετική επαγρύπνηση, ώστε κανένα μέσο του κατεστημένου να μην προωθήσει τη δική του εκδοχή των γεγονότων και να μην υποτιμήσει ή δυσφημίσει τους διαδηλωτές», δήλωσε ο Κουμάρ.
Καθώς η Αστυνομία του Δελχί είχε περιορίσει τις υπηρεσίες δικτύου στον χώρο των διαδηλώσεων, ο Κουμάρ έπαιρνε συνεντεύξεις από τους ανθρώπους, τραβούσε βίντεο και έφευγε για να μεταφέρει τις πληροφορίες στην αίθουσα σύνταξης. Για το ρεπορτάζ του, χρησιμοποίησε το κινητό του, μία μονόποδη βάση και ένα μικρό μικρόφωνο.
Ο Κουμάρ μου είπε ότι οι δημοσιογράφοι που κρατούσαν τα κλασικά μικρόφωνα με λογότυπο θεωρούνταν υποστηρικτές του κατεστημένου, ενώ εκείνοι που χρησιμοποιούσαν ένα πιο διακριτικό μικρόφωνο στον γιακά ή μικρόφωνο Bluetooth δεν ενοχλούνταν από τους διαδηλωτές.
«Οποιοσδήποτε έφερε τέτοια μικρόφωνα ήταν ύποπτος», δήλωσε ο Κουμάρ, ο οποίος τόνισε ότι ακόμη και δημοσιογράφοι που δεν ανήκαν σε κανένα από τα καθιερωμένα μέσα ενημέρωσης, αλλά χρησιμοποιούσαν το κλασικό μικρόφωνο, δέχθηκαν επιθέσεις.
Η Μανίσα Παντέ (Manisha Pande) του Newslaundry ανέφερε ότι το τηλεοπτικό μικρόφωνο έχει καταστεί σύμβολο της κυβέρνησης στη συνείδηση του κόσμου. «Είναι αξιοσημείωτο ότι το μικρόφωνο –το ίδιο το εργαλείο που κάποτε συμβόλιζε τη δημοσιογραφία– έχει πλέον καταλήξει να αντιπροσωπεύει κάτι κακό, ακόμη και εχθρικό. Για πολλούς ανθρώπους, έχει καταλήξει να συμβολίζει ένα αδιάφορο κράτος», είπε.
Το οικοσύστημα ειδήσεων της Ινδίας
Η Ινδία κατέλαβε την 157η θέση μεταξύ 180 χωρών στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου των RSF για το 2026. Ο Γκαουτάμ Αντανί (Gautam Adani) και ο Μουκές Αμπανί (Mukesh Ambani), οι δύο πλουσιότεροι άνδρες της Ινδίας και στενοί σύμμαχοι του Ναρέντρα Μόντι, είναι ιδιοκτήτες τεράστιων τηλεοπτικών ειδησεογραφικών δικτύων.
Οι δημοσιογράφοι που κριτικάρουν το BJP υφίστανται συχνά ενοχλήσεις. Διακεκριμένοι δημοσιογράφοι των μέσων μαζικής ενημέρωσης έχουν στραφεί σε πλατφόρμες όπως το YouTube, αφού δεν βρήκαν θέση σε αίθουσες σύνταξης που ανήκουν σε εταιρείες και εξαρτώνται από διαφημιστικά έσοδα.
Ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης, όπως τα The News Minute, Article 14, Scroll και άλλα, που ασκούν δημοσιογραφία λογοδοσίας, επιβιώνουν με δυσκολία και αντιμετωπίζουν συνεχείς απειλές δικαστικών αγωγών και ελέγχων των οικονομικών τους.
Η κρίση αξιοπιστίας των παραδοσιακών τηλεοπτικών ειδήσεων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο με τον οποίο έχουν δαιμονοποιήσει όσους αμφισβήτησαν το κράτος: φοιτητές, αγρότες, Αντιβάσι (αυτόχθονες πληθυσμοί) και διαδηλωτές κατά του Νόμου για την Τροποποίηση της Ιθαγένειας, πολλοί από τους οποίους ήταν μουσουλμάνοι.
Τα τηλεοπτικά ειδησεογραφικά κανάλια, το κοινό των οποίων αποτελείται από μεσήλικες και Ινδούς μεγαλύτερης ηλικίας, έχουν επίσης επικριθεί για το ότι υποδαυλίζουν την εχθρότητα μεταξύ ινδουιστών και μουσουλμάνων, διαδίδουν προπαγανδιστική παραπληροφόρηση υπέρ της κυβέρνησης και αγνοούν τις φωνές της αντιπολίτευσης.
Το ποσοστό των αγγλόφωνων Ινδών που παρακολουθούν τηλεόραση για να ενημερωθούν είναι πολύ υψηλότερο μεταξύ των ενηλίκων άνω των 54 ετών (54%) σε σύγκριση με όσους είναι κάτω των 25 ετών (30%), σύμφωνα με την έκθεση Digital News Report 2026, η οποία καταγράφει τις ενημερωτικές συνήθειες σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι περισσότεροι νέοι Ινδοί ενημερώνονται μέσω του Instagram (61%), του YouTube (55%) και του WhatsApp (53%).

Οι πρόσφατες διαδηλώσεις συχνά αποκρύπτονταν από τα κύρια τηλεοπτικά ειδησεογραφικά κανάλια, παρόλο που αυτές είχαν κατακλύσει την πρωτεύουσα τον Ιούλιο, με τις αρχές να κλείνουν αρκετές γραμμές του μετρό προς το Τζαντάρ Μαντάρ.
Σύμφωνα με τον Σόραμπ Σουκλά του Red Mike, ο οποίος στο παρελθόν συνεργάστηκε με το NDTV –το οποίο σήμερα ανήκει στον Όμιλο Adani–, αυτό που διακρίνει τα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης από τα παραδοσιακά μέσα είναι ότι τα πρώτα δεν εγκαταλείπουν ποτέ την είδηση. «Αυτή ήταν η ευκαιρία μας, ως ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι, να καλύψουμε [την είδηση] όπως πρέπει να καλυφθεί», μου είπε. Ο Σουκλά δήλωσε ότι αυτός και οι συνιδρυτές του PEEK TV, Πριγιανσί Σαρμά (Priyanshi Sharma) και Βεντάντα Αγκάργουαλ (Vedanta Agarwal), βρίσκονταν εκεί από την πρώτη μέρα.
«Κάθε μέρα κάναμε κάτι», είπε. «Βασικά, όταν ήταν μόνο 50 άτομα στις 22 ή 23 Ιουνίου, βρισκόμουν εκεί· όταν ήταν 20 άτομα, βρισκόμουν εκεί· όταν έβρεχε, βρισκόμουν εκεί· όταν έκανε πολλή ζέστη, βρισκόμουν εκεί».
Πώς τα εξόριστα ΜΜΕ της Μιανμάρ παλεύουν να επιβιώσουν εν μέσω μιας βίαιης χρηματοδοτικής κρίσης

Καθώς η διεθνής χρηματοδότηση στερεύει, οι δημοσιογράφοι καταλήγουν να οδηγούν ταξί και να πωλούν φαγητό για να μπορέσουν να συνεχίσουν να καταγράφουν τον εμφύλιο πόλεμο της χώρας.
Ρεπορτάζ από τις διαδηλώσεις
Η δημοσιογράφος Πριγιανσί Σαρμά, μία από τις ιδρύτριες του PEEK TV, ενός μέσου μικρών ειδησεογραφικών βίντεο, δήλωσε ότι η σιωπή των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης κατά την έναρξη των διαδηλώσεων προκάλεσε ένα κενό πληροφόρησης, το οποίο κάλυψαν ανεξάρτητοι δημοσιογράφοι, δημιουργοί ειδήσεων και σχολιαστές σε πλατφόρμες βίντεο.
Όταν οι διαμαρτυρίες άρχισαν να ατονούν, ο Σονάμ Γουανγκτσούκ (Sonam Wangchuk), γνωστός εκπαιδευτικός και ακτιβιστής, ενώθηκε με τους διαδηλωτές ξεκινώντας απεργία πείνας.
Την 21η ημέρα της απεργίας πείνας του, όταν ο Γουανγκτσούκ είχε χάσει επικίνδυνα πολύ βάρος και υπήρχαν φόβοι ότι ενδέχεται να πεθάνει στα χέρια της κυβέρνησης, η Αστυνομία του Δελχί τον απομάκρυνε με τη βία από το Τζαντάρ Μαντάρ, ενισχύοντας έτσι, χωρίς να το θέλει, τις διαμαρτυρίες.
Η Πριγιανσί Σαρμά του PEEK TV δήλωσε ότι δέχτηκε πολλές ερωτήσεις σχετικά με τα ρεπορτάζ τους και διάβασε σχόλια στα οποία τους κατηγορούν ότι το CJP τους δωροδοκούσε για την ειδησεογραφική κάλυψη.
«Όσο καλύπταμε τη διαδήλωση, καθ’ όλη τη διάρκεια εκείνου του μήνα», είπε η Σαρμά, «πολλές φορές ο κόσμος μας ρωτούσε, και μερικοί από τους παλαιότερους συναδέλφους μας επίσης μας ρωτούσαν: “Γιατί το κάνετε αυτό; Σταματήστε το! Δεν θα οδηγήσει πουθενά”. Συνεχίσαμε να μεταδίδουμε τα γεγονότα, διότι επρόκειτο για μια διαδήλωση στην οποία συμμετείχαν πραγματικοί μαθητές, στο κέντρο του Δελχί. Ως δημοσιογράφοι, θεωρήσαμε επίσης ότι οι απεργίες πείνας δεν πρέπει να κανονικοποιηθούν».
Στις 20 Ιουλίου, όταν διαδηλωτές προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν πορεία προς το κοινοβούλιο, η Αστυνομία του Δελχί και άλλες παραστρατιωτικές δυνάμεις προχώρησαν σε βίαιη καταστολή, χρησιμοποιώντας δακρυγόνα, αεροβόλα όπλα και αδιάκριτες επιθέσεις. Ενώ τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων επικεντρώθηκαν στους αστυνομικούς που τραυματίστηκαν, εφημερίδες όπως η The Hindu και η The Hindustan Times προέβησαν σε επαλήθευση της επίσημης εκδοχής, σύμφωνα με την οποία δεν χρησιμοποιήθηκαν αεροβόλα όπλα εκείνη την ημέρα.
Το βίντεο του YouTuber Σαμντίς Μπάτια (Samdish Bhatia), στο οποίο καταγράφεται η βία στην πρωτεύουσα και στο οποίο ακούγεται ο Μπάτια να ζητά επανειλημμένα από τον κάμεραμαν του, τον Παρθ, να δείξει την αστυνομία και τις δυνάμεις ασφαλείας να χτυπάνε τους διαδηλωτές, έχει πάνω από 6 εκατομμύρια προβολές. Το βίντεο στο YouTube έχει αρκετές απαντήσεις από χρήστες που συνεισφέρουν μικρά ποσά ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και για να στηρίξουν το κανάλι.
Στο Τζαντάρ Μαντάρ εντοπίστηκαν ισχυρές κάμερες CCTV με τεχνητή νοημοσύνη σε κάθε γωνιά, λογισμικό αναγνώρισης προσώπου, αλλά και ένας αστυνομικός που φορούσε έξυπνα γυαλιά. Απαγορεύτηκε στις εφαρμογές παράδοσης φαγητού να φέρνουν φαγητό στους διαδηλωτές, ενώ η αστυνομία προχώρησε ακόμη και σε ανακρίσεις εναντίον εστιατορίων που έστελναν φαγητό.
Ωστόσο, η Gen Z της Ινδίας παρέμεινε απτόητη. Τα βίντεο τους δείχνουν να κάνουν αέρα ο ένας τον άλλον, καθώς το πλήθος στο Τζαντάρ Μαντάρ αυξανόταν συνεχώς. Εξέφρασαν την οργή τους μέσω του χιούμορ, της εκκεντρικότητας και των ασεβών, γεμάτων βωμολοχίες αφισών και συνθημάτων, πράγματα ανήκουστα για την Ινδία, όπου ο σεβασμός προς τους μεγαλύτερους είναι βαθιά ριζωμένος από την παιδική ηλικία.
Αν και η παρουσία του BJP στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ήταν πάντα ισχυρή, με το κόμμα να έχει εδραιώσει τη θέση του στο Facebook, στο WhatsApp και στο X, δεν μπόρεσε να ανταγωνιστεί μια ανέμελη γενιά, τα μιμ και τα χορευτικά βίντεο της οποίας έγιναν viral.
«Ονομάστηκε “διαμαρτυρία στο Instagram” και για εμάς το Instagram ήταν πάντα η πρώτη μας προτεραιότητα», δήλωσε η Πριγιανσί Σαρμά του PEEK TV.
Η Σαρμά, η οποία στο παρελθόν είχε εργαστεί ως παρουσιάστρια του NDTV, λυπήθηκε βλέποντας τους δημοσιογράφους να δέχονται επιθέσεις από τους διαδηλωτές. «Δεν είναι αυτοί οι δημοσιογράφοι που ευθύνονται για τη παρακμή των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης που παρατηρούμε», είπε. «Είναι οι ιδιοκτήτες, οι παρουσιαστές και τα ανώτερα στελέχη, όχι οι δημοσιογράφοι που απλώς μεταδίδουν τα γεγονότα από το πεδίο».
Δημοσιογραφία ή ακτιβισμός;
Το PEEK TV, που λειτουργεί μόλις ένα χρόνο και ιδρύθηκε από δύο δημοσιογράφους της Γενιάς Ζ, μνημονεύθηκε στην αφίσα «τείχος της δόξας» του Τζαντάρ Μαντάρ, όπου αναφέρονται δημοσιογράφοι που έκαναν αξιέπαινη δουλειά.
Ωστόσο, η ανταπόκριση δεν ήταν πάντα η ίδια.
Η Σαρμά ανέφερε ότι μια ομάδα διαδηλωτών, οι οποίοι δεν φαινόταν να είναι από το Δελχί, έδειξαν επιθετική συμπεριφορά όταν τους ρώτησε αν είχαν χαθεί στη διαδρομή προς το κοινοβούλιο, καθώς δεν υπήρχαν εθελοντές της CJP για να τους κατευθύνουν.
Ο Σουκλά από το The Red Mike δήλωσε ότι βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα δίλημμα το βράδυ της 20ής Ιουλίου, ενώ έκανε ρεπορτάζ από την οδό Τζανπάτ στο Δελχί, καθώς εκεί επικρατούσε χάος και πέτρες εκτοξεύονταν ενάντια στην αστυνομία. «Σε κάθε διαδήλωση εμφανίζονται κάποια ακραία στοιχεία που προσπαθούν να τη χαλάσουν», είπε, και θεώρησε ότι η προβολή της βίας θα κατέστρεφε ολόκληρο το κίνημα.
«Βρισκόμασταν σε δίλημμα, αλλά το δείξαμε», μου είπε ο Σουκλά. «Είπαμε. “Δείτε, η αστυνομία τους διώχνει. Από εκείνη την πλευρά πετάνε πέτρες”».
Ο Βιπούλ Κουμάρ του The Wire είπε ότι δεν ασκούσαν τη δημοσιογραφία όλοι όσοι έκαναν ρεπορτάζ από το Τζαντάρ Μαντάρ. Ορισμένοι, είπε, επιδίδονταν σε ακτιβισμό και, σε μερικές περιπτώσεις, σε αυτοδικία. Ο Κουμάρ αναφέρθηκε στο περιστατικό κατά το οποίο ένας δημοσιογράφος έβγαλε τη μάσκα ενός διαδηλωτή ενώ τον βιντεοσκοπούσε, ισχυριζόμενος ότι ο διαδηλωτής είχε διαπράξει βίαιες πράξεις.
«Τα όρια ήταν ασαφή εκείνες τις πρώτες εβδομάδες», είπε ο Κουμάρ. «Ο κόσμος είχε απελπισμένη ανάγκη να δημιουργήσει ήρωες. Δεν ξέρω γιατί».
Η Πριγιανσί Σαρμά είπε ότι οι διαδηλώσεις άλλαξαν, επίσης, την αντίληψη για το τι θεωρείται πολιτικό. Για παράδειγμα, πολλές μάρκες που αποφεύγαν το πολιτικό περιεχόμενο έχουν πλέον εκδηλώσει ενδιαφέρον για συνεργασία με το PEEK TV, το οποίο αντλεί τα έσοδά του κυρίως από τέτοιου είδους συνεργασίες.
Στον απόηχο των διαδηλώσεων, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του κοινοβουλίου που πραγματοποιήθηκε την περίοδο των μουσώνων, ψηφίστηκε νομοσχέδιο που προβλέπει αυστηρότερες ποινές για όσους διαρρέουν επίσημα έγγραφα, ενώ οι βουλευτές χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά αργκό όπως «clock it», «delulu» και «FOMO».
Ο Μόντι, ο οποίος ζήτησε από τους υπουργούς του να είναι πιο ενεργοί στο Instagram, δημοσίευσε ένα κάθετο βίντεο του εαυτού του στην πλατφόρμα, σε μια προσπάθεια να προσελκύσει την Gen Z.
Σε ένα άλλο βίντεο, δήλωσε ότι συγχωρεί τον νεαρό που τον έβρισε. Ωστόσο, υποστηρικτές του BJP δημοσίευσαν προσωπικά στοιχεία νεαρών γυναικών, τις παρενόχλησαν και τις απείλησαν με βιασμό επειδή πρόσβαλαν τον πρωθυπουργό. Κάποιοι έχουν δημοσιεύσει φωτογραφίες από μπάνερ που καλούν την Gen Z να δεσμευτεί να μη χρησιμοποιεί «συνθήματα κατά του πρωθυπουργού». Εν τω μεταξύ, τα κεντρικά δελτία ειδήσεων έθεσαν το ερώτημα αν οι διαμαρτυρίες χρηματοδοτούνταν από το εξωτερικό και ενισχύονταν αλγοριθμικά.
Η Μανίσα Παντέ του Newslaundry χαρακτήρισε την αντίδραση των κεντρικών δελτίων ειδήσεων ως πράξη αυτοσυντήρησης. «Είναι υποχρεωμένα να λένε: “Αυτοί είναι κακοί άνθρωποι, αυτοί είναι ταραξίες, αυτοί είναι φρικτοί άνθρωποι”, επειδή η ίδια η επιβίωσή τους εξαρτάται από το να τους δυσφημίσουν», είπε. «Έχουν φτάσει στο σημείο να είναι τόσο συνυφασμένα με το κατεστημένο, ώστε ουσιαστικά αποτελούν το ίδιο το κατεστημένο αυτήν τη στιγμή. Αποτελούν παράρτημα αυτής της κυβέρνησης».
Ποιο είναι το επόμενο βήμα για τα μέσα ενημέρωσης της Ινδίας;
Όταν ρωτήθηκε πώς τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης της Ινδίας μπορούν να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη του κοινού τους, ο Σουκλά ήταν επιφυλακτικός. Είπε ότι υπάρχουν πολλά πράγματα που θα έπρεπε να κάνουν τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης, αλλά δεν είναι σε θέση να τα κάνουν. «Όταν λαμβάνεις χρήματα από την κυβέρνηση και διαχειρίζεσαι το κανάλι, τότε δεν θα μπορείς να αμφισβητείς την κυβέρνηση», είπε, αναφερόμενος στην κυρίαρχη θέση που κατέχει η κρατική διαφήμιση στα έσοδα των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης.
Ο Σουκλά είχε μόλις επιστρέψει από μια δημοσιογραφική αποστολή στην ανατολική πολιτεία Τζαρκάντ, όπου οι μαθητές αγωνίζονται για μια σειρά μεταρρυθμίσεων στις εξετάσεις, εμπνευσμένες από τις διαμαρτυρίες στο Τζαντάρ Μαντάρ. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, ο Σουκλά συνάντησε μερικούς νέους που θέλησαν να γίνουν δημοσιογράφοι αφού τον είδαν στο YouTube.
Ένας από αυτούς τους νέους, που ζήτησε τη συμβουλή του, του είπε ότι δεν είχε τα χρήματα για να πάει στο Δελχί και να καλύψει τις διαδηλώσεις, αλλά κάλυπτε τη διαδήλωση στο Τζαρκάντ από την πρώτη μέρα. «Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι σκληρή δουλειά, ένα τηλέφωνο και ένα μικρό μικρόφωνο», του είπε ο Σουκλά.
«Πρέπει να έχεις θάρρος μέσα σου», είπε ο Σουκλά σ’ εμένα. «Αυτό το αγόρι πείστηκε και τον είδα να κάνει πολλή καλή δουλειά».
Με αφορμή τις διαμαρτυρίες του CJP, τα παιδιά της Gen Alpha στην Ινδία (αυτά που γεννήθηκαν μετά το 2010) έχουν αρχίσει να δημιουργούν βίντεο στα οποία αποκαλύπτουν την άθλια κατάσταση των δημοτικών σχολείων και των δημοσίων υποδομών. Σε δύο ξεχωριστά βίντεο από το Μαχαράστρα, παιδιά με σχολικές στολές υποδύθηκαν τους δημοσιογράφους, παρουσιάζοντας την κατάσταση των δρόμων που ήταν γεμάτοι λακκούβες κατά τη διάρκεια της περιόδου των μουσώνων στα χωριά τους. Τα ψεύτικα μικρόφωνα που κρατούσαν στα χέρια τους ήταν κλειστές ομπρέλες και άδεια μπουκάλια νερού.